Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

«Η μάχη τέλειωσε. Ξανασαίνει ο λαός…» - Η κατάληψη της Νάουσας από τον ΔΣΕ


Στις 13 του Γενάρη 1949 και έπειτα από πολυήμερη σκληρή μάχη, τμήματα της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, με Διοικητή τον Υποστράτηγο Νίκο Θεοχαρόπουλο (Σκοτίδα) και Πολιτικό Επίτροπο τον Νίκο Μπελογιάννη, υπερνικούν διπλάσιες δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού και καταλαμβάνουν τη Νάουσα.
Η κατάληψη της Νάουσας έπεσε σαν κεραυνός στο αστικό στρατόπεδο, ενώ ανέδειξε για μια ακόμη φορά τη μαχητική και ηθικοπολιτική ανωτερότητα του Δημοκρατικού Στρατού.

Η απόφαση του ΠΓ του ΚΚΕ (10/2/49) αναφέρει σχετικά με τη νίκη στη Μάχη της Νάουσας: «Για πρώτη φορά ο ΔΣΕ κατέλαβε ολοκληρωτικά μια πόλη και την κράτησε όσο θεώρησε πως ήταν απαραίτητο (...) απόδειξε ότι τα μέσα μας είναι παραπάνω από αρκετά, αν τα χρησιμοποιούμε σωστά και τα συνδυάζουμε με τη δράση του πεζικού, αν ενεργούμε με ταχύτητα, δεξιοτεχνία, περίσκεψη και επαναστατική πονηριά (...) Το Π.Γ. θεωρεί ότι η πείρα από την παραπάνω εκστρατεία πρέπει ν' αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της πραχτικής αλλά και θεωρητικής εκπαίδευσης στις σχολές μας και στις ασκήσεις στα τμήματα».

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Κυτόπουλου «Η μάχη της Νάουσας», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1999.

Αφού πέρασε η θύελλα

Η  μάχη τέλειωσε. Ξανασαίνει ο λαός. Ξεχύνεται στους δρόμους, σμίγει με τους μαχητές και μοιράζεται τη χαρά του. Τα γραμμόφωνα λαλούν. Το γέλιο ξανανθίζει στα πικραμένα χείλη, στα χλομά πρόσωπα. Φίλοι και γνωστοί γνωρίζονται. Αγκαλιάζονται και δακρύζουν.

Ο αντάρτης! Έτσι όπως τον φαντάζονταν, όπως τον ονειρεύονταν τρία χρόνια τώρα, έτσι ήρθε. Τον είδαν πάνω στην ώρα της μάχης σκληρό και ατρόμητο να ορμά με το τραγούδι μέσα στις φωτιές. Τον είδαν μπουρλοτιέρη καπνισμένο να γκρεμά ετούτα τα σίδερα. Τα σίδερα τούτα που τους ζώναν, που τους ήταν σκιάχτρο και βραχνάς μέρα νύχτα. Τώρα όλα κείτονται συντρίμμια. Γίναν στάχτη, και καπνοί τα σκεπάζουν. Το δημαρχείο, το επαρχείο, οι τράπεζες, τα στρατιωτικά γραφεία, οι ασφάλειες, οι αστυνομίες, τα οχυρά, όλα καπνίζουν. Κι οι βίλες οι φανταχτερές του Πετρίδη, του Λαναρά, του Χρηστίδη, του Αγγελάκη, του Κάψη, του Κιλιμπουρίδη, του Κιτσέλη. Οι βίλες με τα αστραφτερά μαρμαρόσκαλα και τις αλέες. Οι βίλες που ορθώνονταν προκλητικές πάνω στο δάκρυ της μάνας και τον ίδρω των υφαντάδων και σκίαζαν και φοβέριζαν, κατέρρεαν τώρα μέσα στις φλόγες της λαϊκής πυρκαγιάς. Κι οι δήμιοι κι οι βασανιστές κι οι κλέφτες κι οι κανίβαλοι, που σαρκάζαν με τα κεφάλια των αγωνιστών, κείτονταν τ’ ανάσκελα και βάφαν με το αίμα τους τα ίδια πεζοδρόμια που ποτίστηκαν με αίμα εργατικό. Κι όσοι ζούσαν ανήμποροι κι αλαφιασμένοι, μόνο τον οίκτο προκαλούσαν. Και τα τανκς και τ’ αυτοκίνητα και τα τέσσερα πυροβόλα κι οι μοτοσικλέτες και τα πυρομαχικά μαζί με τις καμινάδες των εργοστασίων σκάγαν και καίγονταν και γίνονταν καπνός. Ένας καπνός μαύρος, πυκνός και ατέλειωτος, που σκέπαζε την πόλη. Τούτη η φοβερή πολεμική μηχανή που πέρασε πάνω απ’ τους ωκεανούς, για να ’ρθει δω και να πνίξει την απόφαση και τη θέληση του λαού αυτού να ζήσει, κείτονταν σε συντρίμμια. Τ’ αγκάλιαζε όλα κείνα ο νους με μια άγρια χαρά.

―Το ’λεγα γω, λέει ο γερο-Πάνος. Το ’λεγα πως θα γίνει το θαύμα αυτές τις μέρες. Το ’δα κι όνειρο πως θα ’ρθείτε.

Και να σκεφτεί κανείς πως αυτά τα ήσυχα, ανοιχτόκαρδα και απλά παλικάρια, αυτές οι κοπέλες έκαναν το θαύμα αυτό. Τους καμάρωναν κρυφά και στη φαντασία τους ζούσε πιο τρανό το μεγαλείο της καλοσύνης τους.
―Ε, τώρα κατάλαβα πως θα νικήσουμε. Πάντα μ’ έτρωγε το σαράκι πώς μπορούσε αυτά τα σιδερικά να τα τσακίσει άνθρωπος σαν και μας…

Από τις συνοικίες, ομάδες ομάδες οι στρατολογημένοι μαζεύονταν και χάνονταν στη στροφή του δρόμου που έβγαζε έξω από την πόλη. Μάνες αγκάλιαζαν τα παιδιά τους, τα φιλούσαν, τ’ αποχαιρετούσαν. Κλαίγαν μερικές κι έπειτα ανέμιζαν τα μαντίλια.

―Στο καλό και νικητές να μας ξαναρθείτε γρήγορα. Μια γριά εργάτισσα, χοντρή, αντρογυναίκα, ορμηνεύει την κόρη της Νίκη που κλαίει για το χωρισμό.

―Μην κλαις. Χιλιάδες αγωνιστές μας είναι μαζί σου. Αυτοί θα σε παραστέκουν για μένα. Στο καλό και καλή νίκη.

Η γρια-Θανάσω έρχεται με την κόρη της.

―Σας παραδίνω, λέει, τη Σοφούλα μου. Αν ζήσει, σαν γυρίσετε νικητές, θα μου την παραδώσετε. Τη χαρίζω στο Δημοκρατικό Στρατό, στη Λευτεριά μας. Και να την προσέχετε.

Ο γερο-Γαλάνης Βασίλης χωρίς σακάκι κατεβαίνει κάθε λίγο στην έδρα της διοίκησης και βλέπει το μικρό το γιο του Στέργιο. Μιλάει για λίγο μαζί του. Τον ορμηνεύει τι να κάνει σαν πάει στο βουνό κι έπειτα φεύγει. Στους μαχητές που είναι κει κοντά σταματά κάποια στιγμή και λέει:

―Τηράτε, σύντροφοι, το γιο μου. Να τον μάθετε να πολεμά καλά. Τηράτε, ε; Θέλω να πάρει πίσω το αίμα μας…

Ο γέρος κομπιάζει. Δεν μπορεί να συνεχίσει. Σκύβει τους ώμους και τραβάει κατά το σπίτι. Στο νου του έρχεται η Ελενίτσα. Τώρα που βλέπει τους αντάρτες και τις αντάρτισσες αρματωμένους και γελαστούς να γυρνούν στους δρόμους θριαμβευτικά, του ξανάρχονται στο νου οι περυσινές εκείνες φριχτές μέρες.

Να, εδώ στην πλατεία Τρούμαν πέρσι πέταξαν το κεφάλι της Ελενίτσας. Δυο άλλα αραδιαστά κείτονταν δίπλα σ’ αυτό. Και γύρω στέκαν τα κοράκια αυτά και βρίζαν και κλοτσούσαν. Ο γέρος αναμέριασε το πλήθος και χώθηκε να δει. Το γνώρισε από τα σγουρά ξανθά μαλλιά, από τα γαλανά μάτια, που μέσα τους έσβησε η λάμψη της ζωής. Αγριεμένος έσπρωξε το πλήθος, χύθηκε πάνω στο κεφάλι, το αγκάλιασε με λαχτάρα, το σήκωσε ψηλά, το φίλησε κι ορκίστηκε με φλογισμένα κόκκινα μάτια εκεί μπροστά σ’ όλους:

―Ελενίτσα μου. Να μην κλείσω τα μάτια μου αν δεν εκδικηθώ τους δολοφόνους…

Και ξέσπασε σ' ένα κλάμα ατέλειωτο…

Κι ο Στέργιος της μοιάζει τόσο. Αψύ και περήφανο παιδί. Έτσι ήταν κι αυτός στα νιάτα του. Η μάνα του κι η αδελφή του δεν τον άφηναν να φύγει σήμερα με τους αντάρτες. Ήταν ο μικρότερος στο σπίτι κι ο χαϊδεμένος. Κι έπειτα, με τον Στέργιο ξεχνούσαν τον καημό της Ελενίτσας. Και πού θα πήγαινε παιδί πράμα; Η μάνα του τον αγκάλιασε και τον παρακαλούσε. Κι ο Στέργιος έστεκε αναποφάσιστος. Και σαν οι φίλοι του, παλιοί αντάρτες, του είπαν «Στέργιο, ποιος θα εκδικηθεί την Ελενίτσα; Για σκέψου», πετάχτηκε ως απάνω.

―Σταθείτε. Σωπάστε, βρε γυναίκες. Δώστε τα παπούτσια μου.

Κι άρχισε να ντύνεται. Ο γέρος το δέχτηκε αυτό. Καλά έκανε, σκέφτηκε και πήγε να τον βοηθήσει να ντυθεί. Πήγε και μαζί του ως την ταξιαρχία.

Ο άλλος ο γιος του, ο Θύμιος, πού να ήταν; Από το βράδυ τον πήραν και τον κλείσαν στα πολυβολεία τους οι θεομπαίχτες. Ξαναγύρισε απότομα πίσω. Πήγε ως τον Στέργιο.

―Στέργιο, παιδί μου, είπε, θα ’στελνα και τον Θύμιο μαζί σου, μα δεν ξέρω πού είναι. Αν ζει, θα ’ρθει κι αυτός. Και κοίτα να μάθεις να πολεμάς καλά. Να χτυπάς και να φυλάγεσαι. Να εκδικηθείς. Θα σας περιμένουμε να ’ρθείτε γρήγορα. Την Ελενίτσα να μην την ξεχάσεις καμιά φορά.

Ο γερο-Γαλανός αγκάλιασε πάλι τον ΕΠΟΝίτη, τον φίλησε και βούρκωσαν τα μάτια του.

Ο Στέργιος τράβηξε με τα παιδιά. Κάναν γραμμή μοναχοί τους, πήραν βήμα στρατιωτικό και άρχισαν το τραγούδι. Και περνούσαν αράδα, ομάδες ομάδες, τα νιάτα της εργατιάς. Ο γέρος δεν έφυγε. Έμεινε στη γωνιά καρφωμένος και τους χαιρετούσε συνέχεια ώσπου πέρασαν εξακόσιοι τόσοι. Κάποια πίκρα κι ένα κενό ένιωθε στην καρδιά του. Γιατί; Θα φεύγαν σε λίγο οι αντάρτες κι αύριο θα ’ρχονταν οι άλλοι. Δεν είχε μάτια να τους δει ούτε ζωγραφιστούς. Τώρα ένιωθε περισσότερο από κάθε άλλη φορά πόσο τους μισούσε.

Κείνη τη στιγμή βρόντηξε στο πλακόστρωτο ένα σταθερό στρατιωτικό βήμα. Γύρισε ο γερο-Βασίλης κι είδε μια φάλαγγα συντεταγμένη. «Στρατός», ψιθύρισε κι έπειτα άκουσε ένα βροντερό εμβατήριο.

«Με το τουφέκι μου στον ώμο
σε πόλεις, κάμπους και χωριά
της Λευτεριάς ανοίγω δρόμο
της στρώνω βάγια και περνά».

«Δικοί μας», είπε. Ξέχασε τους λογισμούς του τους θλιβερούς και τα μάτια του καρφώθηκαν στη φάλαγγα που ζύγωνε. Τι παράστημα, τι λεβεντιά! Η φάλαγγα σταμάτησε σχεδόν μπροστά του. Κι ένας ταγματάρχης τους μίλησε.

―Συναγωνιστές, εμείς τώρα δε φεύγουμε από τη Νάουσα γιατί μας κυνήγησε ο εχθρός, μα πηγαίνουμε αλλού, να δώσουμε άλλα πιο δυνατά χτυπήματα. Πηγαίνουμε εκεί που μας καλεί το καθήκον, ο λαός.

―Να πάτε στην ευχή μου, μουρμούρισε ο γερο-Βασίλης. Να πάτε και σας περιμένουμε γρήγορα να γυρίσετε.

Μέσα στο σούρουπο τα παράθυρα ακούστηκαν ν’ ανοίγουν. Λάμπες ανάβαν κάπου κάπου και φωνές ακούγονταν απ’ τα γύρω σπίτια.

―Στο καλό. Θάνατος στο φασισμό!..

Η φάλαγγα σε λίγο ξανατράβηξε με το τραγούδι βουερό, δυνατό. Κι ο γέρος έμεινε ακόμα κει στη γωνιά. Έμεινε κι όταν ακόμα ο μακρινός αντίλαλος του τραγουδιού έσβηνε πίσω από τα σπίτια που τα σκέπαζαν τα πρώτα σκοτάδια της νύχτας. Ο νους του, η ψυχή του, η καρδιά του ακολουθούσαν την αρματωμένη φάλαγγα που τραβούσε για ν’ ανοίξει το δρόμο της λευτεριάς. Αυτοί που φεύγαν, έπαιρναν κάτι μαζί τους. Πάνω στα φτερά του τραγουδιού τους φτερούγιζαν και τα όνειρα του γέρου για τη μεγάλη μέρα. Σαν να την έβλεπε να ’ρχεται από κει πάνω.

Η σημασία της μάχης της Νάουσας για τον ΔΣΕ
(από σχετικό αφιέρωμα του Ριζοσπάστη, 6/6/2010)

«Εκ της ενεργηθείσης εξετάσεως διά το ατύχημα ΝΑΟΥΣΣΗΣ δεν πρέπει να παραμείνουν απαρατήρητοι παραλείψεις εις τας οποίας οφείλεται η μη πρόληψίς του ή και ο περιορισμός του...». Με αυτά τα λόγια ξεκινάει τις «Παρατηρήσεις επί γεγονότων ΝΑΟΥΣΣΑΣ» ο αρχιστράτηγος του κυβερνητικού στρατού, Παπάγος, μετά τη μεγάλη νίκη του ΔΣΕ στη Νάουσα και συνέχιζε: «Από τας παραλείψεις ταύτας, εκτός εκείνων, δια τα οποίας θα ασχοληθεί η Στρατιωτική Δικαιοσύνη και θα επιβάλη κυρώσεις...» και κατέληγε λέγοντας πως «εκ των ανωτέρω παραλείψεων καταφαίνεται ότι το ατύχημα ΝΑΟΥΣΣΗΣ δεν οφείλεται εις την έλλειψην δυνάμεων - διότι τοιαύται εξευρέθησαν έστω και καθ' ον τρόπον εγένετο. Οφείλεται εις την μη πρόβλεψιν και την μη τήρησιν στοιχειωδών αρχών του πολέμου».

«Αυτές οι επιχειρήσεις υπαγορεύτηκαν απ' την ανάγκη μιας αδιάκοπης φθοράς του εχθρού και συγκέντρωσης των απαραίτητων σε μας εφεδρειών» σημειώνει η απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ για τις επιχειρήσεις σε Εδεσσα - Αριδαία - Νάουσα στις 10/2/49, τονίζοντας επίσης πως «οι επιτυχίες στη Νάουσα και στον ελιγμό κερδήθηκαν ακριβώς γιατί αποφύγαμε τα λάθη που παρουσιάσαμε στις δύο πρώτες επιχειρήσεις».

Μέσα από την προετοιμασία για τη Μάχη της Νάουσας αναδεικνύεται η ιδιαίτερη βαρύτητα της μελέτης των λαθών και της αξιολόγησης της πείρας που συσσωρεύεται από τις προηγούμενες μάχες.

Η χάραξη λεπτομερούς σχεδίου, η σωστή αξιοποίηση όλων των μέσων και τεχνικών που διέθετε ο ΔΣΕ, η συλλογή όσο περισσότερων πληροφοριών για τις κινήσεις του εχθρού.

Στη Νάουσα έπαιξε επίσης αποφασιστικό ρόλο, για τη νίκη του ΔΣΕ, η παραπλάνηση (σ.σ. του αντιπάλου), όπου για πρώτη φορά μπαίνει σαν βασικό στοιχείο στο σχέδιο επιχείρησης.

Η απόφαση του ΠΓ (10/2/49) αναφέρει σχετικά με τη νίκη στη Μάχη της Νάουσας:«Για πρώτη φορά ο ΔΣΕ κατέλαβε ολοκληρωτικά μια πόλη και την κράτησε όσο θεώρησε πως ήταν απαραίτητο (...) απόδειξε ότι τα μέσα μας είναι παραπάνω από αρκετά, αν τα χρησιμοποιούμε σωστά και τα συνδυάζουμε με τη δράση του πεζικού, αν ενεργούμε με ταχύτητα, δεξιοτεχνία, περίσκεψη και επαναστατική πονηριά (...) Το Π.Γ. θεωρεί ότι η πείρα από την παραπάνω εκστρατεία πρέπει ν' αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της πραχτικής αλλά και θεωρητικής εκπαίδευσης στις σχολές μας και στις ασκήσεις στα τμήματα».

Η σημασία της νίκης του ΔΣΕ στη Μάχη της Νάουσας αναδεικνύεται επίσης και μέσα από: Το χαιρετιστήριο τηλεγράφημα, στις 13/1/1949, του Β. Μπαρτζιώτα, Πολιτικού Επιτρόπου του ΓΑ του ΔΣΕ, προς Διοικητή Χ Μεραρχίας Υποστράτηγο Σκοτίδα και τους Διοικητές 18ης, 14ης και 103ης Ταξιαρχιών, όπου τονίζεται «...η μεγάλη σας επιτυχία με την κατάληψη για πρώτη φορά ολοκληρωτικά μιας μεγάλης πόλης σαν τη Νάουσα είναι η συνέχεια των μεγάλων σας Νικών στο Γράμμο και το Βίτσι...». Τα χαιρετιστήρια μηνύματα των Μεραρχιών Ι, ΙΧ, Χ, της 16ης Ταξιαρχίας, της Σχολής Αξιωματικών του ΓΑ, της Πανελλαδικής Δημοκρατικής Ενωσης Γυναικών (ΠΔΕΓ) προς τους ηρωικούς νικητές.

Πέρα από την στρατιωτική πείρα που αποκτήθηκε και απέδειξε την αντοχή και την ικανότητα των μαχητών του ΔΣΕ - γι' αυτό πολυάριθμες είναι οι διακρίσεις και οι προαγωγές μαχητών και αξιωματικών - έφερε στην επιφάνεια τη σαθρότητα του αντιπάλου, που παρά την υπεροπλία του δέχτηκε μία σοβαρή ήττα. Ανησύχησε ντόπιους και ξένους πλουτοκράτες που είδαν το καθεστώς τους να συνεχίζει να κλονίζεται ακόμη και στις αρχές του 1949, χρονιά λήξης του εμφυλίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: