Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Το πιο παράξενο των πλασμάτων



...Είσαι τρομερός, αδερφέ μου,
σαν το στόμα ηφαίστειου σβησμένου.
Και δεν είσαι ένας, αλοίμονο,
δεν είσαι πέντε,
είσαι εκατομμύρια.
Είσαι σαν το πρόβατο, αδερφέ μου.
Όταν ο δήμιος το δέρμα σου φορώντας
όταν ο δήμιος σηκώνει το ραβδί του
βιάζεσαι να γυρίσεις στο κοπάδι
και τρέχοντας πηγαίνεις στο σφαγείο
περήφανος σχεδόν. Γενικά, είσαι
το πιο παράξενο όλων των πλασμάτων,
πιο παράξενο κι από το ψάρι που ζει μέσα
στη θάλασσα δίχως τη θάλασσα να ξέρει.
Κι αν τόση δυστυχία στη γην υπάρχει,
είναι χάρη σ’ εσέ, αδερφέ μου.
Αν είμαστε πεινασμένοι, εξαντλημένοι,
αν είμαστε ως το αίμα ξεγδαρμένοι,
σαν το σταφύλι πατημένοι
για να δώσωμε το κρασί μας.
Να πω πως είναι από λάθος σου, όχι,
μα ωστόσο φταις κ’ εσύ πολύ, αδερφέ μου.

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ
«122 Ποιήματα»
Μετάφραση: Άρης Δικταίος
Εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, 1981.

2 σχόλια:

sofia είπε...

"Κι αν τόση δυστυχία στη γην υπάρχει,
είναι χάρη σ’ εσέ, αδερφέ μου.
Αν είμαστε πεινασμένοι, εξαντλημένοι,
αν είμαστε ως το αίμα ξεγδαρμένοι,
σαν το σταφύλι πατημένοι
για να δώσωμε το κρασί μας.
Να πω πως είναι από λάθος σου, όχι,
μα ωστόσο φταις κ’ εσύ πολύ, αδερφέ μου."
Η αλήθεια για την κατάντια του εκμεταλλευόμενου ανθρώπου συμπυκνωμένη σε λίγους στίχους από έναν μεγάλο ποιητή. Τι λείπει; Η συνειδητοποίηση και η φώτιση σε συνδυασμό με την ατομική ευθύνη και τη συλλογική δράση ή και αντίστροφα.
Μου φαίνεται ότι αντί να πλησιάζουν σε αυτήν " της γης οι κολασμένοι" όλο και απομακρύνονται.

Ανώνυμος είπε...

Οικοδόμε, τα Τζουμέρκα σε χαιρετούν και σε καλούν…

(…) Κι έλεγα μέσα μου: δε φτάνει το τραπέζι, μήτε
κάμποσος παράς στην τσέπη,
μήτε και το ψωμί και το φιλί, -δε φτάνει.
Ο άνθρωπος είναι πιο τρανός απ’ την καθημερινή την
έγνοια του.

Κι έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει από την έγνοια του για
το ψωμί
κι όλο τραβάει πιο πέρα απ’ τη σκλαβιά του,
από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα, απ’ το ξεσκλάβωμα της πατρίδας, στο ξεσκλάβωμα του κόσμου,
ώσπου να νιώσει, μπαίνοντας ίσα στον ουρανό,
ν’ αχνίζει το φεγγάρι στον κόρφο του,
ώσπου να κλάψει μια νύχτα από αγάπη για
όλον τον κόσμο. Έτσι άφησα
σ’ ένα χαντάκι, τ’ αμάξι μου. Πήρα το όπλο.
Κι ανέβηκα στο βουνό.
Γιάννης Ρίτσος, «Αποχαιρετισμός»

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς και με αδάμαστη την ελπίδα για κάτι καλύτερο, ανθρωπινότερο, δικαιότερο…
Ο Τζουμερκιώτης