Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Ενα κομμάτι καρυδόπιτα

Θέλω να μιλήσουμε, μάνα. Εγώ εδώ και συ εκεί, πέρα, μακριά στον τόπο που γεννήθηκες.
Ηταν Τετάρτη, τότε, οκτώ Αυγούστου, που συμφωνήσαμε το βράδυ να μιλούσαμε, αλλά εσύ μου έφυγες. Γιατί δε με περίμενες;
Και φαινόσουνα τόσο καλά εκείνη την ημέρα. Εκανες βόλτες, μες στο σπίτι, σούρνοντας αργά τις παντοφλίτσες σου και με το μπαστουνάκι σου μπροστά πίεζες προσεχτικά το πάτωμα πριν κάθε βήμα. Λες και δοκίμαζες μια παγωμένη λίμνη πριν πατήσεις. Μια παγωμένη διαδρομή! «Πώς δεν το πρόσεξα τόσο καιρό;», θα σου 'λεγα το βράδυ εκείνο. Ψέματα. Σε έβλεπα, αλλά σκεφτόμουν: «Εντάξει, γέρασε η μάνα μου, μα, όμως, τα έχει όλα πια. Παιδιά, εγγόνια, μέχρι και δωμάτιο δικό της». Σε κοίταγα κει μέσα που ίσιωνες το μαντιλάκι σου, που δίπλωνες τα ρουχαλάκια σου, με τάξη, ολοκάθαρα κι έλεγα ευχαριστημένος: «Εντάξει, δεν έχει έννοιες πια η μάνα μου». Ναι, αλλά κάποιες φορές που αναστέναζες δε ρώταγα τι έχεις. «Μπα, μπερδεμένα πράματα που την κουράζουνε και τα εγκαταλείπει», καθησύχαζα τον εαυτό μου.
Ομως ξέρεις, μάνα; Φταις και συ λιγάκι. Από παιδάκι σε θυμάμαι όλο να λες. «Εγώ δε θέλω τίποτα». Και τις γιορτές που έφτιαχνες την καρυδόπιτα, μας έλεγες: «Φάτε τη σεις, εγώ δε θέλω». Τίποτα δεν ήθελες εσύ! Ναι, αλλά θυμάμαι καθαρά που κάποτε, παιδί, τσάκωσα το μάτι σου που λιμπιζόταν, όπως καταβρόχθιζα και τα τελευταία κομμάτια από την καρυδόπιτά σου. Σε τσάκωσα, μα εσύ με φίλησες γελώντας. «Πω, πω, τι φαταούλας!», είπες. Χαιρόσουνα που φχαριστιότανε ο φαταούλας σου; Ητανε λάθος. Επρεπε να φας το μερτικό σου. Τουλάχιστον, ας ζήταγες να σου αφήσω ένα κομματάκι. Γιατί δε ζήτησες;..
Θυμάμαι ακόμη, τελευταία, που όταν τυχαία σηκώθηκα άγρια νύχτα, σ' αντίκρισα να κάθεσαι λαχανιασμένη στην καρέκλα. Αφού υπέφερες, γιατί δε μίλησες να με ξυπνήσεις; Φοβόσουν μην μας ενοχλήσεις; Αφού είχες αρχόμενο πνευμονικό οίδημα, ξεροκέφαλη γριά! Και ευτυχώς που το κατάλαβε η Τασία, η γυναίκα μου, και σε προλάβαμε. Τι στα κομμάτια; Το ξημέρωμα περίμενες; Τι χούι ήταν κι αυτό; Κι ήθελες, μάλιστα, να επιβάλεις και στις νέες γυναίκες, να γίνονται κομμάτια για τους άλλους. Α, καλά, σου θύμωνε η μικρή νύφη σου, η Κίρκη.
Α, ρε μάνα: «Εγώ δε θέλω τίποτα». Εκείνη την Τετάρτη, μπήκες στο σαλόνι με το μπαστουνάκι σου, κοντοστάθηκες κοιτάζοντας απορημένη τον χοντρο-εργολάβο, που αράδιαζε για προσαυξήσεις, συν οκτώ τοις εκατό, για ρυθμούς πληθωρισμού, εκ της πτώσεως του δείκτη...
-- Ωχ και συ καημένε, μουρμούρισες με απαξίωση και τράβηξες αργά το δρόμο σου. Κρυφογέλασα και σε καμάρωσα. Εσύ μετρούσες τις δραχμούλες σου, τόσο το λάδι, το ψωμί, και απορούσαν όλοι το πώς πληθαίνανε τα λίγα. Διέγραψες τη φτώχεια! Αυτό θα πει οικονομολόγος. Καθώς ο εργολάβος μου έδινε τις αποδείξεις, σε άκουσα να αναρωτιέσαι:
-- Εγώ τώρα, τι ήρθα εδώ να κάνω;
Είδα, φευγαλέα, τα σκελετωμένα δάχτυλά σου να γαντζώνουν το βαρύ, γυάλινο σταχτοδοχείο αδύναμα, να το σηκώσουν. Ηθελες να δουλέψεις, μάνα; Εργάζομαι ίσον υπάρχω, ε; Απ' τα μικράτα σου πλυσίματα, ζυμώματα, χωράφια, μέχρι και πιθάρια λάδι έκρυβες να μην τα χαρτοπαίξει ο παππούς και η μανούλα σου σε γέμιζε ευχές. Και τώρα δεν μπορούσες ούτε το σταχτοδοχείο να μετακινήσεις. Τα θυμήθηκα, μα σκέφτηκα: «Εντάξει, έτσι είναι. Η Φύση εγκατέλειψε τη μάνα μου».
-- Εξόφληση τον Μάρτιο, συμφώνησε ο εργολάβος κι έφυγε.
Κοιτούσα και λογάριαζα τις αποδείξεις, όταν άκουσα που λογάριαζες και συ.
-- Μάρτιος... Απρίλιος... Ιούνιο έχουμε; Ο Αργύρης πήγε στο βουνό; με ρώτησες.
-- Τώρα, μάνα, έχω δουλιά, σου είπα ενοχλημένος.
Με ξαναρώτησες και σου ύψωσα φωνή.
-- Ασε με... Συν δεκατρείς χιλιάδες και...
Σιώπησες.
Γιατί δε σου εξήγησα; Ποιος Ιούνιος και τι να κάνει στο βουνό ο Αργύρης; Μεγάλωσε ο μικρούλης σου, που όλο αρρώσταινε ο σπυριάρης, με ξεπέρασε στο ύψος, ξεπέρασαν πολλά με τη γυναίκα του την Κίρκη και μάλιστα με ειρωνεύονταν. «Εδώ έχεις μείνει; Αυτό δεν το 'χεις ξεπεράσει;». Ξεπέρασαν, προσπέρασαν, παρέλασαν, μα ευτυχώς δεν έμαθες πού φτάσανε να στεναχωρηθείς. Διαισθανόσουν. όμως. και αγωνιούσες. Ναι, αλλά εσύ όμως πια δεν μπόραγες να προστατέψεις ούτε ένα παιδάκι σαν τον Αλκη μας, τον εγγονό σου. Μάλλον έπρεπε εμείς να σε προστατεύουμε απ' αυτόν, θυμάμαι, μπήκε ορμητικός και χτύπαγε την μπάλα ντούπου -ντούπου γύρω σου και με το μπαστουνάκι σου, στεκόσουν σαν ζωάκι φοβισμένο, που το γυρόφερνε αγριόγατος.
-- Ουου-ου, πιάσε γιαγιά, σου φώναζε.
-- Ασ' τη γιαγιά, μη ζαλιστεί. Τσακίσου, του αγρίεψα.
Σαλτάρισε έξω που ηχούσανε ξεφωνητά παιδιών, αμάξια, η πόλη, οργίαζε η ζωή και άκουγες. Και τότε μπήκε η Ελένη μας, η εγγονή σου. Την κοίταγες που στάθηκε μπρος στον καθρέφτη. Α, πώς κοίταζες την όμορφη κοπέλα! Μα από σένα πήρε που όταν χόρευες στο πανηγύρι λέγανε: «Χορεύει η πέρδικα». Αλλά εσύ δεν έπρεπε ούτε ματιά να ρίξεις στο παλικάρι που αγαπούσες, γιατί επί πλέον είχες και χρέος προς τις αδελφές σου. «Η πρώτη κόρη η καλή παντρεύει και τις άλλες», λέγανε.
Ητανε, όμως, δίκαιο αυτό; Σε ρωτάω.
Ολα θα τα πούμε σήμερα. Το χρέος, λοιπόν. Ναι, αλλά πες μου για την πληρωμή σου...
Βάσανα και ταπείνωση, ε;.. Χα! Εμαθα πως ο πατέρας απειλούσε πως δε θα σ' έπαιρνε αν δεν του δίνανε με τα προικιά και μια χαλασμένη ραπτομηχανή. Σε σκέφτομαι χλωμή, αμίλητη, να τους ακούς στη σάλα να τσακώνονται για μία ξεχαρβαλωμένη ραπτομηχανή.
Εσένα; Εσένα, ρε, παζαρεύανε για μία κωλοραπτομηχανή;
Κι αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά σε άλλα που ποτέ δεν ομολογήσαμε.
Τα έχω μάθει, μάνα.
Παιδάκι, σε θυμάμαι σκεφτική να ξεροκαταπίνεις και να τρέμουνε οι κόρες των ματιών σου. «Ποιος πρόσβαλε τη μάνα μου;», αναρωτιόμουν κι έσφιγγα τις παιδικές γροθιές.
Τα έχω μάθει, μάνα. Οχι γροθιές να σφίξω, αλλά χαντζάρι θέλω να αποκεφαλίζω... Και απορώ, θυμάμαι σένα, τη γιαγιά, τόσες γυναίκες μαυροφορεμένες, να βράζουν στάρι, για να συχωρεθούνε οι ψυχές κι αυτών που σας προσέβαλαν. Πώς, δηλαδή, το κάνατε αυτό; Σαν φοβισμένες δούλες, υπάκουες στο χρέος, και στο έθιμο;
Ομως, παράξενο! Θυμάμαι τα κεριά, στο εικόνισμα, που φώτιζαν το στάρι. Πόσο προσεχτικά ήταν στολισμένο με ρόδια και σταφίδες. Σαν κέντημα αρχόντισσας...
Μυστήριο! Πώς γίνεται κάποιοι αγράμματοι, ταπεινωμένοι, ν' αφήνουνε στη μνήμη μας μια σπάνια αύρα αρχοντιάς; Και πώς πληθαίνανε τα λίγα; Μυστήριο, μυστήριο!..
Δεν ήταν χρέος μόνο, μάνα, ε; Ητανε πόνος και αγώνας να στηριχτεί η ζωή, ο κόσμος;
Αμέτρητες γυναίκες σ' ολόκληρο τον κόσμο υπόμεναν γιατί το ένιωθαν πως στήριζαν τη νέα ζωή... Ετσι, στο τελευταίο πρωινό σου, κοιτούσες την Ελένη μας, τη νέα ζωή, μπρος στον καθρέφτη! Κοιτούσες τόσο έντονα, που κάποτε σχολίασε η Κίρκη:
-- Κοιτάτε, πώς κοιτάει. Θυμάμαι, θύμωσα και είπα:
-- Ναι, ρε, Κίρκη, η μάνα μου λατρεύει τη ζωή.
-- Ολοι τη λατρεύουμε, μειδίασε εκείνη και κάγχασα, γιατί εννοούσε, βέβαια, τα νιάτα και τα γλέντια.
Κοιτούσες την Ελένη μας, που μες στα όνειρά της, ούτε που σε πρόσεξε κι ανοίγοντας την πόρτα μου πέταξε «Μπαμπά, στις έξι» κι έφυγε.
Αφηρημένος στους λογαριασμούς, της είπα:
-- Ναι, στις οκτώ.
Τότε σε είδα να πλησιάζεις και ενοχλήθηκα.
-- Ασε με, μάνα, τώρα.
-- Η Ελένη μας.
-- Παράτα με, σου φώναξα.
-- Εξι είπε η Ελένη μας, επέμενες. Εκνευρισμένος με τον εργολάβο, σου αγρίεψα.
-- Φύγε από δω. Καλά το λέει η Κίρκη πως γίνεσαι μπελάς.
Ταράχτηκες και άρχισες να κλαις σιγά Μαλάκωσα.
-- Ελα ρε μάνα. Τι θέλεις, τι σου λείπει;
Το κυρτωμένο σου κορμί ορθώθηκε, δεν πίστευα. Με δάκρυα και πίσω το κεφάλι, λες και δεόσουνα, μου είπες:
-- Κι εσύ μου φωνάζεις. Σ' έχω χάσει. Ολα τα έχω χάσει.
Κατάλαβα, σ' αγκάλιασα.
-- Ζωάκι μου. Ζωάκι μου.
Σε φίλαγα.
-- Το βράδυ θα τα πούμε, μάνα, ε; Πρέπει να πεταχτώ στο δικηγόρο όμως τώρα, γιατί έμπλεξα μ' απατεώνα. Εντάξει, μάνα;
Εσύ συμφώνησες και σκούπιζες τα δάκρυα. Πάντα συμφώναγες! Στο δρόμο σε έφερνα στο νου, να κάθεσαι στο μπαλκονάκι μόνη και πότε πότε να αναστενάζεις: «θα δω... θα δω εγώ τι θα κάνω». Εγώ έπρεπε να κάνω! Γιατί τόσο καιρό να μη σου βρω κάποια γριούλα, εδώ στη γειτονιά, να σε πηγαίνω να τα λέτε; Και τελικά αναγκάστηκες εσύ, που τίποτα δε ζήταγες, να πεις τα αυτονόητα. Αλλά απ' το βράδυ όλα θ' άλλαζαν.
-- Ελα, στο σπίτι τώρα, η μάνα έφυγε, μου τηλεφώνησε, στον δικηγόρο, η Τασία. Σάστισα. Ερχόμουν με το αμάξι, ο ουρανός κοκκίνιζε, και σου ψιθύριζα: «Εδυσες ήλιε των παιδικών μου χρόνων; Γιατί δεν έμεινες ακόμη, έστω λίγες ώρες; `Η σου αρκούσε ότι κατάλαβα και έφυγες;». Εξοργισμένος με τον εαυτό μου και τους άλλους, τους πιο ακόμα αδιάφορους «προχωρημένους», παραμίλαγα: «Τι ξεπεράσαμε και ξεπεράσατε, ρε Κίρκη, δηλαδή; Στο ίδιο αλώνι γυροφέρνει ο άνθρωπος. Πού πήγατε; Στο μαύρο χάλι;». Σε τέτοιο χάλι, μάνα, που η Κίρκη, που λατρεύει τη ζωή, πήγε και φούνταρε στο Φάληρο. Μα. πήγε πλάι στο ποτάμι και μες στη νύχτα ένιωσε τη βρώμα απ' τους υπόνομους που φέρνει ο ποταμός. «Θεέ μου, να πεθάνω, ικέτεψε, μα όχι μέσα στις ακαθαρσίες» και βγαίνοντας πήγε και χτύπησε σε κάποιο σπίτι. Οι άνθρωποι την άκουγαν αμίλητοι να λέει πως τάχα γλίστρησε. Της φέραν άλλα ρούχα, μα δεν τη βάλανε στο μπάνιο τους γιατί βρωμούσε ολόκληρη. Τηλεφωνήσανε στο χαϊδεμένο σου, εκεί που γύρναγε ασύδοτος να πίνει ουίσκια. Σαν είδε τη γυναίκα του, την κοίταγε αμίλητος. Και ξαφνικά, ανοίγοντας τα χέρια, την αγκάλιασε. Πιστεύω, μάνα, ακράδαντα, ότι στη μνήμη του η δικιά σου αγκαλιά, που έκλεινε τον αξιολύπητο αρρωστιάρη, του άνοιξε τα χέρια. Κι η Κίρκη το κατάλαβε, γι' αυτό όταν έφθασα στο σπίτι μας, που εσύ κοιμόσουν πια, ήτανε κιόλας κει, στα μαύρα. «Αχ, μάνα», έλεγε και έκλαιγε. Κι ενώ την είχα φούρκα, τη συχώρεσα. Στον τάφο σου θα γράψω πως μας ενώνει η αγάπη σου.
Για πες μου, όμως: Ο εγγονός σου είπε πως γύρω στις εφτά μπήκε στο σπίτι με την μπάλα και σε είδε. Καθόσουνα μονάχη και σου έκανε:
-- Ουου-ου γιαγιά, και ρίχνοντας την μπάλα στο σαλόνι έφυγε. Ζούσες ακόμη;
Εβλεπες την μπάλα να μπιστάει;
Πόναγες, ήθελες κάτι και δε ζήτησες;
Τότε, τουλάχιστον, παιδί σαν ήμουν, γιατί δε ζήτησες ένα κομμάτι απ' την καρυδόπιτά σου; Κι αφού εσύ δε ζήτησες, γιατί δε σου 'δωσα εγώ; Δεν πρέπει μόνο η δικιά σου αγάπη να 'χει βάθος, πρέπει και των άλλων.
Φοβάμαι, μάνα, ότι δεν έχει βάθος η αγάπη μου. Να φταίει που 'μαι άντρας ή με παραχάιδεψες; Κάποιες φορές αισθάνομαι ότι δεν αγαπώ κανέναν, ούτε τα παιδιά μου. Μετά θυμάμαι εσένα και θέλω να επανορθώσω.
Πες μου. Θες κάτι, μάνα, από μένα;
Τι να κάνω; Να συγχωρέσω κείνες τις ψυχές που σε αδίκησαν; Να δίνω πλούσια τα αγαθά να λέω «από τη μάνα μου»; Πριν ένα μήνα στη γιορτή μου είπα στην Τασία να φτιάξει καρυδόπιτα. Σκαλίσαμε και βρήκαμε τη συνταγή σου. Κέρασα φίλους, γείτονες, γνωστούς, τους συναδέλφους στο γραφείο. Ολο τον κόσμο να κεράσω. Εγώ δεν έφαγα...
Γυρνούσα μ' ένα πιατελάκι και δεν ήξερα πού ν' ακουμπήσω το δικό σου το κομμάτι.

Κώστας Θλιμμένος
Ριζοσπάστης, 15 Ιούλη 2007

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ ωραίο!!! ΄Εκλαψα διαβάζοντάς το γιατί θυμήθηκα τη δική μου τη μάνα. Πόσα δε λέμε στις μανάδες μας πανω στην φούρκα μας. Κι εκείνες ακόμη κι όταν απαντάνε ποτέ δε μας κρατάνε κακία. Θυμήθηκα τη γιαγιά μου που μας έλεγε "Ποτέ μη λες πικρά λόγια στον άλλο,γιατί δεν ξέρεις αν θα σου δοθεί η ευκαιρία να τα πάρεις πίσω."