Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Όταν απαγορεύτηκαν τα βιβλία του Στάλιν και του Τάσου Λειβαδίτη ― Ο εισαγγελέας που δεν «έκλεισε τα μάτια», η θριαμβευτική αθώωση του ποιητή και η απόδοση των κατασχεθέντων βιβλίων

Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης εξόριστος στον Αη Στράτη

Βρισκόμαστε στα 1955. Οι πληγές που άφησε πίσω του ο εμφύλιος ακόμα αιμορραγούν. Ο λαός μας προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του μαζεύοντας ό,τι απόμεινε από τη στάχτη. Το κράτος των νικητών «χτίζεται» με τη «βοήθεια» των αμερικανών φίλων τους (ΗΠΑ), στη χώρα των οποίων κορυφώνεται η αντικομμουνιστική εκστρατεία που θα μείνει στην ιστορία με τον όρο «μακαρθισμός».
Σ’ αυτό το κράτος, λοιπόν, δεν χωράνε οι δεκάδες χιλιάδες μαχητές του ΔΣΕ που κατέφυγαν στις λαϊκές δημοκρατίες του βορρά και της ανατολής. Αυτό το κράτος δεν έχει άλλον τόπο για χιλιάδες ανθρώπους, πέρα απ’ τα σκοτεινά κελιά των φυλακών και την άνυδρη γη κάποιων νησιών.

Οι αντίθετες στο καθεστώς ιδέες και πρώτοι απ’ όλους οι κομμουνιστές βρίσκονται υπό ανηλεή διωγμό. Μια βιομηχανία καταδικαστικών αποφάσεων, στηριγμένη σε εκδικητικούς και απάνθρωπους νόμους και ψηφίσματα, σπέρνουν τη φρίκη και τον τρόμο. Για ψύλλου πήδημα δικάζουν και καταδικάζουν σ’ ατέλειωτα χρόνια φυλάκισης και εξορίας αγωνιστές που δεν ανταλλάσσουν τις ιδέες τους με την ταπείνωση. Ανάμεσα στους χιλιάδες φυλακισμένους και εκτοπισμένους βρίσκονται πολλοί λογοτέχνες και καλλιτέχνες. Αναφέρουμε μερικούς μόνο από αυτούς: Μενέλαος Λουντέμης, Θέμος Κορνάρος, Φώτης Αγγουλές, Γιάννης Ρίτσος, Νίκος Παπαπερικλής, Γιώργος Φαρσακίδης, Τάσος Λειβαδίτης.

Αυτόν τον βούρκο της επίσημης βίας και αυθαιρεσίας, θα έρθει ν’ αναταράξει, στις αρχές του Φλεβάρη του 1955, μια θαρραλέα δικαστική απόφαση. Όμως, ας πάρουμε την ιστορία μας απ’ την αρχή…

Την 10η του Δεκέμβρη 1953 οι δυνάμεις καταστολής του κράτους που περιγράψαμε μόλις πιο πάνω, αποφασίζουν να την «τιμήσουν» με επιδρομή στα βιβλιοπωλεία και κατάσχεση όσων αντιτύπων μπόρεσαν να βρουν, από δυο… εξαιρετικά επικίνδυνα (όπως… θα φανεί στη συνέχεια) βιβλία. Τι τίμησαν με την  ενέργειά τους αυτή οι «Κλουζώ» της Ασφάλειας; Την  «Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», που είχε ήδη καθιερωθεί ως τέτοια, όπως άλλωστε και  τόσες άλλες ακόμα «παγκόσμιες ημέρες» που ο δυτικός κόσμος θεσπίζει για να καλύψει τις «αμαρτίες» που διαπράττει τις υπόλοιπες 364 μέρες του χρόνου. Τα βιβλία που κατασχέθηκαν είναι η μελέτη του Ιωσήφ Στάλιν «Τα οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» και το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου».

Η διαταγή του εισαγγελέα βασίζεται στον ΑΝ 509 (νόμος περί «Ασφαλείας του Κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών»), που χαρακτηρίζει το περιεχόμενο των βιβλίων  «στασιαστικόν και στρεφόμενον κατά της ασφαλείας του Κράτους»! Και τα δυο βιβλία κυκλοφορούσαν ήδη από εξαμήνου, ενώ μεγάλα αποσπάσματα από τη μελέτη του Ι. Στάλιν είχαν αναδημοσιευτεί από κυβερνητικές και άλλες εφημερίδες! Το σκεπτικό της διαταγής, όσον αφορά το βιβλίο του ποιητή, στηρίχτηκε σε μια αυθαίρετη ανάλυση του ποιητικού μύθου (είτε από άγνοια, είτε από στοχευμένη σκοπιμότητα – και τα δυο το ίδιο πιθανά), σύμφωνα με την οποία η σκηνή όπου οι νεκροί σηκώνονται από τους τάφους τους για να ματαιώσουν έναν καινούργιο πόλεμο ερμηνεύεται ως «στασιαστική προτροπή»!

Την επόμενη κιόλας μέρα ο Τάσος Λειβαδίτης με επιστολή του στην εφημερίδα «Αυγή»  διαμαρτύρεται έντονα για την ενέργεια της Αστυνομίας, που «παραβιάζει και ποδοπατεί την ελευθερία δημοσιεύσεως των στοχασμών» και  «έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα»· τη χαρακτηρίζει «λυπηρό βήμα προς ολοκληρωτικές μεθόδους» και «μια άρνηση και της πιο στοιχειώδους δημοκρατίας». Ο ποιητής στη συνέχεια θα συλληφθεί, θα παραπεμφθεί σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και θα προφυλακιστεί.

Ο Λειβαδίτης, βέβαια, δεν είναι η μοναδική περίπτωση «επικίνδυνου» λογοτέχνη. Οι επιτροπές ασφαλείας εκείνη την περίοδο βρίσκουν «επικίνδυνα» τα έργα του Κορνάρου, του Λουντέμη, του Παπαπερικλή και στέλνουν στην εξορία τους συγγραφείς τους. Η αστυνομία στο Κιλκίς επικηρύσσει… τα απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη, ο εισαγγελέας του Καρπενησιού απαγορεύει τα έργα του Ιλία Έρεμπουργκ, το υπουργείο Ασφαλείας εξορίζει τους μεταφραστές του Βίκτορος Ουγκώ! Στην εξορία θα βρεθεί επίσης και ο Αντρέας Πάγκαλος, για τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου του Ι. Στάλιν.

Η δίκη

«Μπορεί να ελπίσει κανείς; Ο Λειβαδίτης αθωώθηκε, Η ελληνική δικαιοσύνη στάθηκε στο ύψος της. Στον Εισαγγελέα που έκρινε τα στοιχεία της κατηγορίας και τα επίδικα πνευματικά έργα, γνωρίσαμε μια φυσιογνωμία από κείνες που είχαμε χρόνια ν’ απαντήσουμε στην Ελλάδα. Με το στόμα του μίλησε το πνεύμα της Δημοκρατίας, που τόσο έχει κακοποιηθεί στον τόπο μας και σαν έννοια και σαν πολιτική πράξη. Από το δικαστήριο αυτό μας ήρθε μια πνοή αισιοδοξίας. Ένα φως ανθρωπιάς, πολιτισμού και ψυχικής ξαστεριάς αναδίνεται απ’ αυτή την απόφαση, φως παρήγορο μέσα στο σκοτάδι που τόσα χρόνια τώρα σκεπάζει την ελληνική ζωή», θα γράψει ο Μάρκος Αυγέρης στην Αυγή της 13ης του Φλεβάρη 1955.

Η μη αναμενόμενη αθώωση του ποιητή (και του Αντρέα Πάγκαλου) και η διαταγή του δικαστηρίου για απόδοση των κατασχεμένων βιβλίων ήρθε κι έσκασε σαν τα βεγγαλικά που η λάμψη τους σκίζει το σκοτάδι της νύχτας. Το αποτέλεσμα της δίκης μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ως μια θριαμβευτική νίκη για τις δυνάμεις που αντιπάλευαν τα σκοτάδια της αντίδρασης, αφενός γιατί η δίκη πήρε μεγάλες διαστάσεις στο πανελλήνιο, αλλά και για έναν ακόμα λόγο: η  αγόρευση του Εισαγγελέα Εφετών Λάσκαρη (όπως θα δούμε παρακάτω) ήχησε σαν τη φωνή της ίδιας της ταλαίπωρης δημοκρατίας, που δεχόταν ένα ακόμα πλήγμα με τη δίωξη της πνευματικής ελευθερίας και της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Πολλές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών και απλοί άνθρωποι του λαού στάθηκαν δίπλα στον διωκόμενο ποιητή, στο δικαστήριο, εκείνο το πρωινό. Μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν οι λογοτέχνες, μέλη του ΔΣ της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Άγις Θέρος, Στρατής Δούκας, Λέων Κουκούλας και Χρήστος Λεβάντας, που χαρακτήρισαν το ποίημα του Λειβαδίτη «ύμνο προς την ειρήνη». Ο Άγ. Θέρος μεταξύ άλλων αναρωτήθηκε «δεν ξέρω αν έχουμε αληθινή δημοκρατία στην Ελλάδα», ενώ ο  Στρ. Δούκας τόνισε ότι «με το σύστημα της αποσπάσεως στίχων και ξεκομμένων  φράσεων και το ίδιο το Ευαγγέλιο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επαναστατικό»!

«Δικάζομαι για την ποιητική μου ιδιότητα»

Ο Τάσος Λειβαδίτης ξεκίνησε την απολογία του τονίζοντας τη μεγάλη σημασία της δίκης: «Δεν δικάζομαι για κανένα συγκεκριμένο αδίκημα, αλλά γι’ αυτή την ίδια την ποιητική μου ιδιότητα. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο θεωρώ σαν ουσία της υπόθεσης ν’ αναφερθώ, όσο μπορώ πιο σύντομα, στο θέμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η καλλιτεχνική δημιουργία είναι μια απ’ τις πιο δύσκολες και πολύπλοκες εκδηλώσεις του ανθρώπινου πνεύματος. Για να δημιουργηθεί ένας έργο τέχνης δεν φτάνει οι εξωτερικές παραστάσεις να γίνουν αντιληπτές από τον καλλιτέχνη και απλώς ν’ αντιγραφούν απ’ αυτόν, μα πρέπει αυτές οι παραστάσεις, όλο αυτό που λέμε με μια λέξη πραγματικότητα, να διοχετευτεί στην καλλιτεχνική συνείδηση, να υποστεί εκεί ένα πλήθος μεταβολές και αλλοιώσεις, να υποστεί μια αληθινή ζύμωση, ως ότου κάποτε να γεννήσει την καλλιτεχνική συγκίνηση που θα γίνει αφορμή και κίνητρο στη δημιουργία του καλλιτεχνικού έργου. Για να δημιουργηθεί αυτό το έργο που ο αναγνώστης το παίρνει και το διαβάζει για ένα βράδυ, ο συγγραφέας του μόχθησε και βασανίστηκε και μάτωσε, και πολλές φορές έκλαψε, για χρόνια».

Για το περιεχόμενο του βιβλίου του ο ποιητής είπε: «Προσπάθησα να δείξω τη φρίκη και την αθλιότητα που επισωρεύει ο πόλεμος. Να δείξω τη δραματική πείρα των δυο παγκόσμιων πολέμων. (…) Κάθε πόλεμος μαζί με τις φρικαλεότητες που διαπράττει, μαζί με τους χιλιάδες σκοτωμένους, τη διαταραχή που φέρνει στην οικονομία των χωρών, την έκλυση των ηθών και γενικά με την αναστάτωση στην ψυχολογία των ανθρώπων πούχει σαν επακόλουθο, φέρνει συγχρόνως μαζί του κι ένα ισχυρό αντιπολεμικό ρεύμα, που εκδηλώνεται σ’ όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Έτσι, μαζί με τα εκατομμύρια ξύλινους σταυρούς που φύτεψαν στη γη οι δυο τελευταίοι πόλεμοι, σκόρπισαν συγχρόνως και σπόρους για μια πλούσια άνθιση της αντιπολεμικής λογοτεχνίας. Αυτό το αντιπολεμικό ρεύμα δεν είναι μια θεωρητική άρνηση του πολέμου αλλά μια φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση σ’ έναν κίνδυνο. Είναι, θα μπορούσε κανείς να πει, η εξέγερση του παγκόσμιου ενστίκτου αυτοσυντηρήσεως μπροστά στον αφανισμό και την καταστροφή». Ο ποιητής μιλώντας για τα έργα της αντιπολεμικής λογοτεχνίας πρόσθεσε: «Ανάμεσα στα έργα αυτά φιλοδόξησα, έστω και σε μια μικρή θέση, να μπει και το δικό μου έργο».

Στη συνέχεια αναφέρθηκε αναλυτικά στο θέμα του διωγμού του πνεύματος που παρατηρείται εκείνη την εποχή με κατασχέσεις βιβλίων και διώξεις συγγραφέων, τονίζοντας πόσο μια χώρα έχει ανάγκη απ’ την τέχνη, όπως επίσης και πόσο ανάγκη έχει η τέχνη από ελευθερία για ν’ αναπτυχθεί.  Ακόμα, πως από κάθε ιστορική περίοδο δεν μένουν παρά τα έργα τέχνης και τα έργα πολιτισμού και ότι το ποσοστό πολιτισμού  μιας χώρας είναι ανάλογο με το ποσοστό της πνευματικής ελευθερίας που υπάρχει σ’ αυτή τη χώρα. Και ακόμα παρατήρησε πως το ιδανικό της ειρήνης, που είναι θέμα του έργου του, αποτέλεσε πάντοτε ένα από τα πιο ισχυρά καλλιτεχνικά κίνητρα:

«Με το βιβλίο μου αυτό προσπάθησα να προσφέρω κι εγώ τις υπηρεσίες μου στην ειρήνη. Προσπάθησα να δείξω τους χιλιάδες ξύλινους σταυρούς, τα συρματοπλέγματα, τα κρεματόρια, το φόβο. Να δείξω τη φωτιά και τον θάνατο. Και πλάι σ’ αυτά να τραγουδήσω την ελπίδα και το μέλλον. Και την ακλόνητη πίστη των ανθρώπων ν’ αγωνιστούν για την ειρήνη. Το μεγάλο αυτό θέμα, βαρύ για τους ώμους ενός νέου ποιητή, το σήκωσα μ’ όσο πάθος και σεβασμό διαθέτω. Έχω ήσυχη την καλλιτεχνική μου συνείδηση ότι έκανα τα καθήκον μου σαν υπερασπιστής της ειρήνης. Γιατί ο ποιητής ή ο συγγραφέας, απ’ τη στιγμή που θα χαράξει την πρώτη φράση του πάνω στο χαρτί είναι δεμένος με όρκο ακατάλυτο να υπερασπίσει ό,τι πιο άξιο έχει η ζωή: τη δικαιοσύνη, την αλήθεια, την ομορφιά, την ειρήνη».

Ο Λειβαδίτης στην απολογία του ουσιαστικά δεν απολογείται. Συναισθανόμενος την ευθύνη του απέναντι στη θέση του και την ιστορία υπερασπίζεται τις ιδέες του μπροστά στην έδρα, γίνεται ο ίδιος κατήγορος των διωκτών του και φέρνει στο προσκήνιο τη θέση που καλείται να πάρει ο δικαστής στη μάχη της αντίδρασης με την πρόοδο:

«Απευθύνομαι λοιπόν προς εσάς κ.κ. Δικασταί για να ζητήσω, όχι απλώς μια δικαστική απόφαση, μα τη συμπαράστασή σας, τόσο στην προστασία της ελευθερίας του πνεύματος, όσο και στην υπεράσπιση της ειρήνης. Τελειώνοντας θάθελα να τονίσω, για μια ακόμα φορά, τη μεγάλη σημασία της σημερινής δίκης, όπως επίσης και την πεποίθησή μου ότι η απόφασή σας θάναι υπέρ της πνευματικής ελευθερίας του τόπου μας και υπέρ της ειρήνης».

Ύμνος στη δημοκρατία, την ειρήνη και στο ιδανικό της πνευματικής ελευθερίας

Ο εισαγγελέας χαρακτήρισε «ατυχεστάτη έμπνευσιν» τη δίωξη βιβλίων, έκανε μνεία των ελληνικών συνταγμάτων που όλα ανεξαιρέτως προστατεύουν την ελευθερία της σκέψης και του Τύπου σαν «κορωνίδα των ελευθεριών» και που γι’ αυτό «σεμνύνεται η πατρίς».

Πιο συγκεκριμένα και με αφορμή το βιβλίο του Ι. Στάλιν τόνισε ότι «και προπολεμικώς και στα τελευταία χρόνια κυκλοφορούν ελευθέρως στην Ελλάδα βιβλία, διατυπούντα θεωρίας καθαρώς επαναστατικάς των Έγκελς, Μαρξ, Λένιν, Στάλιν κλπ. Η ελληνική πολιτεία ορθώς πράττουσα, επιτρέπει να κυκλοφορώσι τα βιβλία ταύτα, διότι ούτω δυνάμεθα να λαμβάνωμεν γνώσιν και να αντικρούομεν, αλλά και εάν είναι δυνατόν να διδαχθώμεν και να το πάρωμεν».

Αναφέρθηκε στα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα που έφερνε πάντοτε η δίωξη βιβλίων που, εκτός αυτού, έκανε διάσημους και τους συγγραφείς τους, όπως τον Ροΐδη και τον Καζαντζάκη και τόνισε ότι οι νόμοι πρέπει να εφαρμόζονται μόνο «εκεί όπου υπάρχει η πρόδηλος παραβίασίς των».

Το βιβλίο του Ι. Στάλιν «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» ο εισαγγελέας το χαρακτήρισε οικονομολογική μελέτη και επιστημονικό έργο που κυκλοφορεί ελεύθερα σε όλες τις χώρες και δεν είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί «ανατρεπτικόν».

Για το βιβλίο του Τ. Λειβαδίτη είπε ότι το διάβασε και βρίσκει ότι εξυμνεί την ειρήνη.

Ο εισαγγελέας όμως προχώρησε βαθύτερα. Καταδίκασε τον επιθετικό πόλεμο αλλά τόνισε ότι υπάρχουν και δίκαιοι πόλεμοι και τέτοιους κατονόμασε τους αμυντικούς και τους απελευθερωτικούς. Μάλιστα δεν δίστασε να «υπερασπιστεί» την ΕΣΣΔ λέγοντας ότι «και η πατρίς του σημερινού κομμουνισμού πράγματι ημύνθη ηρωικώς εναντίον των εισβολέων της και εμείς ηγωνίσθημεν κατά των επιτιθέμενων και ηγωνίσθημεν το 1821 δια την ελευθερίαν»! Θεωρούμε, βέβαια, περισσότερο πιθανό να είχε στο μυαλό του τον μεγάλο πατριωτικό πόλεμο ενάντια στους χιτλερικούς εισβολείς, παρά την επίθεση των δεκατεσσάρων καπιταλιστικών κρατών (ανάμεσά τους και η Ελλάδα!)  που επιτέθηκαν στη νεαρή σοσιαλιστική πατρίδα του Λένιν στα 1918 – 1920, όταν έκανε τη συγκεκριμένη αναφορά…

Ο εισαγγελέας καταλήγοντας τόνισε ότι η ιδεολογική τοποθέτηση ενός πολίτη και το αν είναι ή όχι κομμουνιστής δεν έχει καμιά σημασία για τον νόμο διότι δεν διώκονται οι ιδέες και ζήτησε την απαλλαγή και των δυο κατηγορουμένων.

Η αγόρευση του εισαγγελέα δημιούργησε μεγάλη ικανοποίηση στο ακροατήριο που παρακολουθούσε τη δίκη. Η απόφαση ήταν απαλλακτική για όλες τις κατηγορίες και προκάλεσε τα πιο ευμενή σχόλια στους πνευματικούς κύκλους. Το δικαστήριο  διέταξε επίσης την απόδοση των κατασχεμένων βιβλίων.

Η απόφαση σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως από τον Τύπο που παρακολούθησε με αμείωτο ενδιαφέρον τη δίκη. Εκτός από το απόσπασμα από το άρθρο του Μάρκου Αυγέρη στην «Αυγή», που παραθέσαμε νωρίτερα, ξεχωρίσαμε επίσης το χρονογράφημα του Δημήτρη Ψαθά στην εφημερίδα «Τα Νέα». Γράφει σχολιάζοντας την αθωωτική απόφαση: «Ευτυχώς. Γιατί αυτή η ιστορία της κατάσχεσης βιβλίων και του διωγμού συγγραφέων ή εκδοτών παράγινε τον τελευταίο καιρό». Και καταλήγει: «Η απόφαση αυτή πρέπει να χρησιμεύσει από δω και πέρα σαν οδηγός για τους ανθρώπους που διαθέτουν εξουσία και κάνουν του κεφαλιού τους…».

Πόσο και αν εισακούστηκε ο Ψαθάς καταγράφηκε ―κι αυτό― από την ιστορία.

Το σύστημα της εκμετάλλευσης ποτέ δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να εδραιώσει και να διατηρήσει την κυριαρχία του. Η λογοκρισία και η μέσω διώξεων προσπάθεια για υπόταξη και έλεγχο της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας, το κυνήγημα και πολλές φορές η φυσική εξόντωση δημιουργών του πνεύματος και της τέχνης, είναι κάποια από τα  μέσα αυτά, που τα χρόνια που ακολούθησαν της δίκης του Τάσου Λειβαδίτη χρησιμοποίησαν πολλές κυβερνήσεις, εκλεγμένες ή μη.

Για να μπορούμε σήμερα εμείς να εκφραζόμαστε ελεύθερα, αλλά και για να μη μας διαφεύγει ότι όταν το ίδιο σύστημα τα βρει μπαστούνια, δεν θάχει ξεχάσει τις παλιές και δοκιμασμένες εκείνες «συνταγές»…

***

Σημείωση: Για τη συγγραφή του άρθρου αντλήθηκαν στοιχεία από δημοσιεύματα της εφημερίδας «Η Αυγή» (πηγή: ΑΣΚΙ), από απομαγνητοφωνημένη εκπομπή του Ραδιοφωνικού Σταθμού Ελεύθερη Ελλάδα (πηγή: ΑΣΚΙ) και από το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης.

Τετάρτη 19 Απρίλη 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια: