Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

... Ονειρεύτηκα!


Έβλεπα στην τηλεόραση το χάρτη της Ελλάδας να γίνεται μπλε και ύστερα να γίνεται πράσινος και 'κει κάπου στο ελληνικό πουθενά σαν της καρφίτσας το κεφάλι να φαίνεται και ένα κόκκινο σημαδάκι και μ' έπιανε μια μελαγχολία! Μα μια μελαγχολία!
Γιατί το μπλε σήμαινε τις νίκες της Νέας Δημοκρατίας και το πράσινο τις νίκες του ΠΑΣΟΚ, και κείνα τα δυο κόκκινα κεφαλάκια της καρφίτσας στην Κοκκινιά και στον Αγιο Παύλο της Θεσσαλονίκης ήμασταν εμείς οι νικητές. Και ανέμιζαν οι κόκκινες σημαίες και σηκώνονταν οι σφιγμένες γροθιές. Και μπροστά πήγαιναν οι κόκκινοι δήμαρχοι και από πίσω οι νικητές προλετάριοι. Και ύστερα, λέει, οι κόκκινοι δήμαρχοι πήραν στα μεγάλα τους χέρια ένα μεγάλο σφουγγάρι και έσβησαν από το χάρτη όλα τα μπλε και όλα τα πράσινα και όλα εκείνα τα εφιαλτικά ροζ, γιατί λέει, είχανε κάνει λάθος τα exit polls και τα κανάλια που ήταν κι αυτά μέσα στο κόλπο είχανε βγάλει ψεύτικα δελτία ειδήσεων.

Και να η Ελλάδα κατακόκκινη απ' την Ορεστιάδα μέχρι την Ιεράπετρα. Οι πλατείες γέμισαν κόσμο που κυμάτιζε κόκκινες σημαίες, που σήκωνε στους ώμους του τους κόκκινους δημάρχους και ξετύλιγε πάνω στα δέντρα γιρλάντες με κόκκινα γαρίφαλα. Τα παιδιά με πράσινα φυλλαράκια καρφιτσωμένα στο πέτο τραγουδούσαν τον ύμνο της ΕΠΟΝ κι απ' τη γωνία ξεπρόβαλαν με μακριές αχτένιστες γενειάδες οι αγωνιστές του βουνού, οι λευτερωμένοι από τα ξερονήσια και τις φυλακές και από την άλλη μεριά έβγαιναν οι χαροκαμένοι της Αντίστασης κρατώντας στα χέρια τις φωτογραφίες των σκοτωμένων, γεμάτες με αίματα και δάκρυα. Και να γελάει ο Μπελογιάννης, να γελάει ο Πλουμπίδης, να γελάει ο Βασδέκης κι όλοι μαζί τραγουδώντας να δεντροφυτεύουν τις καινούριες κόκκινες πλατείες, να βάφουν τα καινούρια πεζοδρόμια με χαρούμενο ασβέστη, γιατί την επαύριο, την επόμενη μέρα, που λένε σήμερα, και που θα είχε εξαπλωθεί το μήνυμα σε όλη τη χώρα για τη μεγάλη νίκη, θ' άρχιζε η κόκκινη γιορτή και γι' αυτό όλα έπρεπε να είναι χαρούμενα, καθαρά και φρεσκοβαμμένα. Τα παιδιά να παίζουν ξένοιαστα, οι μεγάλοι να γυρίζουν από τη δουλιά κουρασμένοι, τα σχολεία να γελάνε μέσα από μεγάλα ορθάνοιχτα παράθυρα και οι παππούδες με φουσκωμένο το πορτοφόλι από την καινούρια σύνταξη να μοιράζουν στα πιτσιρίκια γλειφιτζούρια και κόκκινα μπαλόνια και οι έφηβοι να ερωτεύονται ανέμελα, γιατί τώρα πια το μέλλον δε θα τους τρόμαζε, το πτυχίο τους θα έπιανε τόπο και τα όσα έμαθαν θα περνούσαν στην αγορά. Γιατί τώρα πια η αγορά δε θα ήτανε «ελεύθερη» σκλάβα στα χέρια των καπιταλιστών ούτε θα ήτανε ένας λάκκος γεμάτος με φίδια, θα ήτανε στα χέρια του λαού για να τη διαφεντεύει για το δικό του καλό.

Ξαφνικά όμως σαν να άλλαξε κάτι οι πλατείες δεν ήτανε κόκκινες, και τα γαρίφαλα είχανε μαραθεί, τα τραγούδια είχαν χαθεί μέσα σε στόματα ξερά και πεινασμένα, οι νέοι δεν ήτανε ανέμελοι, τα πτυχία δεν έπιαναν τόπο, η γνώση δεν είχε πέραση. Ο χάρτης ξαναβάφτηκε μπλε και πράσινος και οι δυο κόκκινες στιγμές πάνω στο ελληνικό πουθενά μαράζωναν μέσα στη μοναξιά τους. Το όνειρό μου είχε τελειώσει, όπως όλα τα όνειρα. Δεν είχαμε νικήσει ούτε αυτή τη φορά. Οι προεκλογικοί μας λόγοι είχανε μείνει κρεμασμένοι στα κόκκινα μπαλκόνια αζήτητοι. Μείνανε μόνο οι φωτογραφίες των σκοτωμένων εκεί, για να μας θυμίζουν το χρέος, για να μας θυμίζουν πως δεν μπορεί, κάποτε θά 'ρθει και η δικιά μας η Κυριακή και τότε να δεις τραγούδι!

Γ. Χ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ
Ριζοσπάστης, 27 Οκτώβρη 2002

Σημείωση: Το κείμενο είναι παλαιότερο. Η φωτογραφία χτεσινοβραδυνή… (Οικοδόμος)

6 σχόλια:

Μαρία Νι είπε...

Καλημέρα Οικοδόμε.
Όμορφα τα όνειρα όμως δυστυχώς μένουν πάντα όνειρα. Καμιά φορά εξελίσσονται και σε εφιάλτες.
Το να περιμένεις αυτός ο τόπος να γίνει κόκκινος είναι σαν να περιμένεις την δευτέρα παρουσία. Το θεωρώ άκρως αδύνατο και θα σου πω γιατί.
Γιατί το να ψηφίσεις κκε δεν είναι κάτι απλό. Είναι υπόθεση βιωματική, θα έλεγα ακόμα και οικογενειακή, πάνω από κάθε πολιτική υπόσχεση ή προσμονή. Δεν μπορεί αύριο ξαφνικά να ψηφίσουμε όλοι κκε. Το μυαλό των ψηφοφόρων δεν αλλάζει και αν αλλάξει δεν μπορεί να αλλάξει το παρελθόν τους. Θα συνεχίσουν να είναι διεφθαρμένοι.
Και πες ότι το όνειρο γίνετε πραγματικότητα. Ο κόσμος μετά από μια κόκκινη Ελλάδα δεν θα είναι καθόλου ιδανικός. Δεν θα ήταν όλοι χαρούμενοι και ξένοιαστοι όπως περιγράφει το κείμενο. Μη γελιόμαστε. Μετά ο κόσμος θα ήταν πιο δύσκολος, η πρόκληση τεράστια και το βάρος μεγάλο.
Μιλάω πάντα σε σχέση με τις δεδομένες παρούσες συνθήκες.
Θέλω να πω πως είναι περισσότερο κοινωνικό το πρόβλημα. Είναι η κοινωνία η ίδια που αποτρέπει ένα τέτοιο αποτέλεσμα.
Θεωρώ ότι θα πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια για να απενοχοποιηθεί το κκε και να σου πω την αλήθεια εγώ προσωπικά δεν περιμένω να γίνει ποτέ.
Το λες και μόνος σου στο πάνω μέρος του ιστολογίου σου «Μη χάνεις το θάρρος σου εμείς πάντα το ξέραμε πως δε χωράει μέσα στους τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο…». Δεν χωρά λοιπόν το όνειρο αυτό στα μυαλά των ανθρώπων.
Τι άλλο να πω λοιπόν παρά μόνο Καλή Δύναμη.

Ανώνυμος είπε...

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΜΕ! (Πρώτο)

Κι αν πραγματικά κατορθώναμε να φτάσουμε σε σημείο που όλες οι τοπικές επιτροπές, οι τοπικές ομάδες και όμιλοι ή μια σημαντική πλειονότητά τους να καταπιαστούν δραστήρια με το κοινό έργο, θα μπορούσαμε πολύ σύντομα να εκδώσουμε μια βδομαδιάτικη εφημερίδα που θα μοιραζόταν τακτικά σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα σ’ ολόκληρη τη Ρωσία. Η εφημερίδα αυτή θα γινόταν ένα κομματάκι ενός τεράστιου φυσερού σιδηρουργού, που θα συνδαύλιζε κάθε σπίθα ταξικής πάλης και λαϊκής αγανάκτησης για ν’ ανάψει μια γενικά πυρκαγιά. Γύρω απ’ αυτή τη δουλειά, που αυτή καθαυτή είναι πολύ αθώα και πολύ μικρή ακόμα, μα τακτική και κοινή με όλη τη σημασία της λέξη, θα επιλεγόταν και θα εκπαιδευόταν συστηματικά μια μόνιμη στρατιά από δοκιμασμένους αγωνιστές. Στις σκαλωσιές ή στα μαδέρια αυτής της κοινής οργανωτικής οικοδομής θ’ ανέβαιναν γρήγορα και θ’ αναδείχνονταν από τους επαναστάτες μας οι σοσιαλδημοκράτες Ζελιάμποφ(*) κι από τους εργάτες μας οι Ρώσοι Μπέμπελ, που θα έμπαιναν επικεφαλής του κινητοποιημένου στρατού και θα ξεσήκωναν όλο το λαό για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με το αίσχος και την κατάρα της Ρωσίας.

Να τι πρέπει να ονειροπολούμε!

* * *

«Πρέπει να ονειροπολούμε!» Έγραψα τις λέξεις αυτές και τρόμαξα. Μου φάνηκε ότι βρίσκομαι σε «ενωτικό συνέδριο» και απέναντί μου κάθονται οι συντάκτες και οι συνεργάτες του Ραμπότσεγε Ντιέλο. Και να, σηκώνεται ο σύντροφος Μαρτίνοφ και στρέφεται απειλητικά σ’ εμένα: «Επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω, έχει ακόμα μια αυτόνομη σύνταξη το δικαίωμα να ονειροπολεί χωρίς να ρωτάει πριν τις επιτροπές του κόμματος;» Κι ύστερα απ’ αυτόν σηκώνεται ο σύντροφος Κριτσέβσκι και (βαθαίνοντας φιλοσοφικά στα λεγόμενα του συντρόφου Μαρτίνοφ που από καιρό πια έχει βαθύνει στις αντιλήψεις του συντρόφου Πλεχάνοφ) συνεχίζει ακόμα πιο απειλητικά: «Εγώ θα προχωρήσω παραπέρα. Ρωτώ, έχει γενικά ένας μαρξιστής το δικαίωμα να ονειροπολεί, αν δεν ξεχνά ότι κατά τον Μαρξ η ανθρωπότητα βάζει πάντα μπροστά της καθήκοντα πραγματοποιήσιμα και ότι η τακτική είναι ένα προτσές αύξησης των καθηκόντων που αυξάνουν μαζί με το κόμμα;»

Και μόνο που σκέφτομαι αυτές τις απειλητικές ερωτήσεις ανατριχιάζω σύγκορμος και δεν συλλογιέμαι παρά μόνο πού θα μπορούσα να κρυφτώ. Θα προσπαθήσω να κρυφτώ πίσω από τον Πίσαρεφ(**).


(Συνεχίζεται)

Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

Ανώνυμος είπε...

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΜΕ! (Δεύτερο)

(Συνέχεια από το προηγούμενο)

«Υπάρχει διαφορά και διαφορά — έγραφε ο Πίσαρεφ σχετικά με το ζήτημα της διαφοράς ανάμεσα στα όνειρα και στην πραγματικότητα. Το όνειρό μου μπορεί να ξεπερνάει τη φυσική πορεία των γεγονότων ή μπορεί να πάρει τελείως διαφορετική κατεύθυνση, μια κατεύθυνση όπου καμιά φυσική πορεία των γεγονότων δεν μπορεί ποτέ να φτάσει. Στην πρώτη περίπτωση το όνειρο δε φέρνει καμιά ζημιά. Μπορεί μάλιστα να υποστηρίξει και να δυναμώσει την ενεργητικότητα του εργαζόμενου ανθρώπου… Στα όνειρα αυτά δεν υπάρχει τίποτα που να διαστρέφει ή να παραλύει τη δύναμη εργασίας. Συμβαίνει μάλιστα εντελώς το αντίθετο. Αν ο άνθρωπος ήταν ολότελα στερημένος από την ικανότητα να ονειροπολεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, αν δεν μπορούσε κάπου κάπου να τρέχει μπροστά και να συλλαμβάνει με τη φαντασία του μια ακέραια κι ολοκληρωμένη εικόνα του δημιουργήματος που μόλις αρχίζει να πλάθεται μέσα στα χέρια του, τότε δεν μπορώ καθόλου να φανταστώ ποιο κίνητρο θα παρακινούσε τον άνθρωπο ν’ αναλάβει και να φέρει σε πέρας εκτεταμένα και επίπονα έργα στον τομέα της τέχνης, της επιστήμης και της πρακτικής ζωής… Η διαφορά ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα δεν προκαλεί καμιά ζημιά, φτάνει μόνο το πρόσωπο που ονειροπολεί να πιστεύει σοβαρά στο όνειρό του, να παρατηρεί προσεκτικά τη ζωή, να συγκρίνει τις παρατηρήσεις του με τους ανάερους πύργους του και γενικά να δουλεύει ευσυνείδητα για να υλοποιεί τη φαντασία του. Όταν υπάρχει κάποια επαφή ανάμεσα στ’ όνειρο και στη ζωή, όλα είναι εντάξει.»(***)

Τέτοια όνειρα έχουμε δυστυχώς πολύ λίγα στο κίνημά μας. Και περισσότερο φταίνε γι’ αυτό οι εκπρόσωποι της νόμιμης κριτικής και του παράνομου «χβοστισμού»(****) που κομπάζουν για τη νηφαλιότητά τους, για το ότι βρίσκονται «κοντά» στο «συγκεκριμένο».


(Συνέχεια και τέλος στο επόμενο)

Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

Ανώνυμος είπε...

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΜΕ! (Τρίτο)

(Συνέχεια από το προηγούμενο)

* Α. Ι. Ζελιάμποφ (1850–1881) Επιφανής Ρώσος επαναστάτης, οργανωτής και ηγέτης του κόμματος «Ναρόντναγια Βόλια» [«Λαϊκή Θέληση»]. Ο Ζελιάμποφ υπήρξε ένας από τους πρώτους ναρόντνικους που κατάλαβαν την αναγκαιότητα της πολιτικής πάλης κατά του τσαρισμού, την οποία μπορούσε να διεξαγάγει με επιτυχία μόνο μια ιδιαίτερη οργάνωση επαναστατών. Ταλαντούχος οργανωτής ο Ζελιάμποφ επιδίωξε να συνενώσει γύρω από το κόμμα «Ναρόντναγια Βόλια» όλους όσοι ήταν δυσαρεστημένοι με την πολιτική του τσαρισμού και να ιδρύσει συνωμοτικές ομάδες μεταξύ των φοιτητών, στο στρατό και στο στόλο. Μεγάλη σημασία έδινε ο Ζελιάμποφ στην επαναστατική δουλειά μεταξύ των εργατών των πόλεων, με δική του πρωτοβουλία δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στη Ρωσία εφημερίδα για τους εργάτες και υπήρξε ένας από τους συντάκτες του «Προγράμματος των εργατών μελών της “Ναρόντναγια Βόλια„». Μολαταύτα ο Ζελιάμποφ δεν είχα ακόμα καταλάβει τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης, βρισκόταν μακριά από τον επιστημονικό σοσιαλισμό, ενώ τον αποφασιστικό ρόλο στην πάλη κατά της τσαρικής απολυταρχίας τον έδινε στην τακτική της ατομικής τρομοκρατίας. Κάτω από την καθοδήγησή του οργανώθηκε μια σειρά από απόπειρες δολοφονίας του Αλέξανδρου Β΄. Ο Ζελιάμποφ συνελήφθηκε δυο μέρες πριν από τη δολοφονική απόπειρα της 1ης Μαρτίου 1881 και μετά τη σύλληψη των συντρόφων του, δήλωσε ότι είχε συμμετάσχει στην οργάνωση της δολοφονίας του τσάρου. Στο δικαστήριο αρνήθηκε συνήγορο υπεράσπισης και χρησιμοποίησε τις ομιλίες του για να κάνει επαναστατική ζύμωση. Με απόφαση του δικαστηρίου ο Ζελιάμποφ και οι σύντροφοί του της «Ναρόντναγια Βόλια» Περόβσκαγια, Κιμπάλγιτς, Μιχάιλοφ και Ρισακόφ απαγχονίστηκαν στις 3 (15 με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο) Απριλίου 1881στην Πλατεία του Αγίου Συμεών της Πετρούπολης.

** Ντ. Ι Πίσαρεφ (1840–1868) Επιφανής Ρώσος επαναστάτης δημοκράτης, δημοσιολόγος και λογοτεχνικός κριτικός, υλιστής φιλόσοφος. Αφού αποφοίτησε το 1861 από το Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης έγινε στην πράξη διευθυντής του προοδευτικού περιοδικού εκείνου του καιρού «Ρούσκογιε Σλόβο». Στις 2 (14 με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο) Ιουλίου 1862 συνελήφθηκε για άρθρο που έριχνε το σύνθημα της ανατροπής της απολυταρχίας (το άρθρο προοριζόταν για εκτύπωση σε παράνομο τυπογραφείο). Τεσσεράμισι χρόνια έμεινε φυλακισμένος στο Φρούριο Πέτρου και Παύλου, όπου έγραψε σειρά άρθρων για ζητήματα λογοτεχνίας, φυσικών επιστημών και φιλοσοφίας. Μετά την αποφυλάκισή του τον Νοέμβριο 1866 χρημάτισε συνεργάτης των περιοδικών «Ντιέλο» και «Οτετσεστβένιγιε Ζαπίσκι». Στις εργασίες του ο Πίσαρεφ στηλίτευε τόσο το φεουδαρχικό σύστημα της δουλοπαροικίας όσο και το δυτικοευρωπαϊκό καπιταλισμό, προπαγάνδιζε τις σοσιαλιστικές ιδέες, υπεράσπιζε τον επαναστατικό δρόμο αλλαγής της κοινωνίας, όμως ταυτόχρονα υποτιμούσε το ρόλο των λαϊκών μαζών παραιτούμενος από τον επαναστατικό δημοκρατισμό. Στις λογοτεχνικές του εργασίες ασκούσε κριτική στην ιδεαλιστική φιλοσοφία, ξεσκέπαζε την αντιδραστική αισθητική, υπογράμμιζε την κοινωνική σημαντικότητα της λογοτεχνίας και της τέχνης.

Ο Πίσαρεφ πάλεψε με συνέπεια κατά του φιλελευθερισμού, τα φλογερά του άρθρα άσκησαν μεγάλη επιρροή στη διαμόρφωση των επαναστατικών αντιλήψεων των προοδευτικών στοιχείων της ρωσικής κοινωνίας.

(Συνέχεια και τέλος στο επόμενο)

Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

Ανώνυμος είπε...

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΜΕ! (Τέταρτο και τελευταίο)

(Συνεχίζεται και τελειώνει από το προηγούμενο)

*** Ο Β. Ι. Λένιν παραθέτει περικοπή από το άρθρο του Ντ. Ι. Πίσαρεφ «Παραστρατήματα ανώριμης σκέψης» (βλ. Ντ. Ι. Πίσαρεφ, Άπαντα, ρωσ. έκδ., τόμ. 3ος, 1956, σελ. 147, 148 και 149).

**** Πάντως ο ρόλος της [της σοσιαλδημοκρατίας] δεν είναι να σέρνεται στην ουρά του κινήματος: στην καλύτερη περίπτωση αυτό θα ήταν ανώφελο για το κίνημα, στη χειρότερη θα ήταν πολύ, πάρα πολύ επιζήμιο. Όμως το Ραμπότσεγε Ντιέλο όχι μόνο ακολουθεί αυτή την «τακτική-προτσές», αλλά και την ανάγει σε αρχή, έτσι που και η κατεύθυνσή του θα ήταν πιο σωστό να ονομαστεί όχι οπορτουνισμός αλλά χβοστισμός (από τη [ρωσική] λέξη χβοστ [хвост] = ουρά, Σημ. τ. μετ.). (Β. Ι. Λένιν, Τι να κάνουμε; Τα φλέγοντα ζητήματα του κινήματός μας, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2002, σελ. 64–65.

Β. Ι. Λένιν, Τι να κάνουμε; Τα φλέγοντα ζητήματα του κινήματός μας, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2002, σελ. 204–206, 271.

Και για την —κατά το μεγαλύτερο μέρος (οι σημειώσεις (*) και (**) είναι σε δική μου μετάφραση)— αντιγραφή:

Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

Υ. Γ.

Συγνώμη που αντί τρεις βγήκαν οι συνέχειες τέσσερις, εξ ου και το λάθος στο «(Συνέχεια και τέλος στο επόμενο)» (αντί του σωστού «(Συνεχίζεται)») του τέλους της δεύτερης συνέχειας.

Μη Απολιθωμένος κλπ.

EG είπε...

Ενδιαφέρουσα η σημειολογία που προκύπτει από τους 2 πρώτους σχολιαστές για το θέμα της ονειροπόλησης.