Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

15 Απρίλη 1931: Η πρώτη μεγάλη απόδραση κομμουνιστών στην Ελλάδα - Οι 8 που «διέρρηξαν τας φυλακάς Συγγρού και απέδρασαν» - Ο «κόκκινος δεκανέας» και ο ρόλος του Θανάση Κλάρα


Σαν σήμερα, στις 15 του Απρίλη 1931 πραγματοποιείται η πρώτη μεγάλη απόδραση κομμουνιστών στην Ελλάδα.
Τα ξημερώματα δραπετεύουν από τις φυλακές Συγγρού τα στελέχη του ΚΚΕ Ανδρόνικος Χαϊτάς (Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ), Κώστας Ευτυχιάδης (μέλος του ΠΓ), Μήτσος Παπαρήγας (μέλος του ΠΓ), Βασίλης Ασίκης (μέλος της ΚΕ), Ορφέας Οικονομίδης, Λευτέρης Αποστόλου, Περικλής Καρασκόγιας και Μάρκος Μαρκοβίτης. Καθοριστική στην απόδραση ήταν η συμβολή του αρχιφύλακα δεκανέα Γρηγόρη Γρηγοριάδη, του επονομαζόμενου και «κόκκινου δεκανέα», που απέδρασε και ο ίδιος. 

Μεταφέρουμε το χρονικό της απόδρασης από το βιβλίο του Δημήτρη Γκιώνη «Οι μεγάλες αποδράσεις» που κυκλοφόρησε το 1976 από τις εκδόσεις «Τετράδιο». Το σπάνιο αυτό βιβλίο, που δεν κυκλοφορεί πια, μπορείτε να το διαβάσετε - «κατεβάσετε» από την "e-βιβλιοθήκη Οικοδόμος", εδώ.  Παραθέτουμε επίσης ένθετα και δυο αποσπάσματα από το επίσης σπάνιο και δυσεύρετο στις μέρες μας βιβλίο του Κώστα Γκριτζώνα «Κόκκινοι δραπέτες 1920-1940» (εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα 1985), που αναφέρεται στην ίδια απόδραση.

Όπως συμβαίνει συχνά στην εξιστόρηση γεγονότων από πηγή σε πηγή εμφανίζονται διαφορές. Δεν γνωρίζουμε γιατί στο βιβλίο του ο Δ. Γκιώνης αναφέρεται σε εφτά (συν τον δεκανέα) και όχι οχτώ δραπέτες (παραλείπεται  το όνομα του Ορφέα Οικονομίδη), παρά το ότι ο συγγραφέας περιλαμβάνει  φωτογραφία από δημοσίευμα εφημερίδας της εποχής που κάνει λόγο για οχτώ δραπέτες· πιθανότατα εκ παραδρομής.

Συμμετοχή στην προετοιμασία και εκτέλεση της απόδρασης από τις φυλακές Συγγρού είχε και το στέλεχος του ΚΚΕ Θανάσης Κλάρας, ο θρυλικός αργότερα πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ Άρης Βελουχιώτης, που όμως δεν περιλήφθηκε σε αυτούς που απόδρασαν μιας και η ποινή του ήταν μικρή και σε σύντομο χρονικό διάστημα θα αποφυλακιζόταν.

***

«Ακρόπολις»: Το ρεπορτάζ για την απόδραση, μαζί με
 δυο φωτογραφίες. Αριστερά, η σκοπιά του προαυλίου
και δεξιά, η εξωτερική όψη των φυλακών Συγγρού.
(Από το βιβλίο του Δ. Γκιώνη «Οι μεγάλες αποδράσεις»)


«Κάτι το σπάνιον εις τα χρονικά των φυλακών της χώρας… Κάτι που ενθυμίζει απιθάνους αφηγήσεις τρομακτικών αστυνομικών μυθιστορημάτων. Κράμα πνεύματος και φανταστικής αφηγήσεως της αποδράσεως εκ του φρουρίου Υφ του Μοντεχρήστου και της αρπαγής της βασιλίσσης, απετέλεσαν το πλαίσιον εις το οποίον εμελετήθη το θρασύ πραξικόπημα. Πριόνισμα του καγγελόφραχτου παραθύρου, αρπαγή και φίμωσις του σκοπού στρατιώτου, στιλπνά περίστροφα μέσα εις την ψυχρή απριλιανή νύκτα…».

Με το γλαφυρό αυτό ύφος, που συναγωνίζεται τα μυθιστορήματα της παλιάς εποχής, χρωμάτιζε η «Ακρόπολις» της 16ης Απριλίου 1931 την πρώτη μεγάλη απόδραση κομμουνιστών στην Ελλάδα, που έδινε με τον εντυπωσιακό τίτλο: «Υπό την αρχηγίαν του περιβόητου Χαϊτά οκτώ κομμουνισταί διέρρηξαν τας φυλακάς Συγγρού και απέδρασαν».

Ο Ανδρόνικος Χαϊτάς
(Από το βιβλίο του Δ. Γκιώνη
«Οι μεγάλες αποδράσεις»)
Η απόδραση είχε γίνει δυο μέρες νωρίτερα, τη νύχτα της 14ης Απριλίου κάτω από συνθήκες πραγματικά μυθιστορηματικές. Οι δραπέτες, γνωστά στελέχη του Κ.Κ.Ε., ήταν οι: Ανδρόνικος Χαϊτάς, Λευτέρης Αποστόλου, Κ. Ευτυχιάδης (ή Ηλιάδης), Δ. Παπαρήγας, Β. Ασίκης, Περ. Καρασκόγιας, Μάρκος Μαρκοβίτης και Γρηγόρης Γρηγοριάδης. Ο τελευταίος, γνωστός από την ημέρα εκείνη σαν «κόκκινος δεκανέας», δεν ήταν κρατούμενος αλλά φρουρός τους και με την ανεκτίμητη όπως θα δούμε συμβολή του, στάθηκε ο αποφασιστικότερος παράγοντας για την απόδραση.

Ο τρόπος της απόδρασής τους είχε πολλά γνωρίσματα από τα κλασικά πρότυπα: λιμάρισαν τα κάγκελα του παραθυριού, έριξαν σκοινί, αρπάχτηκαν, κατέβηκαν κάτω και χάθηκαν.

Το πράγμα όμως δεν έγινε ούτε τόσο απλά ούτε τόσο εύκολα.

Τον καιρό εκείνο στις φυλακές Συγγρού βρισκόντουσαν κλεισμένοι 32 υποδικοκατάδικοι κομμουνιστές (μαζί με τους ποινικούς ξεπερνούσαν τους 400) οι οποίοι κρατιόντουσαν ομαδικά στον μεγάλο θάλαμο που έβλεπε στο εξωτερικό προαύλιο. Ανάμεσά τους βρισκόταν, από τον  προηγούμενο Νοέμβριο και ο Θανάσης Κλάρας, καταδικασμένος σε 6 μήνες φυλακή για  παράβαση του «Ιδιωνύμου».

Οι κρατούμενοι δεν είχαν δώσει μέχρι την ημέρα εκείνη καμιά αφορμή, ώστε οι υπηρεσίες των φυλακών να τους σκορπίσουν σε διάφορα κελιά.

Οι οχτώ δραπέτες από τις φυλακές Συγγρού: Κώστας Ευτυχιάδης,
Λευτέρης Αποστόλου, Ανδρόνικος Χαϊτάς, Ορφέας Οικονομίδης,
Μήτσος Παπαρήγας, Β. Ασίκης, Π. Καρασκόγιας, Μ. Μαρκοβίτης

(Από το βιβλίο του Κ. Γκριτζώνα «Κόκκινοι δραπέτες 1920-1940»)


"Στις φυλακές Συγγρού στο πρώτο τρίμηνο του 1931, βρίσκονταν φυλακισμένοι 60 περίπου κομμουνιστές. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και οι παρακάτω 8 που απέδρασαν στις 14 προς 15 του Απρίλη της χρονιάς εκείνης: Χαϊτάς Ανδρόνικος, γραμματέας τότε του Κ.Κ.Ε., Ευτυχιάδης Κώστας και Παπαρρήγας Μήτσος μέλη του Π.Γ. της Κ.Ε. του κόμματος. Ασίκης Βασίλης μέλος της Κ.Ε., Αποστόλου Λευτέρης μέλος της γραμματείας του Γραφείου της Κ.Ο. Αθήνας, Οικονομίδης Ορφέας συντάκτης του «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ», Μαρκοβίτης Μάρκος φαντάρος από τους καταδικασθέντες σε θάνατο για τα γεγονότα του Καλπακιού, και Καρασκόγιας Περικλής, πρώην υπεύθυνος του «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ».

Ο Χαϊτάς μαζί με τους Ευτυχιάδη και Αποστόλου είχαν καταδικαστεί τρεις φορές για τις αποκαλύψεις που έκανε ο «Ριζοσπάστης» σχετικά με την εξασκούμενη τρομοκρατία σε βάρος των εργατών στην Πολωνία και Γιουγκοσλαβία. Έτσι και οι τρεις αυτοί είχαν καταδικαστεί σε διάφορες ποινές και ταυτόχρονα ήταν και υπόδικοι για διάφορα άλλα αδικήματα, πολιτικής φύσης.

Ο Αποστόλου ήταν καταδικασμένος σε τρία χρόνια φυλακή και δυο εξορία για παράβαση του «ιδιώνυμου».

Οι Παπαρρήγας και Ασίκης ήταν στη φυλακή σαν υπόδικοι για παράβαση του «ιδιώνυμου» και περίμεναν τη δίκη τους.

Ο Οικονομίδης ήταν καταδικασμένος σε τριάμισι χρόνια φυλάκιση για «διάδοση ανησυχαστικών ειδήσεων» και επί «εσχάτη προδοσία» και εκκρεμούσαν σε βάρος του και άλλες κατηγορίες.

Ο Καρασκόγιας είχε καταδικαστεί σε 10 μηνών φυλάκιση για παράβαση του «ιδιώνυμου». Σε μια συγκέντρωση σήκωσε κόκκινη σημαία. Τον έπιασαν, τον έσπασαν στο ξύλο και τον δίκασαν με την παραπάνω ποινή.

Ο Μαρκοβίτης είχε καταδικαστεί για τα γεγονότα του Καλπακιού σε θάνατο μαζί με τον Πανούση και πέντε άλλους κομμουνιστές φαντάρους που δικάστηκαν σε άλλες ποινές. Αυτοί οι πέντε ήταν: Μήτσος Βλαντάς, Κώστας Γαμβέτας, Αργύρης Αδαμόπουλος, Στράτος Τσακίρης και Κορδέλης. Ύστερα όμως από τις μεγάλες κινητοποιήσεις της εργατικής τάξης της Ελλάδας, την πλατιά διεθνή καμπάνια που ξεσηκώθηκε και το έντονο ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε με δημόσιες διαμαρτυρίες για τη σωτηρία τους από τους δικηγόρους και άλλες προσωπικότητες στο Λονδίνο, Βερολίνο και άλλες μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, η ελληνική δικαιοσύνη υποχρεώθηκε να υποχωρήσει και να κάνει αναθεώρηση της δίκης με αποτέλεσμα το Αναθεωρητικό Στρατοδικείο να μετατρέψει τη θανατική ποινή των Μαρκοβίτη και Πανούση σε οχτώ χρόνια φυλακή και να μετριάσει τις ποινές των υπολοίπων σε 4 - 4 1/2 χρόνια φυλάκιση. Έτσι όλοι αυτοί βρέθηκαν στις φυλακές Συγγρού. Κατοπινά όμως σ’ αυτές έμεινε μόνο ο Μαρκοβίτης και οι υπόλοιποι έξι της παρέας του μεταφέρθηκαν στις φυλακές ΑΣΟΥ στην Κεφαλονιά μαζί με άλλους κομμουνιστές. Κατάφεραν να κρατήσουν μόνο τον Μαρκοβίτη προκαλώντας του τεχνητό πυρετό. Για τους άλλους φαντάρους του Καλπακιού δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα για να τους κρατήσουν κι αυτούς στου Συγγρού και να ’παιρναν κι απ’ αυτούς όσους θα μπορούσαν. Έτσι λίγες μέρες πριν την απόδραση πήραν τους έξι άλλους και έμεινε μόνο ο «άρρωστος» Μαρκοβίτης για να μεταφερθεί όταν θα του έπεφτε ο «πυρετός». Έτσι μπόρεσε κι αυτός να αποδράσει."

(Από το βιβλίο του Κώστα Γκριτζώνα «Κόκκινοι δραπέτες 1920-1940», εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα 1985)

'Εκεί, στο πλαίσιο των ατέλειωτων συζητήσεών τους πάνω στα ιδεολογικά τους προβλήματα, αποφασίστηκε η απόδραση.

Προσφερότερη μέθοδος, έπειτα από πολλές συζητήσεις, παρουσιαζόταν το «σάλτο».

Η συζήτηση δεν γινόταν με όλους, αλλά μόνο με εκείνους που ήταν απαραίτητο να το γνωρίζουν. Όσοι θα δραπέτευαν και 3-4 που θα βοηθούσαν, ανάμεσα στους οποίους και ο Κλάρας.

Το Κόμμα είχε ήδη ειδοποιηθεί, είχε εγκρίνει και είχε κινήσει τον μηχανισμό του για την επιτυχία του εγχειρήματος.

Κριτήριο για το ποιοι θα δραπετεύανε ήταν η ποινή (2 χρόνια και πάνω με εξορία) και οι ανάγκες που είχε έξω η οργάνωση.

Γρηγόρης Γρηγοριάδης,
ο «κόκκινος δεκανέας»
(Από το βιβλίο του Δ. Γκιώνη
«Οι μεγάλες αποδράσεις»)
Το κλειδί της επιτυχίας ήταν ο δεκανέας Γρηγόρης Γρηγοριάδης από τη Χαλκίδα, μυστικό μέλος της νεολαίας του ΚΚΕ, ο οποίος βρέθηκε αποσπασμένος, σαν δεκανέας «αλλαγής» στις φυλακές Συγγρού. Λίγες μέρες μετά την ένταξή του εκεί εξαφανιζόταν μαζί με τους 7 κομμουνιστές.

Πρέπει με την ευκαιρία να διευκρινιστεί, ότι την εποχή εκείνη, ενώ την εσωτερική φρούρηση των φυλακών είχε η Σωφρονιστική υπηρεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης, η εξωτερική φρούρηση είχε ανατεθεί στο στρατό και πολλές φορές στελνόντουσαν για φρουροί νεοσύλλεκτοι ή άλλοι φαντάροι χωρίς πείρα και γνώσεις από φυλακές.

Δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο αν ο δεκανέας ήρθε μυημένος για την απόδραση. Ούτε αν η απόσπασή του προωθήθηκε από παράγοντες που επηρέαζε το Κόμμα. Η ταχύτητα ωστόσο που έδρασε ενισχύει την άποψη ότι είχε μυηθεί.

Η λίμα

Από τις πρώτες κιόλας ώρες που έφτασε ο Γρηγοριάδης έπιασε επαφή με τον πυρήνα των δραπετών. Φρουρός δεκανέας ήταν, δεν είχε πολλές δυσκολίες.  Μετά 2-3 ημέρες τους προμήθεψε μια μικρή ισχυρή λίμα.

Το παράθυρο που έβλεπε στο προαύλιο είχε 4 κάγκελα. Τα δυο πρώτα τα έκοψαν την άλλη μέρα, την ώρα που οι περισσότεροι φυλακισμένοι σουλατσάριζαν στο προαύλιο.

Ένας (κατά πάσα πιθανότητα ο Παπαρήγας, που ήταν μηχανουργός) έκοβε και οι άλλοι, σκορπισμένοι κατάλληλα, επέβλεπαν. Η λίμα ήταν πραγματικά θαυματουργή. Κοφτερή, λεπτή και αθόρυβη.

Δεν έκοψαν τελείως τα κάγκελα. Άφησαν λίγο, ίσα που να στηρίζονται στη θέση τους.

Την άλλη μέρα έκοψαν και τ’ άλλα δυο. Ένα μέρος του δρόμου προς την ελευθερία είχε ανοίξει. 'Εκείνοι είχαν από δω και πέρα να προετοιμάζονται και να περιμένουν. Τα υπόλοιπα έπεφταν στο ρόλο του Γρηγοριάδη και των συντρόφων τους απ’ εδώ.

Στο βαρύ έργο του Γρηγοριάδη ήταν η απομάκρυνση δυο φρουρών. Εκείνου που σουλατσάριζε στη σκοπιά που βρισκόταν στο ύψος της φυλακής και του άλλου που φύλαγε στη σκοπιά του προαυλίου.

Γράφτηκε μετά την απόδραση ότι ο Γρηγοριάδης είχε αποπειραθεί να ναρκώσει τους φρουρούς με γλυκίσματα «ποτισμένα με ειδική σκόνη» που τους πρόσφερε. Εκείνοι όμως, «κατά περίεργον σύμπτωσιν —όπως έγραψε εφημερίδα— απεποιήθησαν τα γλυκίσματα πλην δυο, οι όποιοι τα έθιξαν ελαφρά». Το πράγμα, από την ίδια την περιγραφή του, δεν φαίνεται ν’  ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ορίστηκε σα νύχτα φυγής η 13η Απριλίου. Τα πράγματα όμως ήρθαν ανάποδα. Οι φρουροί δεν ήταν του χεριού του Γρηγοριάδη. Αποφασίστηκε ν’ αναβληθεί για την επόμενη.

Ο Κώστας Ευτυχιάδης
(Από το βιβλίο του Δ. Γκιώνη
«Οι μεγάλες αποδράσεις»)

Αναπάντεχος μπελάς του δεκανέα ήταν τα τηλεφωνικά σύρματα της φυλακής που έκοψαν οι απ’ έξω, για να εξασφαλίσουν καλύτερα την διαφυγή και δεν είχαν καιρό να τα ξανασυνδέσουν. Μαζί με τους αρμόδιους της φυλακής, ο Γρηγοριάδης βάλθηκε με χτυποκάρδι ν’ αναζητάει πού οφειλόταν η τηλεφωνική διακοπή. Όταν ανακαλύφτηκαν τα κομμένα σύρματα, υποστήριξε κι αυτός μαζί με τους άλλους την άποψη ότι θα κόπηκαν από τον αέρα, και το απρόβλεπτο αυτό επεισόδιο πέρασε χωρίς συνέπειες.

Τα πράγματα μελετήθηκαν καλύτερα για τη νύχτα που ερχόταν. Για τους μέσα δεν υπήρχε μεγάλο πρόβλημα. Ετοιμάστηκαν, λούφαξαν και περίμεναν το σύνθημα.

Γύρω στα μεσάνυχτα, ο Γρηγοριάδης, καθώς άλλαζε τον φρουρό του πύργου, του υπόδειξε να μην κάνει βόλτες στο υπερώο, όπως επιβαλλόταν για την καλύτερη εποπτεία του χώρου, αλλά να καθίσει στο βάθος της σκάλας «για να μην πουντιάσει», πράγμα που ο άλλος το δέχτηκε με ευγνωμοσύνη.

Απόμενε ο σκοπός του προαυλίου που συνέβη, όχι εντελώς τυχαία, να είναι εκείνο το βράδυ ένας αγαθός φαντάρος.

— Έχω τρομερό πονοκέφαλο, του λέει ο Γρηγοριάδης. Πετάξου στου Χαροκόπου να μου πάρεις μια ασπιρίνη.

Ο φαντάρος αρνήθηκε στην αρχή.

— Κυρ - δεκανέα, αν έρθει η έφοδος θα βρω τον μπελά μου.

— Θα μείνω εγώ στη θέση σου, τον καθησύχασε ο Γρηγοριάδης παίρνοντάς του το όπλο και δίνοντάς του χρήματα να πάρει ασπιρίνη και τσιγάρα.

Ο φαντάρος πείστηκε και αναχώρησε. Μόλις πέρασε την πύλη, ο Γρηγοριάδης άρχισε να σιγοτραγουδάει. Ήταν το σύνθημα.

Αμέσως οι άλλοι τράβηξαν τα κάγκελα από το παράθυρο και έριξαν το σκοινί που είχαν φτιάξει από κουβέρτες, που τις είχαν κόψει σε στέρεες λουρίδες.

Οι περισσότεροι κρατούμενοι κοιμόντουσαν βαριά και δεν πήραν χαμπάρι τι έγινε, ενώ οι μυημένοι βοήθαγαν τους συντρόφους τους που έφευγαν, φροντίζοντας παράλληλα να καθησυχάσουν εκείνους που ή ήταν ξύπνιοι ή ξύπνησαν και ζητούσαν να πληροφορηθούν τι γινόταν.

Ο Θανάσης Κλάρας
"Την ίδια στιγμή ο Κλάρας μαζί με τους Ευτυχιάδη, Μαρκοβίτη και Καρασκόγια, πιάσανε όλοι μαζί τα πριονισμένα σίδερα του κάγκελου και το λύγισαν έτσι που να γίνει το άνοιγμα στο παράθυρο απ' όπου θα περνούσαν οι δραπέτες. Στο γύρισμα του λυγισμένου σίδερου έδεσαν γρήγορα-γρήγορα το σχοινί από το οποίο θα πιάνονταν για να ριχτούν στο κενό από ύψος 8 μέτρων περίπου.

Με τη σειρά που είχε καθοριστεί, άρχισαν να κατεβαίνουν. Ο Κλάρας, μπροστά στο παράθυρο, κρατώντας με το ένα του χέρι το σχοινί βοηθούσε με το άλλο τους συντρόφους του να περνούν από το άνοιγμα του παράθυρου και να κατεβαίνουν, ένας-ένας αρχίζοντας με το Χαϊτά.

Δεν έλειψαν ωστόσο και τα ξαφνιάσματα, που δυνάμωναν την αγωνία, ιδιαίτερα εκείνων που ετοιμάζονταν να ριχτούν από το παράθυρο. Όταν έφτασε η σειρά του Ασίκη άναψε το κόκκινο φως. Αυτό σήμαινε ότι κάτι παρουσιάστηκε. Ο Κλάρας τους σταματάει... Νεκρική σιγή... Περιμένουν με τρομερή αγωνία... Σε λίγο και πάλι το πράσινο φως... Συνέβηκε να περνάει εκείνη τη στιγμή έξω από τη φυλακή μια παρέα ξενύχτηδων μεθυσμένων και δόθηκε το συνθηματικό να σταματήσει το κατέβασμα, μέχρι που να περάσουν οι εύθυμοι Αθηναίοι... Συνεχίστηκε το κατέβασμα. Μα και πάλι μια μικροαναποδιά στον Ασίκη... Πριν φτάσει να πατήσει στη γη, το σχοινί κόπηκε, αλλά ευτυχώς δε χτύπησε γιατί το ύψος από το σημείο απ' το οποίο κόπηκε το σχοινί, ήταν περίπου δυο μέτρα. Παρουσιάστηκε μια στιγμιαία ανωμαλία και σύγχυση... Ο Κλάρας όμως έτρεξε γρήγορα στο κρεβάτι του Αποστόλου, άρπαξε μια κουβέρτα, την κρέμασε κάτω και σ' αυτή ο δεκανέας έδεσε πάλι το σχοινί και το τράβηξαν οι άλλοι από πάνω. Έτσι συνέχισαν να κατεβαίνουν... Όταν όμως κατέβαινε ο Ορφέας Οικονομίδης, το σχοινί ξανακόπηκε, αυτή τη φορά πολύ ψηλότερα από προηγούμενα... Ο Ορφέας βρέθηκε στο κενό και θα χτυπούσε άσχημα, αν για το τυχερό του, όπως κουνούσε χα χέρια του, προσπαθώντας από κάπου να πιαστεί, δεν πιανόταν από τα τηλεφωνικά σύρματα που περνούσαν κάτω από το παράθυρο.

(…)Η δουλειά αυτή έγινε με τόση μυστικότητα, τέτοια τάξη και ησυχία, που οι συγκροτούμενοι δεν αντιλήφθηκαν τίποτα. Μόνο ο Μανωλέας που άκουσε κάποιο μικρό θόρυβο ξύπνησε, αλλά ο Κλάρας που δεν είχε καιρό να του δώσει εξηγήσεις, για να μην καθυστερήσει, του είπε με τόνο επιτακτικό: «κοιμήσου και σώπαινε!» Επίσης ένας νεολαίος αντιλήφθηκε ότι φεύγουν κι από την τρομάρα του άρχισε να τρέμει σαν ψάρι. Τον καθησύχασαν κι αυτόν."

(Από το βιβλίο του Κώστα Γκριτζώνα «Κόκκινοι δραπέτες 1920-1940», εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα 1985)

(…) Με οδηγό τον Γρηγοριάδη, πέρασαν το προαύλιο της φυλακής, την έξοδο και πήραν δρόμο μέσα στη νύχτα.

Οι σύντροφοι που έμειναν στη φυλακή τράβηξαν το σκοινί, έβαλαν τα κάγκελα στη θέση τους, ξάπλωσαν στα κρεβάτια τους και περίμεναν τη συνέχεια.

Οι απ’ έξω

Η πρώτη δουλειά της ομάδας που είχε αναλάβει να βοηθήσει απ’ έξω ήταν να κόψει, όπως και το προηγούμενο βράδυ, τα τηλέφωνα. Η δεύτερη να παρακολουθήσει τον φαντάρο που έστειλε ο Γρηγοριάδης για ασπιρίνη και τσιγάρα.

Εκείνος βρήκε ένα μαγαζάκι στου Χαροκόπου, έκανε τα ψώνια του και επέστρεφε. Μολονότι περπατούσε με την ησυχία του, ο χρόνος της απουσίας του ήταν πολύ μικρότερος από τον χρόνο που χρειαζόντουσαν οι δραπέτες για να φύγουν. Γι’ αυτό αποφάσισαν να επέμβουν και να τον καθυστερήσουν.

Μόλις ο φαντάρος περνούσε την γέφυρα του σιδηροδρόμου, είδε ξαφνικά τρεις άγνωστους να ξεπετάγονται μπροστά του.

Ο ίδιος υποστήριξε αργότερα ότι τον απείλησαν με περίστροφο. Μάλλον δεν χρειαζόταν, αφού και άοπλος ήταν και οπωσδήποτε εύκολος αντίπαλος.

— Έλα μαζί μας και μη βγάλεις τσιμουδιά, του είπαν.

— Τι τρέχει; έκανε εκείνος τρομαγμένος.

— Μη φοβάσαι, δεν έχεις να πάθεις τίποτα, θα κάνουμε μόνο έναν μικρό περίπατο κι ύστερα θα είσαι λεύτερος.

Τούς ακολούθησε χωρίς αντίσταση. Σ’ ένα ερημικό σημείο στα κάτω Πετράλωνα βρισκόταν ένα εργοστάσιο. Μπήκαν στο προαύλιό του και περίμεναν. Όταν πέρασε μισή περίπου ώρα τον άφησαν ελεύθερο.

— Πήγαινε κατευθείαν στη φυλακή και μην κοιτάξεις πίσω σου!

Έκανε όπως του είπαν, πανευτυχής που γλίτωνε απ αυτή τήν περιπέτεια, που δεν μπορούσε να εξηγήσει τον σκοπό της.

Στα όπλα!

Μόλις έφτασε στη φυλακή βρήκε τη φρουρά αναστατωμένη. Ο αξιωματικός εφόδου είχε βρει λίγο πριν την σκοπιά του προαυλίου κενή και κάλεσε στα όπλα. Η επιστροφή του φαντάρου και τα λεγόμενά του, σε συνδυασμό με την διακοπή του τηλεφώνου, ενίσχυσε τις υποψίες ότι κάποιοι κρατούμενοι αποπειράθηκαν ή κατάφεραν να δραπετεύσουν. Ώσπου να το εξακριβώσουν όμως πέρασε αρκετή ώρα —πολύ περισσότερη ίσως από όση χρειαζόντουσαν οι 7 δραπέτες με τον δεκανέα για να εξαφανιστούν.

Ακολούθησε εξοντωτική ανάκριση των κρατουμένων κομμουνιστών, η οποία δεν απόδωσε τίποτα. Οι 25 που απόμειναν αρνιόντουσαν να δώσουν οποιαδήποτε πληροφορία. Αναγκαστικά ο εντοπισμός των ευθυνών περιορίστηκε την άλλη μέρα στον διοικητή των φυλακών Μαρκόπουλο και στους φρουρούς. Στο μεταξύ ολόκληρη η δύναμη της Ειδικής Ασφαλείας είχε εξαπολυθεί σε μια απελπισμένη καταδίωξη των δραπετών.

Οι εφημερίδες

Οι εφημερίδες έδωσαν μεγάλη έκταση στην απόδραση, την οποία περιέγραφαν με ρεπορτάζ σαν και κείνο με το οποίο άρχισα την αφήγηση αυτής της απόδρασης.

Πολύ μελάνι καταναλώθηκε για να εξηγηθεί η περίπτωση του άψογου για την υπηρεσία του μέχρι τότε δεκανέα Γρηγοριάδη. Διεξοδικότερη απ’ όλες η «Ακρόπολις», αφού απόκλεισε την περίπτωση της χρηματοδότησής του κατάληγε: «Μόνον η βεβαίωσις ότι ηκολούθη την κομμουνιστικήν ιδεολογίαν δικαιολογεί το πραξικόπημα αυτό της παραφροσύνης».

Ο «Ριζοσπάστης», χωρίς να κρύβει την ικανοποίησή του για την επιτυχία του εγχειρήματος, έδωσε το γεγονός στο φύλλο της 16ης Απριλίου με τον ολοσέλιδο τίτλο: «Σύντροφοί μας του Συγγρού ξέφυγαν από το κλουβί της κεφαλαιοκρατίας, βρίσκονται τώρα στους κόλπους της εργατιάς και θα παλέψουν μαζί της κατά τού φασισμού».

Κολάζ των σελίδων του Ριζοσπάστη της 16/4/1931,
που αναφέρεται στην απόδραση



Δεν έλειψαν και οι «δημοσιογραφικές επιτυχίες», του είδους των αφηγήσεων από πρώτο χέρι. Στο φύλλο της 8ης Απριλίου, η «Βραδυνή», παρουσίασε «μία καταπληκτική —όπως την χαρακτήρισε— δημοσιογραφική επιτυχία», με τίτλο «Πώς εδραπετεύσαμε από του Συγγρού». Επικαλούμενη το δημοσιογραφικό απόρρητο, η εφημερίδα, δημοσίευσε σε δύο συνέχειες μία ανώνυμη περιγραφή της απόδρασης —αυθεντική, κατά τούς ισχυρισμούς της αφήγηση ενός από τους δραπέτες— γαρνιρισμένη με το δημοσιογραφικό στυλ της εποχής, από το οποίο άλλωστε έβγαινε και η θέση της απέναντι στους κομμουνιστές.

Αξίζει να δώσω ένα δείγμα γραφής από την εισαγωγή και το φινάλε αυτής της «συνέντευξης». Η εισαγωγή:

«Τον είδα σ’ ένα απόμερο μικρό καφενεδάκι της πρωτευούσης. Βρισκόμαστε αντίκρυ ο ένας στον άλλον! Στυγνός, κακοντυμένος αλλά καθαρός, έχει δύο μάτια που λάμπουν σαν ύαινας και μαρτυρούν μεγάλη αποφασιστικότητα.   Παρά  την  προσδοκία μου  τον βρήκα «άνθρωπο» με τα χαρακτηριστικά που έχομεν όλοι μας. Μύτη, μάτια, αυτιά, ποδάρια κλπ.».

Και το φινάλε: «Η δουλειά μας είναι στην Αθήνα, όλοι είμεθα μέλη της Κομματικής Οργάνωσης Αθηνών και έχομεν υποχρέωσιν να μείνωμεν και να εργασθώμεν εδώ.

— Δεν φοβάσθαι ότι θα σας ξαναπιάσουν;

— Η απόδρασίς μας δεν είχε σκοπό να μας αποδώση την ελευθερίαν αυτήν καθ’ εαυτήν. Αποδράσαμεν δια να ελευθερωθώμεν και να εργασθώμεν. Αν μας ξαναπιάσουν είνε άλλος λόγος, θα προσπαθήσωμεν πάλι να δραπετεύσωμεν…

Εκύτταξα τον συνομιλητήν μου δυνατά στα μάτια. Η αποφασιστικότης του εν συνδυασμώ με την αδιαφορίαν δια το άτομόν του (κοινώς λεγόμενον τομάρι) ήτο ζωγραφισμένη μέσα…».

Ο «Ριζοσπάστης» χαρακτήρισε φανταστική τη συνέντευξη αυτή της «Βραδυνής» και πλαστό το γράμμα ενός δραπέτη που δημοσίευσε μια άλλη. Σε αντιπερισπασμό δημοσίευσε μια διακήρυξη των δραπετών, στην οποία διατράνωναν την απόφασή τους να συνεχίσουν «πιο αποφασιστικά και θαρραλέα τον επαναστατικό αγώνα κάτω από τις γραμμές του κόμματος της προλεταριακής επανάστασης, του Κομμουνιστικού Κόμματος και της ηρωικής Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών».

Μια ζωή διωγμούς

Παρά το ανελέητο κυνηγητό της Ειδικής δεν πιάστηκε κανένας από τους δραπέτες. Οι περισσότεροι έμειναν και δούλεψαν για το Κόμμα για να ξαναπιαστούν στα σκληρά χρόνια που ακολούθησαν. Μερικοί έφυγαν κατά καιρούς στο εξωτερικό.

Στους τελευταίους αυτούς ανήκει και ο «κόκκινος δεκανέας» ο Γρηγόρης Γρηγοριάδης, ο όποιος ζει ακόμα (1976) στη Σοβιετική Ένωση. Η περίπτωσή  του είναι από τις πιο βαριές —λιποταξία σε ώρα υπηρεσίας, συνεργασία σε ομαδική απόδραση κλπ.— και κανένα από τα μέτρα που έχουν παρθεί κατά καιρούς για την επιστροφή των πολιτικών προσφύγων δεν τον καλύπτει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: