Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

«Όρθιοι ακόμα κι όταν πέφτουν» ― Ο χαράκτης Α. Τάσσος και το πολυσήμαντο έργο του

Είκοσι εννιά χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη μέρα που «έφυγε» ο Τάσσος Αλεβίζος. Ηταν 13 Οκτώβρη του 1985, όταν ο μεγάλος μας χαράκτης άφησε την τελευταία του πνοή. Πρωτοστάτης στην ανάπτυξη του μαζικού, προοδευτικού πολιτιστικού κινήματος, ο Τάσσος παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του στρατευμένος στην υπόθεση της πάλης για μια νέα κοινωνία, δίκαιη, δημοκρατική και σοσιαλιστική. Γνήσιος πατριώτης, ποτισμένος με τα ιδανικά του ΚΚΕ, αλλά και με την ελληνική παράδοση, δημιούργησε ένα έργο οικουμενικό και διαχρονικό, πρωτότυπο, ρωμαλέο και σύγχρονο. Μια δημιουργία που αποτυπώνει το σφυγμό, το πάθος, τις ελπίδες και τους αγώνες του λαού μας, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στην ελληνική και παγκόσμια χαρακτική. Ακριβό κειμήλιο για τις νεότερες γενιές τα έργα του, που οφείλουν να τα διαφυλάξουν.

Ακολουθούν δυο κείμενα για τον σπουδαίο αυτόν άνθρωπο, ως μικρή κατάθεση τιμής του ιστολογίου στη μνήμη του:


Όρθιοι ακόμα κι όταν πέφτουν

“Τον Οκτώβριο του 1985 (πριν από 25 χρόνια) μαθαίνω ότι ο χαράκτης Α.Τάσσος νοσηλευόταν στον «Ευαγγελισμό», χτυπημένος από καρκίνο. Πηγαίνω ένα απόβραδο.
―Ο Τάσσος ο χαράκτης, μου λέτε σε ποια κλινική είναι; ρωτάω τον θυρωρό.
―Δεν έχουμε κανένα Τάσσο χαράκτη, μου λέει ύστερ' από λίγο.
Ρίχνω μια ματιά στο βιβλίο που κοίταζε -έψαχνε στο γράμμα... Χ.
―Τάσσος Αλεβίζος, του λέω, καθώς θυμήθηκα το πραγματικό όνομα του καλλιτέχνη. Για κοιτάχτε.
Ξαναψάχνει:
―Ναι, είναι κάποιος μ' αυτό το όνομα.
Του το 'λεγα έπειτα, καθώς στεκόμουν δίπλα στο κεφάλι του, σε μια από τις πιο θλιβερές συναντήσεις μου, για να τον διασκεδάσω.
Το άκουσε, όπως το περίμενα, με κατανόηση κι ένα αχνό χαμόγελο:
―Εχει ξαναγίνει.

Εφυγε από τη ζωή λίγες ημέρες αργότερα, στις 13 Οκτωβρίου, στα 71 του. Στο πλευρό του η σύζυγός του, ομότεχνος - χαράκτρια και συναγωνίστρια Λουκία Μαγγιώρου (τον ακολούθησε στο θάνατο 23 χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 2008, στα 84 της).

Φαινόμενο

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό -ως δημοσιογράφο και άνθρωπο- που είχα το προνόμιο να γνωρίσω εξαιρετικούς ανθρώπους. Ενας από αυτούς ήταν και ο Α. Τάσσος. Να τον συναντάω, να τον ακούω στο τηλέφωνο, να παίρνω κάποιο σημείωμά του -να ζητάει να γράψω κάτι, όχι για τον ίδιο, αλλά για κάποιον άλλο, κάποιο συνάδελφό του, για κάποια ασχήμια ή για τις δραστηριότητες της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης, της οποίας υπήρξε πρόεδρος και εμψυχωτής. Παράλληλα, να είναι παρών σε οποιαδήποτε σημαντική εκδήλωση. Κι από κοντά οι επαγγελματικές καλλιτεχνικές - βιοποριστικές του υποχρεώσεις.

―Μα πότε τα προλαβαίνετε όλα; Πότε χαράζετε τα ξύλα σας; τον είχα ρωτήσει.
―Από τις πέντε ώς τις δέκα το πρωί -είναι οι καλύτερες ώρες.

Φαινόμενο εργατικότητας ο Α. Τάσσος, «χάραξε», στα πενήντα και πλέον χρόνια της καλλιτεχνικής του προσφοράς, εκατοντάδες επιφάνειες ξύλου όλων των διαστάσεων -χαρακτικά για πίνακες, αλλά και για βιβλία, αφίσες, γραμματόσημα, διακοσμητικά. Τα περισσότερα ωστόσο είναι εμπνευσμένα από τα πάθη του ελληνικού λαού, που ήταν και δικά του πάθη. Με κορυφαία την Κατοχή και την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τη χούντα.

Πονεμένες φιγούρες μανάδων, ήρωες, μάρτυρες, σκλάβοι, αλλά και τυραννοκτόνοι, σε μια ατέλειωτη στρατιά. Και σε κάποια διαλείμματα, ωραίοι έφηβοι του έρωτα και της ελπίδας, αγέρωχες αρχόντισσες, ένα άνθος, ένας ήλιος, ένα περιστέρι.

Σταθμός της δημιουργικής του πορείας υπήρξε η περίοδος της δικτατορίας. Η τελευταία δουλειά του είχε παρουσιαστεί το 1964. Πίστευε ότι με την έκθεση αυτή είχε ολοκληρωθεί το χρέος του κι είχε ξετελέψει με τις εμπειρίες του. Καιρός ν' ασχοληθεί με κάτι χαρούμενο, να προβληματιστεί στη μορφή της παραπέρα δουλειάς του, να δει πόσο μπορούσε να συμπορευτεί με τα καινούργια ρεύματα.

Μαρτυρολόγιο

―Απάνω σ' αυτό μας βρήκε η δικτατορία, λέει σε συνέντευξή μας τον Απρίλιο του 1975. Από εκείνη τη στιγμή ανεστάλησαν τα πάντα μέσα μου. Δεν υπήρχαν πια για μένα προβλήματα καθαρώς πλαστικά. Ξανάφησα τον εαυτό μου να συνδεθεί με όλα όσα υπήρχαν μέσα μου από τον καιρό της Κατοχής. Ενα καινούργιο μαρτυρολόγιο... Βρισκόμουν μόνιμα σε μια κατάσταση πραγματικά αφόρητης πίκρας, γιατί στα χρόνια μας ζούσαμε μια δεύτερη δικτατορία.

Τα περισσότερα από αυτά τα εκατόν είκοσι πέντε έργα παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στη μεγάλη έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη, τον Ιανουάριο του 1975, που αποτέλεσε ένα από τα πιο σημαντικά καλλιτεχνικά γεγονότα της χρονιάς. Τα ίδια έργα ταξίδεψαν στη συνέχεια σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, καθώς και στο εξωτερικό -στη Μόσχα και στη Βουδαπέστη, όπου είχαν μεγάλη ανταπόκριση από επισήμους, κριτικούς και, κυρίως, κοινό.

Είναι αφιερώματα στην ηρωίδα της Αντίστασης Ηλέκτρα Αποστόλου, στους δεσμώτες της χούντας Βάσω Κατράκη, Μίκη Θεοδωράκη, Γιάννη Ρίτσο, στον πολύπαθο Σπύρο Μουστακλή, στον Τσε Γκεβάρα, στην Αντζελα Ντέιβις, στην Κύπρο, στο Βιετνάμ, στην ειρήνη. Αλλά το έργο που κυριαρχεί είναι το χαρακτικό το εμπνευσμένο από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Οχι μόνο λόγω του περιεχομένου του, αλλά και της έκτασής του -έξι μέτρα μήκος. Λέει:

―Στα έργα μου υπάρχει η ανθρώπινη οδύνη, αλλά και η αποφασιστικότητα... Οι άνθρωποι που κινούνται στα έργα μου σηκώνουν το βάρος της σκλαβιάς και της τυραννίας. Αλλά είναι τόσο αλύγιστοι εκφραστικά, που δεν μπορούν παρά να μένουν όρθιοι ώς το τέλος. Ορθιοι ακόμα κι όταν πέφτουν. Αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμά μου.

Δημήτρης Γκιώνης
(Ελευθεροτυπία, 9 Οκτώβρη 2010)


Πορεύτηκε στο δρόμο της επαναστατικής τέχνης


Η κηδεία των θυμάτων της ένοπλης επίθεσης (Δεκεμβης 1944). Χαρακτικό του Τάσσου
Είκοσι επτά χρόνια απουσίας του μεγάλου μας δημιουργού, του «χαράκτη του αγώνα», του Τάσσου (Αλεβίζου), του καλλιτέχνη που λάμπρυνε την ελληνική τέχνη και τη ζωή του τόπου μας, συμπληρώνονται στις 13/10. Το διαχρονικό, οικουμενικό και βαθιά ανθρώπινο έργο του αποτέλεσε ύμνο στη Μητέρα, στη Γυναίκα, στην Αντίσταση, στην Ειρήνη. Κραυγή διαμαρτυρίας για τη χούντα, τον πόλεμο στο Βιετνάμ, τη διχοτόμηση της Κύπρου... Εξοπλισμένος με τα ιδανικά του ΚΚΕ, αλλά και με την ελληνική παράδοση, ο Τάσσος Α. άφησε πίσω του ένα μεγαλειώδες εικαστικό έργο, ακριβό κειμήλιο για τους νεότερους, που οφείλουν να το διαφυλάξουν. Το έργο του, πρωτότυπο, ρωμαλέο και σύγχρονο, αποτυπώνει το σφυγμό, το πάθος, τις ελπίδες και τους αγώνες του λαού μας, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στην ελληνική και παγκόσμια χαρακτική. Η καλλιτεχνική του δύναμη και ελευθερία δεν μπορούσε παρά να εκφραστεί σε μεγάλες επιφάνειες. Επιφάνειες που παρά το μαυρόασπρο συνήθως χρώμα τους, το μέγεθος, τη δωρική επικότητα της φόρμας και του περιεχομένου τους, είναι ανάλαφρες και φωτεινές. Κρύβουν μία απίστευτη τρυφερότητα. Εχουν το μέτρο του ανθρώπου και του κόσμου...

Ξυλογραφία: Η τέχνη του λαού

Πιστός στις αρχές του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, ο Τάσσος Αλεβίζος μπήκε στην αντιστασιακή χαρακτική, πορευόμενος από πριν το δρόμο της επαναστατικής τέχνης. Σε ηλικία 18 ετών παρουσιάζει έργα του στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» και λίγο αργότερα στον «Ριζοσπάστη». Η εκφραστικότητα, η δραματικότητα, οι τρόποι καλλιτεχνικής απόδοσης εναρμονίζονται με τη διεθνή επαναστατική τέχνη. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει και μια δεύτερη αρχή, που συνδέεται με τις εθνικές - λυρικές παραδόσεις του δασκάλου του, του Κεφαλληνού. Μέσα σ' αυτές τις ήδη διαμορφωμένες θέσεις από τη δεκαετία του '30, ο καλλιτέχνης μπαίνει ενεργά στον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές. Το χάραγμα στο ξύλο συνεχίζει να επικεντρώνει το ενδιαφέρον του, αφού την ξυλογραφία τη θεωρεί ο Τάσσος ως «την τέχνη του λαού».



Ο Τάσσος γεννήθηκε στη Μεσσηνία, το 1914. Μικρός παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής κοντά στον Γιώργο Κωτσάκη. Το 1930, σε ηλικία δεκαέξι ετών, έγινε δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα γλυπτικής και ζωγραφικής στα εργαστήρια του Θ. Θωμόπουλου, του Ουμβ. Αργυρού και του Κ. Παρθένη. Από το 1933 και μέχρι την αποφοίτησή του από τη Σχολή, το 1939, παρακολούθησε μαθήματα χαρακτικής στο εργαστήριο του Γ. Κεφαλληνού. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, στη Ρώμη και στη Φλωρεντία. Το 1930 γίνεται μέλος της ΟΚΝΕ. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος βρίσκει το δάσκαλο του Τάσσου, τον Γ. Κεφαλληνό, και τους επίλεκτους μαθητές του μπροστάρηδες στην ενίσχυση του πρώτου αντιφασιστικού αγώνα των Ελλήνων. «Τι έδωσες εσύ;», τιτλοφορείται μια από τις αφίσες του Τάσσου για τη μάχη κατά του Μουσολίνι. Κι ακολουθούν τα χρόνια της Κατοχής και της ηρωικής Εθνικής Αντίστασης. Τα χρόνια 1940-1944 ο Τάσσος παίρνει μέρος στον αγώνα ως στέλεχος της ΕΠΟΝ και του ΕΑΜ. Δουλεύει στην Επιτροπή Διαφώτισης της ΚΟΑ, με καθοδηγήτρια την Ηλέκτρα. Οι πιο επίλεκτοι μαθητές του Κεφαλληνού πρωτοστάτησαν με τα έργα τους στην προπαγάνδιση της ΕΑΜικής Αντίστασης. Λ. Μαγγιώρου, Β. Κατράκη, Φ. Ζαχαρίου, Μ. Μακρής, Σπ. Βασιλείου, Κ. Γραμματόπουλος, Α. Αστεριάδης, Χρ. Δαγκλής, Γ. Σικελιώτης και άλλοι ζωγράφοι και χαράκτες άνδρωσαν με τα έργα τους την επική μάχη της λευτεριάς.



Ξεχωριστή και πολύτιμη ήταν η προσφορά του Τάσσου στον παράνομο αντιστασιακό Τύπο. Οπως ο ίδιος ανέφερε, «δουλεύαμε πλάι στα παράνομα τυπογραφεία, φτιάχνοντας σε ξύλο και λινόλεουμ τις μήτρες για τις αφίσες και τα συνθήματα των αντιστασιακών οργανώσεων». Το σημαντικότερο έντυπο του οργανωμένου αγώνα του ελληνικού λαού για τη λευτεριά του ήταν το λεύκωμα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που κυκλοφόρησε στις 25 του Μάρτη του 1943. Η επεξεργασία της έκδοσης έγινε στο ατελιέ του Μ. Μακρή, κοντά στην εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα, στο Παγκράτι. Στο λεύκωμα δημιούργησαν ξυλογραφίες οι: Βάσω Κατράκη, Λουκία Μαγγιώρου, Τάσσος Αλεβίζος και Γιώργος Βελισσαρίδης. Το επόμενο λεύκωμα κυκλοφόρησε το 1945, από την ομάδα των καλλιτεχνών και λογοτεχνών της Εθνικής Αντίστασης, με τίτλο «Για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά». Το κοσμούσαν ξυλογραφίες των Γ. Βελισσαρίδη, Α. Τάσσου και Λ. Μαγγιώρου.

Αποτύπωση του αγώνα

Την Πρωτομαγιά του 1945, επέτειο της εκτέλεσης, το 1944, διακοσίων πατριωτών από τους κατακτητές, κυκλοφορεί το λεύκωμα «Θυσιαστήριο της λευτεριάς», με ξυλογραφίες των: Αλ. Κορογιαννάκη, Γ. Βελισσαρίδη, Β. Κατράκη, Τάσσου, Λ. Μαγγιώρου, Γ. Μανουσάκη. Το 1944 το ΕΑΜ εικαστικών καλλιτεχνών αποφασίζει να συμμετάσχει στην πανελλήνια έκθεση, η οποία τελούσε υπό το άγρυπνο μάτι των κατακτητών. Το αποτέλεσμα: Οι Γερμανοί σταμάτησαν την έκθεση σε λίγες μέρες και έκλεισαν για 40 μέρες στις φυλακές Αβέρωφ τον Τάσσο και τους Κεφαλληνό, Κορογιαννάκη, Κανά.

Παράλληλα με τη χαρακτική δημιουργία, ο Τάσσος υπηρέτησε με μεράκι την τέχνη του βιβλίου. Το σύνολο των βιβλίων που εικονογράφησε ξεπερνούν τα εξήντα, σ' ένα διάστημα 45 χρόνων. Πρόκειται για βιβλία στα οποία σχεδίασε εξ αρχής την εικονογράφηση και όχι για εκδόσεις στις οποίες ανατυπώθηκαν γνωστές ξυλογραφίες του. Αμέσως μετά τον πόλεμο, και συγκεκριμένα το 1945, ιδρύεται από το ΚΚΕ η εκδοτική εταιρεία «Τα Νέα Βιβλία» και ο Τάσσος αναλαμβάνει καλλιτεχνικός υπεύθυνος. Στα τρία χρόνια λειτουργίας της, κυκλοφόρησαν βιβλία με κοινωνικό περιεχόμενο, ιστορικές μονογραφίες, μελέτες για σπουδαίους ποιητές, καθώς και παλαιότερες ή νέες ποιητικές συλλογές. Σ' αυτή την περίοδο συνεργάζεται με την Αυγή Σακαλή, την Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη, τον Βασίλη Ρώτα, τον Μενέλαο Λουντέμη και το στενό του φίλο Δημήτρη Φωτιάδη. Ειδικά για την έκδοση του «Μακρυγιάννη» σχεδίασε ένα υπέροχο εξώφυλλο με την αυστηρή, αλλά και ταυτόχρονα φιλική μορφή του αγωνιστή.

Ως καλλιτεχνικός σύμβουλος του τυπογραφείου Ασπιώτη - Ελκα από το 1948, γνώρισε τις νέες εξελίξεις στην τυπογραφία και ασχολήθηκε με την εικονογράφηση βιβλιοφιλικών εκδόσεων. Παράλληλα - και για δέκα χρόνια - συνεργάστηκε με τον τότε Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων. Ακόμη, προχώρησε σε προσωπικές εκδόσεις λευκωμάτων. Οι εκδόσεις αυτές ξεκινούν το 1953 με το λεύκωμα «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη».

Κατά τη δεκαετία του 1960 η θεματογραφία του άρχισε να επικεντρώνεται στην απόδοση της ανθρώπινης μορφής. Εγκατέλειψε σταδιακά το χρώμα, χάραζε όλο και μεγαλύτερες πλάκες ξύλου και άρχισε να δημιουργεί θεματικές ενότητες σε τρίπτυχα ή τετράπτυχα. Η στροφή του χαράκτη, που παρατηρείται στις αρχές της δεκαετίας του '60, είναι εμφανής στα «Ματωμένα χώματα» (1963), ενώ το 1965 οι ολοσέλιδες ξυλογραφίες του κοσμούν την έκδοση, σε συνεργασία με τον Γ. Σεφέρη, «Ασμα Ασμάτων». Εγχρωμες ξυλογραφίες και πολλά διακοσμητικά, όλα χαραγμένα σε όρθιο ξύλο, περιλαμβάνει η «Ανάβαση» του Ξενοφώντα (1969) και η δίτομη «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου» του Θουκυδίδη (1974). Η τελευταία προσωπική του έκδοση ήταν η «Λυσιστράτη» (1978), η οποία περιλαμβάνει 24 έγχρωμες ξυλογραφίες σε πλάγιο ξύλο που χρειάστηκαν 110 διαφορετικές πλάκες για τη χάραξη των χρωμάτων. Από την ενασχόλησή του με το βιβλίο, σημειώνουμε ακόμη τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου (επετειακή έκδοση του 1979).

«Με ακατανίκητη επιμονή και υπομονή θα αναζητώ πάντα / ένα καλό χαρτί και ένα συγγραφέα / που με αγάπη θα τυπώνω ένα έργο του / και με αυτό στα χέρια μου θα ξεκινώ / για να συναντήσω τους επικριτές μου / που κι αυτοί με τη σειρά τους / θα κρατάνε στα χέρια τους το λίθο του αναθέματος εναντίον μου... / Εμένα όμως θα μου αρκεί η μυρουδιά του τυπογραφικού μελανιού για να συνεχίζω...» (Α. Τάσσος).

Κατά την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών, έζησε αυτοεξόριστος εκτός Ελλάδας και φιλοτέχνησε έργα κοινωνικής διαμαρτυρίας καταγράφοντας γεγονότα που τον συγκλόνισαν. Μετά την κατάρρευση της χούντας, εξέθεσε έργα του στην Εθνική Πινακοθήκη (1975) και λίγο καιρό αργότερα έγινε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ίδιου ιδρύματος. Το 1977, ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης.


Σοφία Αδαμίδου
(Ριζοσπάστης, 7 Οκτώβρη 2012)

Δεν υπάρχουν σχόλια: