Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Σχετικά με την πολιτική δουλειά των κομμουνιστών στα συνδικάτα


Οι Θέσεις της ΚΕ θέτουν στο κέντρο της προσοχής τα καθήκοντα των κομμουνιστών για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Χαρακτηρίζουν σωστά το ΠΑΜΕ ως μεγάλη κατάκτηση του κινήματος.
Η πρωτοβουλία για την ίδρυσή του συνιστά συνεπή εφαρμογή της λενινιστικής αρχής ότι σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία η δουλειά των κομμουνιστών στα συνδικάτα οφείλει να εξυπηρετεί το στόχο της ανάπτυξης αγωνιστικών δεσμών με τις μάζες, προκειμένου να προωθηθεί ο επαναστατικός σκοπός της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος. Για το λόγο αυτό η μια ή η άλλη οργανωτική δομή του συνδικαλιστικού κινήματος δεν αποτελεί φετίχ, ζήτημα αιώνιας αρχής. Η αποδοχή μιας ολέθριας για την εργατική τάξη πολιτικής ουράς, στο όνομα της «ενότητας» του συνδικαλιστικού κινήματος, οδηγεί (όπως και η αντίστροφη άρνηση κάθε προσαρμογής στην τακτική) στην ακύρωση του επαναστατικού ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Το ΠΑΜΕ φυσικά δεν είναι μόνο μια οργανωτική μορφή, αναγκαία σήμερα για την ανασύνταξη του κινήματος ενάντια στις προσπάθειες της αστικής τάξης να το υποτάξει στη στρατηγική της. Ο ενοποιητικός πυρήνας του ΠΑΜΕ, των Γραμματειών του και των σωματείων που συμμετέχουν στη δύναμή του είναι η γραμμή συσπείρωσης και πάλης σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση. Αποτελεί τον κοινό παρονομαστή των κομμουνιστών με άλλους ριζοσπάστες αγωνιστές, τη μόνη γραμμή που μπορεί να εξασφαλίσει ότι το συνδικαλιστικό κίνημα θα υπηρετήσει την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης. Το εργατικό κίνημα πλήρωσε ακριβά τις αυταπάτες ότι μια «πιο πλατιά» γραμμή, που θα επικεντρώνει στο συγκεκριμένο πρόβλημα του κάθε χώρου δουλειάς, μπορεί δήθεν να διευρύνει τα πλαίσια της συσπείρωσης και να διευκολύνει τον επαναστατικό στόχο. Τα όποια βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα μιας τέτοιας γραμμής γρήγορα έγιναν «φτερό στον άνεμο» και οδήγησαν στην απογοήτευση και αποστράτευση, ακόμα και συνεπών δυνάμεων.

Μια παρόμοια συνθηκολόγα γραμμή δεν συνιστά φυσικά εφαρμογή της υπόμνησης του Λένιν ότι οι κομμουνιστές πρέπει να επιχειρούν να κερδίσουν έστω και «ασταθείς» συμμάχους. Πέρα από το γεγονός ότι ο Λένιν γράφει σε μια εποχή όπου το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα δεν είχε διαβρωθεί σε τέτοιο βαθμό από το αστικό κράτος και όπου, κάτω και από την κολοσσιαία επιρροή της Οκτωβριανής Επανάστασης, οι μετατοπίσεις των μαζών ήταν πολύ πιο γρήγορες, η αντίληψή του για τις συμμαχίες στηρίζεται σε ορισμένες βασικές προϋποθέσεις. Οτι οι κομμουνιστές θα αντιμετωπίζουν τις συμμαχίες από τη σκοπιά της στρατηγικής και όχι ως τακτικισμούς, ότι θα προωθούν σταθερά μέσα από την όποια συμμαχία το στόχο προσέγγισης και οργάνωσης των (συχνά ανοργάνωτων) μαζών, τραβώντας τις από την επιρροή του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού, ότι η όποια ενότητα από τα πάνω θα είναι κούφια και επικίνδυνη αν δεν αντανακλά μια ενότητα της ίδιας της εργατικής τάξης σε ριζοσπαστική - επαναστατική κατεύθυνση.

Κάποιες φορές η πολιτική (η «κομματική») δουλειά των κομμουνιστών στο κίνημα κατανοείται στενά ως η προπαγάνδιση των κεντρικών πολιτικών πρωτοβουλιών του Κόμματος ή ως οι αναγκαίες εξορμήσεις στους χώρους δουλειάς στα πλαίσια μιας προεκλογικής δραστηριότητας. Μια τέτοια προσέγγιση ουσιαστικά αποσυνδέει την οικονομική από την πολιτική πάλη, αντιμετωπίζει τις δύο αυτές μορφές της ταξικής πάλης ως ξεχωριστά καθήκοντα, και όχι ως διαλεκτικά δεμένες όψεις μιας ενιαίας πάλης. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας λαθεμένης προσέγγισης είναι η λειψή, σχηματική δουλειά και στα δύο αλληλένδετα καθήκοντα των κομμουνιστών.

Από τη μια μεριά, η πολιτική δουλειά χάνει σε αποτελεσματικότητα, μια που η επαναστατική στρατηγική του Κόμματος δεν εξειδικεύεται στον κάθε κλάδο και χώρο, καταντώντας ένα παγωμένο σχήμα, στο οποίο η αναγκαιότητα ανατροπής του καπιταλισμού δεν αναβλύζει από τον κάθε πόρο της σημερινής κοινωνίας. Από την άλλη μεριά, η οικονομική δουλειά δεν μπολιάζεται με την επαναστατική στρατηγική, με αποτέλεσμα να διατρέχει σε κάθε στιγμή τον κίνδυνο να γλιστρήσει στο ρεφορμισμό και, τελικά, να μην μπορεί να ικανοποιήσει ούτε καν τις στενές προσδοκίες για βελτίωση της θέσης του εργατόκοσμου.

Μια τέτοια αποσύνδεση της πολιτικής από την οικονομική δουλειά στο κίνημα συμβαίνει τις περισσότερες φορές αυθόρμητα, δίχως να γίνεται εύκολα αντιληπτή, στο όνομα του όγκου των καθημερινών καθηκόντων των κομμουνιστών και της επιπλέον δυσκολίας που έχει το σωστό πλέξιμο των μορφών της ταξικής πάλης. Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κομβικός ρόλος των Τομεακών οργάνων στο να βοηθούν τον κάθε κομμουνιστή στο χώρο του να εξειδικεύει τη στρατηγική του Κόμματος, κάνοντάς την καθημερινό όπλο, να οδηγεί τους εργαζόμενους, μέσα και από την πάλη για οικονομικές διεκδικήσεις, στη ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης.

Στο χώρο της κρατικής διοίκησης υπάρχουν αντίστοιχες αναγκαιότητες στο συνδυασμό των διαφόρων καθηκόντων των κομμουνιστών. Για παράδειγμα, η βασική θεωρητική θέση ότι το αστικό κράτος, πέρα από τις κατασταλτικές λειτουργίες του, αναλαμβάνει και μια σειρά οργανωτικές λειτουργίες, φαινομενικά απαραίτητες για το σύνολο της κοινωνίας (δημόσια έργα και υποδομές, Ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, εκπαίδευση, υγεία, πρόνοια, κ.τ.λ.) και ότι τις διεκπεραιώνει όχι προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων, αλλά προς όφελος της κυρίαρχης τάξης, πρέπει να γίνεται αντικείμενο εξειδίκευσης σε κάθε υπουργείο και υπηρεσία. Να κατανοείται από το πιο πρωτοπόρο κομμάτι των κρατικών υπαλλήλων ότι, πέρα και ανεξάρτητα από υποκειμενικές προθέσεις, επαγγελματική ευσυνειδησία και ανιδιοτέλεια, η διαμόρφωση και άσκηση της κρατικής πολιτικής μέσα από τις υπηρεσίες του κάθε υπουργείου εξυπηρετεί συγκεκριμένες σκοπιμότητες στη συνολική αναπαραγωγή του κεφαλαίου, αλλά και το πώς γίνεται αυτό στον κάθε χώρο. Οτι το τιμόνι μιας υπηρεσίας του αστικού κράτους δεν μπορεί να στραφεί σε φιλολαϊκή κατεύθυνση με κάποιες τεχνοκρατικές βελτιώσεις, ακόμα και αν υποθετικά όλοι οι υπάλληλοι συμπορευτούν με το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ.

Αντίστοιχα, η καθημερινή συνδικαλιστική παρέμβαση των κομμουνιστών, για παράδειγμα στο χώρο της Επιθεώρησης Εργασίας, πρέπει να συνδυάζει την πάλη για τις σύγχρονες ανάγκες των υπαλλήλων με την αποκάλυψη όλων των πλευρών της κρατικής πολιτικής που εξυπηρετούν τα συμφέροντα των καπιταλιστών: Τη μετάθεση της ευθύνης για ελλείψεις στα μέτρα Υγείας & Ασφάλειας από την εργοδοσία στους τεχνικούς Ασφάλειας, την επιχειρηματική δράση στο χώρο της πρόληψης, την παντελή απουσία δομών της Επιθεώρησης σε περιοχές με δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους, τη σκόπιμη ανυπαρξία αναγνώρισης και ελέγχου των επαγγελματικών ασθενειών και τόσα άλλα. Ξεχωριστή δουλειά απαιτείται επίσης για το αντιπάλεμα των προσμονών εισοδηματικής αναβάθμισης που έντεχνα καλλιεργείται σε κάποιες μερίδες των κρατικών υπαλλήλων, με επίκληση των ιδιαίτερων καθηκόντων τους, του «κοινωνικού ρόλου» τους.

Η διαμόρφωση συνδικαλιστικών αιτημάτων που δεν ανοίγουν μέτωπο με τον πυρήνα της αστικής πολιτικής στον κάθε χώρο δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο συντεχνιασμό που, παρά τις όποιες φαινομενικές «επιτυχίες» του, γρήγορα σπρώχνει το επαναστατικό κίνημα στο βάλτο του οπορτουνισμού.

Βασίλης Οψιμος
Μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη της 12/2/2017, στα πλαίσια του Προσυνεδριακού Διαλόγου του 20ου Συνεδρίου του ΚΚΕ).

Δεν υπάρχουν σχόλια: