Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Η γιορτή της ειρήνης και της αγάπης (Μακρόνησος 1948)

Β΄ Τάγμα Σκαπανέων. Στις αρχές του 1948.
(Φωτογραφία από την «Ιστορία της Μακρονήσου»
του Νίκου Μάργαρη)

Έτσι, φτάσαμε ως τη Μεγάλη Δευτέρα. Στο πρωινό προσκλητήριο κατέβηκε κι ο διοικητής* μαζί με το επιτελείο του. Δεν ανησυχήσαμε. Αξιωματικοί και αλφαμίτες ήταν άοπλοι.

Ο διοικητής ανέβηκε πάνω σ’ ένα πεζούλι, κορδώθηκε κι άρχισε να μιλάει:

—Αρχίζει ή αναδημιουργία του τάγματός μας. Ηθική και υλική. Θα ξηλώσωμεν αυτά τα γύφτικα τσαντίρια και θα δημιουργήσουμε ένα καταυλισμόν εφάμιλλον των ευρωπαϊκών στρατώνων, ώστε να έχετε ανέσεις και να διάγητε βίον ευχάριστον. Θα αφιερώσω την ζωήν μου για σας. Θα βρήτε στοργήν και δικαίαν μεταχείρισιν. Θα σας αναπλάσω και θα εκριζώσω εκ των ψυχών σας το κομμουνιστικόν μίασμα και θα σας εμβαπτίσω εις τα ελληνικά νάματα.

Δεν μπόρεσε τ’ αφτί μου να πάρει περισσότερα γιατί κάμποσοι διπλανοί μου άρχισαν να κρυφογελάνε με τα λόγια του διοικητή κι έτσι δεν άκουσα ούτε πώς τέλειωσε το λόγο του.

Απ’ την άλλη κιόλας μέρα άρχισε το «δημιουργικό» έργο. Καλέσανε όλους τους ειδικούς: πολιτικούς μηχανικούς, αρχιτέκτονες, εργολάβους, ψευτοεργολάβους, καλφάδες, μαστόρους. Αποτέλεσαν το τεχνικό επιτελείο. Αυτοί είχαν το πρόσταγμα. Εμείς, η μάζα, κάναμε ό,τι μας διατάζανε. Ξηλώναμε τις σκηνές. Κουβαλούσαμε αγκωνάρια. Χτυπούσαμε καλέμι. Δουλεύαμε κασμά και φτυάρι. Δούλεψε και φουρνέλο μεριές μεριές. Ανακαλύψαμε και δυο τούρκικους ομαδικούς τάφους. Είκοσι νεκροκεφαλές και κάτι μακριές κοκάλες.

Με το σουρούπωμα σταματούσαμε. Το συσσίτιο, όπως πάντα, της φτωχομάνας: Σπανακόρυζο (καναδέζικο) και κρεμυδόζουμο. Ή κάτι παρόμοιο.

Στον ύπνο πέφταμε ξεροί. Είχαν σταματήσει τα καψόνια για την αποκήρυξη.

Μια βδομάδα κράτησε ο οργασμός. Το Μέγα Σάββατο όλα είχαν πάρει τέλος. Τα καινούργια τσαντίρια ήταν στημένα, ο χώρος για το προσκλητήριο έτοιμος. Μεγάφωνα —που τα βγάλαμε χουγιάστρες— στήθηκαν κι όλα είχαν σοβαντιστεί κάτασπρα και γαλάζια. Γλάστρες με λουλούδια, γύψινα αγαλματάκια — προτομές του Κολοκοτρώνη και του Μιαούλη, μικροσκοπικοί Παρθενώνες, σημαιοστολισμός…

Σε κάμποσες ώρες η Ανάσταση, ξημερώνει Λαμπρή.

Κάτι πραγματικά άλλαζε στο τάγμα… Ο καινούργιος διοικητής φως φανερό πως εφαρμόζει άλλη ταχτική.

Γαλήνια, γλυκιά, ήσυχη νύχτα. Το φεγγάρι τα μόρφαινε όλα. Κι η θάλασσα; Να την κόβεις με το μαχαίρι. Άνοιξη, βλέπεις. Αλλού θάχανε μπουμπουκιάσει τα δέντρα. Χίλιων λογιών αγριολούλουδα θα στόλιζαν την καταπράσινη γη. Πέρα η αντικρινή πολιτεία ολόφωτη. Εκεί οι άνθρωποι ετοιμάζονταν για την εκκλησιά, για την Ανάσταση…

Ο ύπνος με νανούριζε. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα κιόλας χωρίς χιτώνιο, χωρίς τη χοντρή φανέλα, χωρίς άρβυλα… Ξάπλωσα κλείνοντας τα μάτια…

Πόσο άραγες να κοιμήθηκα; Δεν πρόλαβα να το σκεφτώ…

Ένα χέρι μ’ αρπάζει δυνατά και με σέρνει απ’ τα μαλλιά έξω απ’ τη σκηνή. Συνήρθα μεμιάς. Δεν ήταν όνειρο. Αυτό γινόταν σε όλους γύρω μου…

Μάζωξαν καμιά τρακοσαριά νοματέους, μισόγυμνους, ξυπόλητους. Γύρω γύρω αλφαμίτες εξαγριωμένοι. Ένας αξιωματικός μάς πρόσταξε να τρέχουμε ένας ένας γύρω από τον καταυλισμό. Οι αλφαμίτες «αναπτυχθήκανε», ανά πέντε περίπου μέτρα ένας. Αρχίσαμε το τρέξιμο σαν βρυκολακιασμένοι και καθώς περνούσαμε μπροστά απ’ τους αλφαμίτες αυτοί μάς κοπανούσαν με συρματόσκοινα και ζωστήρες…

Και τρέχαμε πιο πολύ μπας και καταφέρουμε με τη γρηγοράδα να γλιτώσουμε το κοπάνισμα.

Ξυπόλητοι καθώς ήμασταν νιώθαμε τις πατούσες να πληγιάζουν και να πονάνε. Τα κορμιά αυλακώνονταν απ’ τα συρματόσκοινα. Άρχισαν τα ξεφωνητά.

Λυσσάγανε οι αλφαμίτες ακούγοντας τις φωνές και χτυπούσαν πιο μανιασμένα.

Ένας απόκανε, σωριάστηκε χάμω. Ήταν ο πρώτος.

Κλονίστηκα. Είπα μέσα μου μια στιγμή: «Όπου νάναι η σειρά μου…». "Έτρεχα, μα τα μάτια μου δεν ξεκολλούσαν απ’ αυτόν που είχε σωριαστεί.

Έτσι καθώς ήταν με τη μούρη πάνω στο χώμα και ξερνούσε αίμα, τον άρπαξαν τρεις-τέσσερις αλφαμίτες. Μεμιάς έκανα μια βρωμερή σκέψη: «Έτσι γλιτώνω κάμποσες βουρδουλιές…». Μιλούσε μέσα μου το ζωώδικο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Μα σαν είδα τους αλφαμίτες να τον ποδοπατάνε στα μούτρα, στα πλευρά, στην κοιλιά, ένιωσα να με ζεματάει η ντροπή για τη σκέψη που έκανα.

Τρέχω, τρέχω όλο και πιο γοργά, χωρίς να κοιτάζω δεξιά μήτε ζερβά, πασχίζοντας να μην ακούω θρήνους και βογγητά. Τη σκέψη μου την κυβερνάει ένας σκοπός: να μην πέσω!

Ωστόσο τρέμω το συρματόσκοινο. Σαν γλιτώνω από κανένα χτύπημα νιώθω κάποιο ξαλάφρωμα, λες πως κερδίζω κάτι…

Μούρχεται να ξεφωνίσω. Δε βαστάω άλλο. Ωστόσο κρατιέμαι. Κρατιέμαι ως τη στιγμή που το συρματόσκοινο αυλακώνει ζεματιστό το σβέρκο μου.

— Μάνα μου! ξεφωνίζω μ’ όλη τη δύναμή μου κι όμως τρέχω σαν τρελός.

Δεύτερος, ύστερα τρίτος. Πέφτουν, ενώ άλλοι βγαίνουν φωνάζοντας: αποκηρύχνω!...

Είναι λίγοι ακόμα, είναι μετρημένοι. Οι αλφαμίτες τούς τραβάνε παράμερα, τους καλοπιάνουν, τους πάνε στο γραφείο για τη δήλωση.

Εμείς οι άλλοι τρέχουμε τώρα σαν καλικάντζαροι, εντελώς μηχανικά. Όλοι φοβόμαστε μην πέσουμε, τρέμουμε και με τη σκέψη ακόμα πως μπορεί να μην αντέξουμε ως το τέλος…

Καλικάντζαροι εμείς, θεριά οι αλφαμίτες. Τόση ώρα κι ακόμα κρατάμε. Έχουν λυσσάζει, αγκομαχάνε κι αυτοί.

Σκέφτομαι κάποια στιγμή: Αν φορούσα το χιτώνιο! Αν φορούσα τ’ άρβυλα! Τι μούρθε και τάβγαλα. Πώς διάολο έκανα τέτοια κουτουράδα;».

Τώρα πια δεν τρέχω με τη δύναμη που πρωτάρχισα. Όλο και βαραίνω. Όλο και πιο σιγά. Τα πόδια μου τα νιώθω μολύβι και το στόμα στεγνό. Η γλώσσα μου ίδια ξεροψημένη τηγανίτα. Το κεφάλι μου θαρρώ πως το κεντάνε εκατομμύρια καρφοβελόνες.

Πόσο αργά κυλάει η νύχτα…

Να ξημέρωνε τουλάχιστο.

Θαρρώ πώς όλα έχουν σταματήσει, ο χρόνος, η ελπίδα.

Μονάχα ο βούρδουλας πέφτει βαρύς στο κεφάλι, στα πλευρά, στα καλάμια, στο ραχοκόκαλο. Τα μπράτσα μου είναι ματωμένα, απ’ το κεφάλι μου κυλάει αίμα, φτύνω αίμα.

Τρέχουμε, τρέχουμε, όμως τώρα πέφτουν πολλοί, άλλοι, πριν πέσουν, κοντοζυγώνουν τους αλφαμίτες και φωνάζουν: αποκηρύχνω!

Ολοένα γινόμαστε λιγότεροι, όμως τρέχουμε, τρέχουμε…

Νιώθω την ψυχή μου —να εδώ στα δόντια μου— να σπαρταράει και περιμένω από στιγμή σε στιγμή να σωριαστώ.

Οι αλφαμίτες κοπανάνε αλύπητα. Ωστόσο περίεργο. Σα να μη νιώθω πια πόνο. Είμαι όλο σκοτωμένες σάρκες και παλεύω να κρατηθώ στα πόδια μου, όρθιος, να μην πέσω.

Εκεί, καθώς σερνόμαστε, πέφτει ξερνώντας ο μπροστινός μου. Σταμάτησα κι εγώ βαριανασαίνοντας σαν ατμομηχανή. Σταματάμε όλοι — κάπου δεκαπέντε νοματαίοι.

Μαζεύονται κοντά μας κ’ οι αλφαμίτες. Είναι διπλάσιοι από μάς, ιδρωκοπημένοι, κατάκοποι.

Ανεβαίνει, σ’ ένα πεζούλι ο αξιωματικός που είχε δώσει τη διαταγή του τρεξίματος, και μάς λέει αγριεμένος:

—Ρε Βούλγαροι, αποκηρύχτε, αλλιώς θα σας χώσω στον τάφο. Ένα λεπτό έχετε καιρό, αποφασίστε.

Όλα γύριζαν μπροστά μου. Θάρρεψα πως περπατούσα με το κεφάλι κάτω και τα πόδια απάνω.

Ή φωνή ξανακούστηκε σαν καμουτσί που πλαταγιάζει:

—Μισό λεπτό ακόμα! Βούλγαροι, τομάρια, αποκηρύχτε, αλλιώς σας περιμένει ψόφος!

Τομάρια! Ένα δάκρυ γλίστρησε στην μπλαβιασμένη μούρη μου πάνω απ’ το πηγμένο αίμα…

—Όποιος αποκηρύξει ένα βήμα μπρος! ούρλιαξε. Ο διπλανός μου έκανε το βήμα. Κλονίστηκα για μια στιγμή. Λίγο ακόμα κι εγώ. Μα κρατήθηκα. Κρατήθηκαν κι οι άλλοι, ασάλευτοι, βουβοί.

—Στή θάλασσα, στη θάλασσα! μούγκρισε το αγρίμι κ’ οι άλφαμίτες ρίχτηκαν να μας αποτελειώσουν.

Ένα φοβερό τρεχαλητό αρχίνησε. Τρέχαμε κατά τη θάλασσα. Κάποιος άρπαξε μια στο κεφάλι, έβγανε γοερή φωνή και σωριάστηκε χάμω. Ποιος να του δώσει βοήθεια;

Σαν φτάσαμε στη θάλασσα σταθήκαμε.

—Γκρεμίστε τους, γκρεμίστε τους! πρόσταξε ο αξιωματικός τρέχοντας.

Πάγωσα Ήμουν ένας ζωντανός νεκρός.

— Σταθείτε, σταθείτε, θ’ αποκηρ…

Μα δεν πρόλαβα ν’ αποτελειώσω. Μια σπρωξιά μ’ έριξε στη θάλασσα. Τα νερά ένα μπόι βάθος, ξέχωρα που μας πετροβολούσαν. Δεν ξέραμε όλοι κολύμπι. Μα κι όσοι ξέραμε δεν είχαμε πια δύναμη. Το παγωμένο νερό μάς έφερε τρεμούλα. Ο ένας γαντζωνόταν απ’ τον άλλο, μα οι πέτρες έτσι έβρισκαν στόχο παρ’ όλο το σκοτάδι. Αραιώσαμε…

Κάποια στιγμή έκανα να κρυφτώ σ’ ένα βραχάκι, να ξεράσω το θαλασσόνερο, να πάρω μισή ανάσα, ν’ ανοίξω τα μάτια μου. Ο αλφαμίτης με πήρε μυρουδιά, έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε πάνω μου έτοιμος να με χτυπήσει κατακέφαλα. Ζάρωσα και περίμενα. Έτρεμα. Ήθελα ν’ ανασάνω βαθιά, μα ένας κόμπος μ’ έπνιγε. Ήμουν έτοιμος να τον παρακαλέσω να με λυπηθεί, να του μολογήσω πως δεν αντέχω άλλο, να μη με χτυπήσει μια που κι αυτός ήταν σαν κι έμενα φαντάρος. Μα κρατήθηκα. Δεν έβγαλα μιλιά, αν θυμάμαι καλά. Μπορεί πάλι και να μου ξέφυγαν δυο-τρία λόγια παρακαλεστικά. Δε θυμάμαι… Ποιος μπορεί να κουμαντάρει τον εαυτό του σε τέτοιες ώρες; Ο αλφαμίτης που στεκόταν σαν χάρος από πάνω μου δε με κοπάνισε… Άπλωσε τη χερούκλα του και με τράβηξε.

—Μπρος, στον κύριο αξιωματικό! είπε και μούδωσε μια δυνατή κλωτσιά.

Παραπέρα, ανάμεσα στα βράχια, μισός μέσα στη θάλασσα μισός απόξω, καθόταν ένας φαντάρος ανακούρκουδα γελώντας χωρίς λόγο. Ήταν ο Καφταντζής.

Λίγο πιο πέρα που κουφάλιαζαν τα βράχια, στη μεγάλη σπηλιά, όπως λέγαμε, καρτερούσαν οι αξιωματικοί.

Ήμασταν πέντε. Μόλις κρατιόμασταν στα πόδια. Δεν ήμουνα πια ζωντανή ψυχή. Ένα κουρέλι, ένα τίποτα, έτοιμος να δώσω ό,τι μου ζητήσουν. Ωστόσο προσπαθούσα να κρατηθώ, να μη σωριαστώ. Τα μάτια μου έπεσαν στον διπλανό μου. Ολόγυμνος. Έσταζε αίμα. Στο πρόσωπό του σπίθιζαν δυο φωτίτσες.

Ό αξιωματικός μάς ζύγωσε. Κόλλησε το πιστόλι στην καρδιά του διπλανού μου κι ένας αλφαμίτης άρχισε να του στραμπουλίζει το χέρι.

—Αποκηρύχνεις, ρε, ναι ή όχι;

Έκλεισα τα μάτια και περίμενα τη σειρά μου. Αχ, ας έκλεινα τα μάτια για πάντα! Ναι, για πάντα!

—Είμαι τίμιος, ακούστηκε σβησμένος απ’ τον πόνο. Πήρα κουράγιο. Ήρθε η σειρά μου.

—Αποκηρύχνεις, ρε, ναι ή όχι;

Δε χρειάστηκε πια να σκεφτώ. Κάτι είπα… Ύστερα, ύστερα πια δε θυμάμαι… Το παγωμένο θαλασσόνερο με ζωντάνεψε. Στεκόμουνα πάλι όρθιος, πλάι μου δυο ακόμα.

Ο αξιωματικός στριγγλίζει:

—Μίλα, ρε! Ναι ή όχι;

Απόκριση δεν πήρε καμιά. Αρπάζει το συρματόσχοινο από το χέρι ενός αλφαμίτη κι αρχίζει να χτυπάει. Το σύρμα κολλάει σαν βδέλλα στο μουσκεμένο κορμί και νιώθω το πετσί μου να σκίζεται. Μας αρχίζουν τις κλωτσιές και μάς σωριάζουν χάμω. Τούφες τούφες ξεριζώνουν τα μαλλιά, νιώθω τις αρβυλόπροκες να μου σιδερώνουν τη μούρη, μου στραμπουλίζουν το ζερβί μου χέρι… Η σπηλιά αντιβουίζει απ’ τα ξεφωνητά. Για να πνίξουν τα ξεφωνητά μας πυροβολούν με τα πιστόλια τους καμιά δεκαριά φορές στον αέρα και σύγχρονα μάς μπουκώνουν το στόμα με κουρέλια… (Αργότερα μάθαμε πως κάποιοι που άκουσαν τις φωνές μας, το πιστολίδι κ’ ύστερα τη βουβαμάρα, βγάλανε το συμπέρασμα πως μας ξέκαναν). Μερικοί αποκήρυξαν…

…Ανάρια ανάρια ακούγονται βογγητά. Κάνω ν’ ανοίξω τα μάτια, τίποτα. Δοκιμάζω να κουνηθώ, μα δεν τα καταφέρνω. Δεν ορίζω τον εαυτό μου. Τα χέρια δε δουλεύουν, μήτε τα πόδια. Μουλιάζω στο αίμα και το κορμί μου καίει. Έτσι αποκαμωμένος ακούω μόνο τ’ αγκομαχητά που ολοένα σβήνουν. Γιατί σβήνουν; Η αγωνία αρχίζει να με σφίγγει. Γιατί σβήνουν τ’ αγκομαχητά; Ήθελα να κλάψω, να κλάψω δυνατά, μα δάκρυ δεν κυλάει.

Ακούω καλά.

Απ’ την απέναντι πολιτεία φτάνουν αχνά στ’ αφτιά μου γλυκόηχοι χτύποι… Είναι η Ανάσταση και χτυπάνε οι καμπάνες στις εκκλησιές. Είναι η μεγάλη γιορτή της Αγάπης και της Ειρήνης ανάμεσα στους ανθρώπους… Χτυπάνε οι καμπάνες…

***

Έτσι «γιορτάστηκε» η Λαμπρή στο Β' Τάγμα. Τα Πάθη του Χριστού τελείωσαν με την Ανάσταση. Τα πάθη των σκαπανέων συνεχίστηκαν και μετά το Πάσχα. Η διαταγή του Τζανετάτου «τάξις και εργασία» έγινε «σύνθημα» σ’ όλο το Στρατόπεδο. Σύνθημα που… γκρέμιζε τον κομμουνισμόν από τας καρδίας των πλανηθέντων και έχτιζε… και τι δεν έχτιζε!...

Το παραπάνω απόσπασμα από το βιβλίο «Μακρονήσι» του Φίλιππα Γελαδόπουλου περιλαμβάνεται στην δίτομη συγκλονιστική Ιστορία της Μακρονήσου, του Νίκου Μάργαρη (1966), καθώς και στο βιβλίο του Αντώνη Ι. Φλούντζη «Στο κολαστήριο της Μακρονήσου» (εκδ. Φιλιππότη, 1984).

(*) Διοικητής ήταν ο δήμιος Γεώργιος Τζανετάτος. 

Ο δήμιος Γεώργιος Τζανετάτος
(Φωτογραφία από την «Ιστορία της
Μακρονήσου» του Νίκου Μάργαρη)

Στην «Ιστορία της Μακρονήσου», του Νίκου Μάργαρη διαβάζουμε ότι ο Τζανετάτος ήταν «μόνιμος λοχαγός Πυρ)κού σε αποστρατεία. Το 1947 ανεκλήθη στο Στρατό και διορίζεται υποδιοικητής στο Κέντρο Διερχομένων Πειραιώς με διοικητή τον ταγματάρχη Γ. Ραΐση και υπασπιστή τον υπολοχαγό Πυρ)κού Δημ. Παλπάνα (που αργότερα τοποθετήθηκε στη ΣΟΑ). Το επιτελείο αυτό ανήκει στη δύναμη της ΒΧΙ και φροντίζει για τη μετακόμιση στη Μακρόνησο των αποστολών που αποβιβάζονται στον Πειραιά. Το Φεβρουάριο του 1948 μετατίθεται στη Μακρόνησο και με το βαθμό του ταγματάρχη αναλαμβάνει τη Διοίκηση στο Β΄ Τάγμα Σκαπανέων. Ήταν άνθρωπος εμπαθής, στενοκέφαλος και πολύ εγωιστής. Οι γραμματικές του γνώσεις και γενικά το πνευματικό του επίπεδο ήταν πολύ χαμηλά. (Β.)».

Ο Αντώνης Ι. Φλούντζης πιάστηκε, βασανίστηκε και κρατήθηκε  για 24 συνολικά χρόνια σε διάφορα στρατόπεδα – φυλακές και τόπους εξορίας (και στη Μακρόνησο), και σαν  γιατρός που ήταν πρόσφερε τις υπηρεσίες του στους συγκρατούμενούς του και στους κατοίκους των τόπων της εξορίας του. Αφού παραθέτει και ο ίδιος στο βιβλίο του το παραπάνω απόσπασμα από το βιβλίο του Φ. Γελαδόπουλου, σημειώνει:

«Παρέθεσα το απόσπασμα αυτό για να δείξω ως πού φτάνει η ξετσιπωσιά και το θράσος των υμνητών του Τζανετάτου κι όλων των άλλων αδίστακτων κι ασυνείδητων αναμορφωτών που ανέλαβαν και υλοποίησαν το θαύμα της Μακρονήσου. Γι’ αυτούς ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Η ψυχολογική και σωματική βία, οι νεκροί, οι τρελοί, οι σακάτηδες είναι παραμύθια ανάξια λόγου.»

Και μιας κι ο λόγος περί ξετσιπωσιάς, ας δούμε πώς παρουσιάζεται από τους ξετσίπωτους υποστηρικτές των «αναμορφωτών» ο υπάνθρωπος Τζανετάτος:

«Από της 17ης Φεβρουαρίου 1948 που ο Γεώργιος Τζανετάτος ανέλαβε την Διοίκησιν του Τάγματος έργα πολιτισμένα και ειρηνικά, έργα που δείχνουν την ανωτερότητα των σκέψεων και προσπαθειών χτίστηκαν εκεί που μέχρι χθες δεν υπήρχε παρά χώμα και πέτρα …Τώρα ο επισκέπτης σαν θαρθεί στο Τάγμα μας, θα μείνει έκθαμβος και έκπληκτος μπροστά στα τόσα δημιουργήματα, που η άοκνος εργασία των στρατιωτών μας εδημιούργησε με το τραγούδι στο στόμα και την Ελλάδα στην καρδιά.» (Και αυτό από την «Ιστορία της Μακρονήσου», του Νίκου Μάργαρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: