Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Ο νεκρός δικαιώνεται!

Μια φορά και έναν καιρό ο Θεός του κόσμου που δε συμπαθούσε και πολύ τους ανθρώπους, που αυτός από δική του πρωτοβουλία αποφάσισε να πλάσει από λάσπη και άλλα πανάκριβα υλικά, έστησε και μια χώρα. Τη βάφτισε, μάλιστα, και την είπε Ελλάδα. Τα βιβλία λένε πολλά και διάφορα για τη χώρα αυτή. Λένε για τα ηρωικά της παιδιά, για τους παμπόνηρους θεούς της, για το δοξασμένο της παρελθόν. Πιο πολλά λένε για τον πολιτισμό της, που ήτανε ο πρώτος, λένε αυτά τα βιβλία, και μοναδικός.
Οι άλλες χώρες, λένε ακόμα, που κι αυτές τις έστησε ο ίδιος Θεός, πολύ αργότερα όμως, επειδή δεν είχανε δικό τους πολιτισμό ούτε δικό τους ένδοξο παρελθόν, από την πολλή τους ζήλια έπιασαν και ό,τι είχε και δεν είχε η Ελλάδα το μιμήθηκαν. Πήρανε τα δικά της γράμματα. Δανείστηκαν, χωρίς επιστροφή, πολλές από τις δικές της λέξεις. Ακόμα, λένε αυτά τα βιβλία, αυτές οι καθυστερημένες χώρες έμαθαν να σκέφτονται, όπως οι Ελληνες, αυτοί, δηλαδή, που κατοικούσαν την Ελλάδα. Το μόνο κακό που είχε αυτή η Ελλάδα, αυτό δεν το λένε, βέβαια, τα βιβλία, αλλά μου το είπε ένας παππούς μου, σοφός άνθρωπος ο καημένος, Θεός σχωρέστον, ήτανε η φτώχεια. Φτώχεια και των γονέων. Ούτε τα χωράφια της ήτανε της προκοπής, ούτε εργοστάσια είχε. Μόνο βαπόρια είχε. Πολλά βαπόρια. Αυτά όμως είχανε προλάβει μερικοί επιτήδειοι από πολύ νωρίς και τα έκαναν δικά τους. Κι από τότε δεν έδιναν δραχμή, και είχανε πολλές από δαύτες, ούτε στην Ελλάδα ούτε στους Ελληνες.

Και σαν να μην έφτανε μόνο αυτό, επειδή, λένε τα βιβλία, και όπως θα καταλάβατε τα βιβλία λένε ό,τι τους αρέσει, οι άλλες χώρες, αυτές που δεν είχανε δικό τους πολιτισμό ούτε και ένδοξο παρελθόν και γι' αυτό μόλις έβρισκαν ευκαιρία άρπαζαν ό,τι τους χρειαζόταν από την Ελλάδα, αποφάσισαν να κατηφορίσουν ένα πρωί και να καθίσουν, με το έτσι θέλω, στο σβέρκο της. Αυτό το τελευταίο, που λέει για σβέρκο και άλλα σχετικά, μου το είπε ένας άλλος παππούς, που είχε συναντήσει το δικό μου τον παππού και άλλους πολλούς παππούδες της γειτονιάς σε μια φυλακή. Τώρα γιατί οι παππούδες αυτοί βρέθηκαν όλοι μαζί μέσα στη φυλακή είναι μια άλλη ιστορία, που θα σας τη γράψω μια άλλη φορά. Κι αυτή η ιστορία δε μιλάει μόνο για φυλακές, μιλάει και για άλλους παππούδες, που τους είχανε πάει με το ζόρι να μείνουνε χρόνια ολόκληρα στα νησιά. Χωρίς να το θέλουνε αυτοί, όμως. Και μαζί μ' αυτούς που τους στείλανε στα νησιά, ενώ αυτοί δεν ήθελαν να πάνε, μόνο θέλανε να μείνουν στο δικό τους τον τόπο, εκεί να δουλέψουν και να κάνουνε πράματα δίκαια και σωστά, η ιστορία αυτή μιλάει και για άλλους που δεν ήτανε παππούδες, αυτοί ήτανε ποιητές, γράφανε ποιήματα, δηλαδή, που μιλούσαν για τη λευτεριά και για μια άλλη γυναίκα που την έλεγαν Δημοκρατία. Μιλάει και για ζωγράφους, για μεροκαματιάρηδες, για ψαράδες, για γεωργούς. Μιλάει και γι' αυτούς που παίζουνε θέατρο και τους λένε ηθοποιούς και για τους άλλους που μαθαίνουνε στα παιδιά γράμματα και τους λένε δασκάλους.

Μαζί με τη φτώχεια, λοιπόν, να και οι άλλοι να σου κάθονται στο σβέρκο. Να και οι φυλακές, και τα νησιά και όλοι αυτοί, παππούδες ή όχι δεν έχει και πολλή σημασία. Οπως καταλαβαίνετε, η ζωή στην Ελλάδα, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο γινόταν πιο δύσκολη. Αρχισαν οι άνθρωποι να φεύγουν. Ετσι, όπως λένε τα παραμύθια. Επαιρναν το δρόμο να πάνε αλλού, να κάνουνε την τύχη τους. Να δουλέψουνε σε άλλα αφεντικά, να στείλουνε τα παιδιά τους στο σχολείο, να πάρουνε καινούρια παπούτσια, γιατί είχαν βαρεθεί να φοράνε τα άλλα που είχανε τρύπες και μπάζανε νερά και λάσπες. Και μη νομίζετε πως αυτό το φευγιό είχε καλό αποτέλεσμα. Μπορεί τα παπούτσια να μην έμπαζαν νερά, άνοιγαν όμως αλλού καινούριες τρύπες. Ανοιγαν μέσα βαθιά στην καρδιά. Γιατί αυτοί που έφευγαν και έπαιρναν τους δρόμους της ξενιτιάς, όταν γύριζαν πίσω στον τόπο τους με τα χέρια τρύπια και τα πνευμόνια αραχνιασμένα, μαζί με τους άλλους που έβγαιναν από τις φυλακές και τους άλλους που γύριζαν από τα νησιά δεν έβρισκαν τίποτε, όπως το είχανε αφήσει. Ολα είχανε στο μεταξύ αλλάξει. Είχανε γίνει άσχημα. Είχανε χάσει το χρώμα και τη μυρωδιά τους. Οι γειτονιές έγιναν σαν το φαράγγι της Σαμαριάς, όπου δεν έμπαινε πια ο ήλιος, γιατί δεν τον άφηναν τα ψηλά τα σπίτια που τα είχαν σπείρει εδώ και κει, χωρίς σχέδιο, χωρίς λόγο. Ετσι, λένε κάτι άλλα βιβλία, γιατί το ήθελε μια άλλη γυναίκα (δεν είμαι σίγουρος κιόλας, αν ήτανε γυναίκα), που δεν έμοιαζε ούτε τη Λευτεριά ούτε τη Δημοκρατία. Αυτή την έλεγαν Αντιπαροχή. Πάνε, λοιπόν, κατά διαόλου οι αυλές, που ήτανε γεμάτες λουλούδια, μολόχες και βασιλικά. Και μαζί μ' αυτές, πάνε και οι ιστορίες και τα λιανοτράγουδα που ακούγονταν τα βράδια σ' αυτές τις αυλές, όπου το φρεσκοκομμένο καρπούζι τραγουδούσε κι αυτό τα δικά του τραγούδια. Και οι άνθρωποι είχανε αλλάξει. Αυτοί που πότιζαν τα βασιλικά κι τις μολόχες και έκοβαν το βράδυ τα μυρωδάτα καρπούζια, τώρα είχανε άλλες συνήθειες. Φόραγαν άλλα ρούχα, έλεγαν άλλα τραγούδια. Κάτι κρυφομιλητά για επανάσταση και άλλη κοινωνία κόπηκαν τώρα με το μαχαίρι. Και μέσα από τα σπίτια που τώρα ήτανε ψηλά δεν έβγαιναν πια οι παλιοί νοικοκυραίοι της προσφυγιάς και της ξύλινης παράγκας. Την Τούμπα δεν την έλεγαν Μικρή Μόσχα, έτσι για χωρατό. Την έλεγαν Κολωνάκι!

Να, λοιπόν, οι τρύπες βαθιά στην καρδιά. Τρύπες που δεν έμπαζαν νερά, βέβαια, έμπαζαν όμως κάθε λογής θλίψη.
- Τι έφταιξε, ρε παιδιά; Φώναξε, ένα βράδυ, απελπισμένος ο μπαρμπα -Μήτσος, ψηλά από το μικρό μπαλκονάκι του, εκεί που δε χωρούσε ούτε μολόχα ούτε βασιλικός.
- Ποιος μας χάλασε τη ζωή; Τις καρδιές μας, ρε παιδιά, ποιος τις έκανε καφτάνι, και μπάζουν από παντού απελπισία και θάνατο;

Βέβαια, κανένας δε βρέθηκε να απαντήσει στον μπαρμπα - Μήτσο. Τα βιβλία λένε όμως πως ο φταίχτης πέθανε ένα πρωί ήσυχα - ήσυχα, την ώρα που όλοι οι άλλοι με τις τρύπιες καρδιές κοιμούνταν πάνω στα χαλασμένα τους όνειρα. Τα ραδιόφωνα άρχισαν να παίζουν λυπητερές μουσικές. Τα σχολεία δεν έκαναν μάθημα τη μέρα της κηδείας. Αλλοι βγήκαν στους δρόμους και μυξόκλαιγαν για το μεγάλο χαμό. Μόνο ο μπαρμπα - Μήτσος κατέβηκε από το μπαλκόνι του, πήγε στο Κρυονέρι, όπου, όταν ήτανε μικρός, ο δάσκαλος τους έβγαζε για περίπατο, έκοψε μια μολόχα και την έτριψε ανάμεσα στα χοντρά του δάχτυλα, για να μοσκοβολήσει και ψιθύρισε σιγαλά για να μην τον ακούσει κανείς.
- Λένε πως ο νεκρός δικαιώνεται. Εγώ όμως δε θέλω να πεθάνω για να βρω το δίκιο μου. Θέλω να το βρω ζωντανός!

Μπορεί τα παπούτσια να μην έμπαζαν νερά, άνοιγαν, όμως, αλλού καινούριες τρύπες. Ανοιγαν μέσα βαθιά στην καρδιά. Γιατί αυτοί που έφευγαν και έπαιρναν τους δρόμους της ξενιτιάς, όταν γύριζαν πίσω στον τόπο τους με τα χέρια τρύπια και τα πνευμόνια αραχνιασμένα, μαζί με τους άλλους που έβγαιναν από τις φυλακές και τους άλλους που γύριζαν από τα νησιά, δεν έβρισκαν τίποτε, όπως το είχανε αφήσει. Ολα είχανε στο μεταξύ αλλάξει. Είχανε γίνει άσχημα.

Γ. Χ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ
Ριζοσπάστης, 26 Απρίλη 1998

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Μεστός ο λόγος σου κι άλλο τόσο απλός λαϊκός παππού Χουρμουζιάδη όταν μας έλεγες τις ιστορίες σου πλεγμένες μέσα στην ίδια τη ζωή του λαού μας. Μας λείπει αυτός ο λόγος όπως και το άρωμα της μολόχας, οι λουλουδιασμένες αυλές και το μέτρημα των αστρων κάποια καλοκαιρινά βράδια. Λείπεις εσύ.