Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

ΕΠΟΝ - Το ήθος μιας γενιάς


Αυτές οι λέξεις, σαν δροσερά λουλούδια, ας βρουν τη θέση τους πάνω  στο χώμα όπου σκέπασε χιλιάδες παλικάρια, αγόρια και κορίτσια του λαού μας, που έπεσαν για να ζούμε εμείς σήμερα ελεύθεροι και για να καλυτερέψει ο κόσμος. Και πάνω στους δρόμους του αγώνα όπου περπάτησαν όσοι επέζησαν των μαχών και οι επόμενες γενιές, των συνεχιστών τους.

Είναι, νομίζω, η πιο ταιριαστή αναφορά στη φετινή 74η επέτειο από την ίδρυση της ΕΠΟΝ (ιδρύθηκε στις 23 του Φλεβάρη 1943). Είναι συνάμα και μια ―ακούσια― «απάντηση» στην απορία πολλών γιατί οι τοτινές γενιές δε ζύγιασαν προσωπικά συμφέροντα, «εαυτούληδες» και εγωισμούς, πριν ορθώσουν το ανάστημά τους στον καταχτητή και στον τύραννο και αποφασίσουν να προσφέρουν τους χυμούς της νιότης και της ζωής τους θυσία στο αξεδίψαστο δέντρο της λευτεριάς, της ανεξαρτησίας και της κοινωνικής απελευθέρωσης. 

Η ζωή και στις πιο δύσκολες, σκληρές, απάνθρωπες συνθήκες, είναι μια και μοναδική. Νόημα και αξία της δίνουν οι άνθρωποι, ο καθένας από μας.  Ζωντανοί σήμερα ή ―οι περισσότεροι― «ταξιδεμένοι», οι εκατοντάδες χιλιάδες επονίτες και επονίτισες, εκτός από τρισένδοξη ιστορία και άσβεστη μνήμη αποτελούν ζωντανό παράδειγμα γι’ αυτό.

***

ΕΠΟΝ - Το ήθος μιας γενιάς
Π. Κοσμάς, Ριζοσπάστης 25/2/1979

«Κι απλώνουμε στον άνθρωπο τα χέρια
στην κορυφή της Αρετής να φτάσει»
Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη

«Η αναδρομή στην τριακοστή έκτη επέτειο από την ίδρυση της ΕΠΟΝ (23 Φλεβάρη 1943), δεν είναι απλά μια ιστορική αναφορά στο πρόσφατο παρελθόν του τόπου μας, αλλά και μια τρυφερή ζωντανή μνήμη για χιλιάδες σήμερα αγωνιστές, που μέσα από τις γραμμές της, γνώρισαν τότε ―στην ωραία εποχή της εφηβείας και της νιότης― τους πρώτους επαναστατικούς κραδασμούς και βίωσαν τα μεγάλα ιδανικά της ελευθερίας και της δικαιοσύνης.

Η μύησή μας από έναν μεγαλύτερο στα χρόνια φίλο, η πρώτη συνεδρίαση, η ένταξη σε μιαν αγωνιστική ομάδα και στη συνέχεια η συμμετοχή μας στον απελευθερωτικό αγώνα του λαού μας, στέκονται ακόμα και σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια και τόσες  δοκιμασίες, εμπειρίες πολύτιμες, τρυφερές κι αγαπημένες.

Μέσα στη σκληρή της Κατοχής εποχή και στα δίσεχτα για το έθνος χρόνια που ακολούθησαν, η ελληνική νεολαία, μαζικά οργανωμένη, πραγμάτωνε μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ τη δίδυμη προσταγή του Κάλβου με θαυμαστή συνέπεια: «Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία». Όμως, σήμερα δεν θα μιλήσω για το δεύτερο μέρος της καλβικής προσταγής. Γνωστή είναι η τόλμη της επονίτικης γενιάς. Οι θυσίες και οι ηρωικές της πράξεις έχουν αποθησαυριστεί όχι μόνο στη μνήμη του λαού μας, αλλά και σε ιστορικά ντοκουμέντα και μαρτυρίες. Ένα πλούσιο υλικό διάσπαρτο, που ίσως περιμένει ακόμα την τελική του σύνθεση.

Σκοπός της σημερινής επιφυλλίδας μου είναι να μιλήσω για την αρετή της επονίτικης γενιάς, μια αρετή που ποτέ δεν ξέπεσε σε πράξεις ταπεινές κι ανάξιες, που δεν έχασε ποτέ τη λάμψη και την ακτινοβολία της ακόμα και σε καιρούς αμαρτωλούς και δύσκολους, όταν η αστική πάλη με την ανατροπή των εθνικών και ηθικών αξιών, προσπάθησε να φθείρει και να ευτελίσει την ποιότητα της ελληνικής νεολαίας. Και εννοώ την περίοδο μετά την Κατοχή, όταν η προδοσία, στηριγμένη στα δεκανίκια της υποτέλειας ―σκιάχτρο αποτρόπαιο και κατάπτυστο― σάρκαζε κι αναγελούσε όλους εκείνους που ξόδεψαν σταλαματιά – σταλαματιά τη ζωή τους για την ελευθερία της πατρίδας και του λαού την προκοπή.

Σε μια δίκη σκοπιμότητας, απ’ αυτές που έστειλαν χιλιάδες νέους στο εκτελεστικό απόσπασμα μετά την απελευθέρωση, ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης, που επέμενε πως η νεαρή αγωνίστρια που δικαζόταν ήταν το καλύτερο κορίτσι της γειτονιάς, σε σχετική ερώτηση του βασιλικού επιτρόπου, που αμφισβητούσε το συνδυασμό αυτό αγωνιστικότητας και αρετής, απάντησε: «Τα καλύτερα παιδιά και κορίτσια ήταν στην ΕΠΟΝ» (Έλλης Παπαδημητρίου: Ο κοινός Λόγος, αφήγημα 35).

Η απάντηση αυτή του μάρτυρα στον πάσχοντα από χρόνιο αγωνιστικό και ηθικό μαρασμό βασιλικό επίτροπο συνόψιζε επιγραμματικά μέσα στην αίθουσα του στρατοδικείου τη βαθιά πίστη του λαού μας στην ηθική ποιότητα της επονίτικης γενιάς και την αγάπη του σ’ αυτήν.

Το ήθος αυτό πήρε μορφή και σχήμα χάρη στον διαπαιδαγωγητικό ρόλο της ΕΠΟΝ και στην ευεργετική αγωνιστική επίδρασή της. Για πρώτη φορά οι νέοι μας ανακάλυπταν τις άπειρες δυνατότητές τους που άλλοτε ξοδεύονταν σε χίμαιρες και μάταια ονειροπολήματα. Η ευθύνη και η συνέπεια, η αποφασιστικότητα και το θάρρος, η αφοσίωση και η φιλία, η αγάπη για την πατρίδα και η προσήλωση στα μεγάλα ιδανικά, όλα αυτά κερδήθηκαν μέσα στην πρακτική του αγώνα και της καθημερινής πάλης ενάντια στον ξένο και ντόπιο καταχτητή. Η αρετή έπαψε πια να είναι ανιαρή χρηστομάθεια κι έγινε άσκηση της ψυχής και λυτρωτικό αγώνισμα. Έγινε το σολωμικό χρέος που εθελούσια το αποδέχεσαι και το πραγματώνεις. Θυμάμαι το μακαρίτη τον πατέρα μου που είπε στη μάνα μου για μένα:

―Μωρέ τούτος μεγάλωσε ξαφνικά!

Και δεν είχαν περάσει παρά δέκα μέρες από την πρώτη συνεδρίαση της ΕΠΟΝ σ’ ένα σκοτεινό μικρομάγαζο.

Παράπλευρα στην Αρετή κι η Γνώση. Μια λαχτάρα να μάθουμε όλα εκείνα που μας έκρυβαν ή πονηρά τα συσκότιζαν. Βιβλία που κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι, ώριμες συζητήσεις για το παρόν και το μέλλον. Θα καταγράψω σε μετάφραση μια μαρτυρία της Μέλπως Αξιώτη από το γαλλικό περιοδικό «Ευρώπη» (Αύγουστος 1950) όπου διασώζεται, από πρώτο χέρι, η ατμόσφαιρα αυτή για μάθηση και δημιουργία. Μεταφράζω: «Θυμάμαι τις συγκεντρώσεις όπου οι σύντροφοί μας της ΕΠΟΝ μαζεύονταν διψασμένοι να μάθουν τα μυστικά της λογοτεχνίας μας κι όπου ναυτικοί κι εργάτες μάς έφερναν τα γραπτά τους που συχνά ήταν μικρά αριστουργήματα».

Έτσι μέσα στον αγώνα και μέσα στους σφοδρούς ανέμους των ιδεών της εποχής εκείνης η ελληνική νεολαία βρήκε το πραγματικό και γνήσιο πρόσωπό της. Τρεις στίχοι του Βρεττάκου ―τρυφερός κι αγαπημένος πάντα ποιητής― δίνουν μορφή σε σκέψεις και συναισθήματα που τούτη τη στιγμή σαλεύουν μέσα μου:

«Ένα πρόσωπο είναι μια ευθύνη.
Έχει μια θέα όπως ένα βουνό
με μεγάλο ορίζοντα…»

Ψάχνω γι’ αυτόν τον μεγάλο ορίζοντα. Και τον ξανοίγω πίσω από το καθαρό και πλατύ μέτωπο της ΚΝΕ, που συνεχίζει με το ίδιο αίσθημα ευθύνης ό,τι καλό της παράδωσε η ματωμένη γενιά της ΕΠΟΝ. Ευλογημένη να ’σαι Νιότη! Τίποτα δεν πάει χαμένο στον κόσμο τούτον.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: