Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Η γυναίκα από τη Φούρκα

Ήτανε και μια γυναίκα στη Φούρκα που περίμενε τους στρατιώτες να 'ρθούνε. Ο άντρας της κάπου θα κλείστηκε σε καμιά πολιτεία που πήγαιναν την άνοιξη και δουλεύανε χτίστες. Οι άλλοι γυρίσανε το χινόπωρο, εκείνος δε φάνηκε. Κάποιος είπε κάποτε στη γυναίκα πως τον πήρανε στρατιώτη.
Αυτή δεν ήξερε τι μπορούσε να κάνει έτσι μονάχη που απόμεινε. Δεν είχε γελάδα, κατσίκια, τίποτα δεν είχε, αυτόν τον άντρα μονάχα και πήγαινε με τους άλλους την άνοιξη και δουλεύανε χτίστες και κονομούσανε το καλαμπόκι για το χειμώνα. Πήρε τώρα και γύριζε τα χωριά, πούλησε στην αρχή τα μπακίρια, άλλαξε κατόπι τα στρωσίδια με τίποτε καλαμπόκι, όσο που το σπίτι της απόμεινε με τέσσερις τοίχους. Κάποτε αν εύρισκε καμιά μέρα δούλευε στα ξένα χωράφια και της δίνανε λίγο ψωμάκι.
Οι άλλες γυναίκες από τη Φούρκα δουλεύανε κάτι και για τους αντάρτες. Πήγαιναν όλες μαζί και τραγουδούσανε και γελούσαν. Αυτή δεν πίστευε τίποτε που της έλεγαν για λευτεριές και τα τέτια. Καθότανε και μαράζωνε.
Η μικρή της Ελενίτσα γύριζε όλη τη μέρα ξυπόλητη. Πήγαινε στα σπίτια των συγγενήδων και γειτόνων, πήγαινε και στο λόχο των ανταρτών, κάτι της έδιναν, όλοι, όλοι την αγαπούσαν την Ελενίτσα και η Ελενίτσα τους αγαπούσε τους αντάρτες και τραγουδούσε μαζί τους. Και το βράδι καθότανε ήσυχα - ήσυχα, μισονηστική, μισοχορτασμένη, μέσα σ' ένα όνειρο από καλούς αντάρτες που τραγουδούσαν, γλυκά ψωμιά και χρυσές πεταλούδες.
Τότες η γυναίκα καθότανε κι έκλαιγε. Δεν ήξερε τι άλλο μπορούσε να κάνει. Να φύγει στην πολιτεία ποτές της δε θέλησε. Ηξερε για τα βάσανα που τραβούσαν κι εκεί. Να διώξει την Ελενίτσα και να τη στείλει με τ' άλλα τα παιδιά τον ανήφορο, να τη σώσει καθώς έκαναν οι άλλες γυναίκες, και της είπανε και της ξανάπανε κι αυτηνής, και αυτό δεν τόθελε. Είχε κι ένα χωραφάκι δικό της, τόχε σπαρμένο με τα χίλια βάσανα κι όλο περίμενε και μετρούσε τις μέρες πότε να το θερίσει.
- Σε λίγο θα το θερίσουμε έλεγε κι η Ελενίτσα και γελούσανε με χορτασμό τα ματάκια της.
Οι επιχειρήσεις αρχίσανε προτού θεριστεί το χωράφι. Και τραβούσαν οι μάχες σε μάκρος, τα κανόνια ζυγώνανε, τα αεροπλάνα γυρνούσανε πάνω στη Φούρκα. Αρχισαν τότε γειτόνοι και συγγενήδες και κινούσανε και έφευγαν όλοι, τραβούσαν στ' αντάρτικο μέρος να μην είναι μέσα στον πόλεμο. Αυτή σκεφτότανε πάντα το χωραφάκι - πότε θα μπορέσει να το θερίσει. Και σκεφτόταν και για κείνον. Μπορεί νάτανε στ' αλήθεια στρατιώτης και να φτάσουν οι στρατιώτες στη Φούρκα και νάναι και κείνος μαζί τους.
Και περνούσαν οι μέρες κι όλο κόντευαν τα κανόνια στη Φούρκα, ώσπου πέσανε και οι πρώτες οβίδες μέσα στο χωριό. Η Ελενίτσα πείναγε κι έκλαιγε. Μα η γυναίκα δεν ήθελε ακόμα να φύγει. Πήρε το παιδί, κατέβηκε στο κατώγι και περίμενε κι έκλαιγε.
Το πρωί ξανάπεσαν οι οβίδες και πέσανε πάλι το βράδι κι αρχίσανε και πέφτανε δυο και τρεις φορές κάθε μέρα μέσα στο χωριό τους, απάνω στα σπίτια. Τότες και η γυναίκα δε μπορούσε να σκέφτεται ακόμα για το χωράφι πότε θα το θερίσει, μήτε το στρατιώτη πότε θα' ρχότανε. Πήρε την Ελενίτσα στην αγκαλιά της και τράβηξε κι αυτή τον ανήφορο για τ' αντάρτικο μέρος. Το παιδί κοιμότανε πεινασμένο στην αγκαλιά της. Αυτή έκλαιγε τη μαύρη τη μοίρα της.
Είχε νυχτώσει όταν έφτασε στην κορυφή και πήρε το δρόμο για το Κεράσοβο. Στάθηκε λίγο να ξανασάνει κι έκανε δεξιά τον κατήφορο. Τότες άρχισαν πάλι και πέφταν οι οβίδες ολόγυρα. Το παιδί τρόμαξε, ξύπνησε και σφιγγόταν στο στήθος της.
Μια οβίδα έσκασε κοντήτερα. Η γυναίκα κρύφτηκε πίσω από ένα μεγάλο πεύκο και περίμενε να τελειώνουν. Περίμενε ακόμα, γίνηκε πάλι ησυχία και τότε ξανασηκώθηκε.
- Ελενίτσα.
Τίποτα.
- Ελενίτσα;...
Πάλι τίποτα.
Την τίναξε να ξυπνήσει. Τα χεράκια κρεμάστηκαν κάτω, το κεφάλι γύρισε δίπλα. Η Ελενίτσα κοιμότανε με μια κόκκινη παπαρούνα μέσα στα μαλλιά της, ολόξανθα σαν τα στάχια τ' αθέριστου χωραφιού της.
Η γυναίκα δεν είχε πια μήτε δάκρια, μήτε φωνή. Απόμενε κει, ξημέρωσε και ξανανύχτωσε εκεί με το παιδί στην αγκαλιά. Δεν ήξερε τι άλλο μπορούσε να κάνει. Δεν είχε να πάει πουθενά, μήτε μπροστά, μήτε πίσω, μήτε ξανά στο χωριό.
Και κει τη βρήκαν οι στρατιώτες από το τάγμα 683 που ανεβαίνανε για τη Φούρκα. Αυτή τους κοίταζε και δεν έβλεπε. Σ' όλα τα πρόσωπά τους ξεχώριζε αυτόν που περίμενε. Σηκώθηκε κι άπλωσε τα χέρια με το παιδί.
- Πάρτο ... Η Ελενίτσα είναι, η δική σου. Οι στρατιώτες κοιτάχτηκαν, μερικοί δεν κατάλαβαν τίποτε, είπαν πως θα τρελάθηκε, μερικοί κατάλαβαν και σκύψανε το κεφάλι...
***
Ψηλά κατά τη Γράμμουστα, βρεθήκανε μέσα στο δάσος κρυμμένα κάμποσα παιδάκια. Δεν είχαν προφτάσει να φύγουνε με τη φάλαγγα, ξεκόπηκαν και τρύπωσαν εκεί και ζάρωσαν και τρέμανε μην τα βρουν οι στρατιώτες.
Τώρα τα μαζέψανε και τα στείλανε σκλαβάκια στη Φρειδερίκη.
Μα η μικρή Ελενίτσα που τη σκότωσαν οι στρατιώτες της Φρειδερίκης απόμεινε δω. Κοιμάται κάτω από τα μεγάλα πεύκα. Τα ξανθά μαλλάκια ανεμίζουνε σα στάχια του αθέριστου χωραφιού. Σα στάχια των αθέριστων χωραφιών ανεμίζουνε στο χωριό της Φούρκας, σ' όλα τα χωριά που πατήθηκαν στην Κόνιτσα και στο Γράμμο, τα μαλλάκια της μικρής Ελενίτσας, όλων των μικρών παιδιών που σκότωσαν οι στρατιώτες.
Κι ονειρεύεται τα γλυκά ψωμιά, τις χρυσές πεταλούδες, τους καλούς αντάρτες που τραγουδούσαν...
- Ναι μικρή Ελενίτσα, θα ξανάρθουμε... Πολύ γρήγορα θα ξανάρθουμε. Και μαζί με τη δάφνη στους τάφους των μαχητών μας θα σου φέρουμε πίσω τα λουλουδάκια σου που στολίζανε το γραφείο του λόχου όταν ερχόσουν και τραγουδούσες μισονηστική, μισοχορτασμένη τα τραγούδια της λευτεριάς και του πολέμου.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ

(Διήγημα του συγγραφέα και δημοσιογράφου του ΕΑΜ και του ΔΣΕ, Δημήτρη (Τάκη) Χατζή. Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του ΔΣΕ «Εξόρμηση» και περιλήφτηκε στη συλλογή διηγημάτων «Πεζογράφοι της Αντίστασης», εκδόσεις «Νέα Ελλάδα», 1952.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: