Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

Η μοναξιά του αντάρτη


Όταν έφθανε ένας καινούργιος, μια ομάδα από καινούργιους, ήταν σαν να τράβαγες λαχνό, σαν λαχείο...πόσες πληροφορίες μπορούσε να σου δώσει ο καθένας και άσε που σου φρεσκάρανε τη μνήμη για διάφορα πράγματα... μπορούσες να ρωτήσεις για τους γείτονες σου, για τους συντρόφους σου στο φοιτητικό κίνημα...πώς δουλεύουν...τι γίνεται μ’ αυτούς που είναι στην παρανομία στην πόλη...
Πλημμύριζες τότε από ευτυχία, παρόλο που στους έξι μήνες για την ίδια, απαράλλαχτα, κατάσταση καταστρώνονται ολοένα και καινούργια σχέδια. Ο ερχομός των καινούργιων σήμαινε ότι το στρατόπεδο γέμιζε με καινούργια πράγματα, γέμιζε από νέες οπτικές γωνίες για τα πράγματα, με νέες γνώμες, με καινούργια κριτήρια, γέμιζε η μέρα και η νύχτα με καινούργιες συζητήσεις ή με νέα θέματα που δεν τα είχες κουβεντιάσει πριν με άλλους.

Έξι, επτά καινούργιοι σύντροφοι στο στρατόπεδο σήμαινε πλημμύρα... Από  την άλλη μεριά βλέπεις τα πρόσωπα...μα ακόμα δεν τους ξεχωρίζεις καλά, είναι καινούργια, τα ονόματα είναι καινούργια...ποιος είναι ο μάγκας;... μια πλημμύρα από πληροφορίες, μια πλημμύρα από συντροφιά... ένα σπάσιμο της συσσωρευμένης μοναξιάς. Ήταν η αιφνίδια εισβολή μιας παράφορης συντροφιάς στο στρατόπεδο. Ήταν το καταθρυμμάτισμα της μοναξιάς, ρίχνεις νερό στη μοναξιά κι εξατμίζεται, η μοναξιά διασκορπίζεται για λίγο. Νιώθεις την παρουσία σου να πλημμυρίζει από συντροφιά, να διαποτίζεται από συντροφιά η ατμόσφαιρα. Είναι ένα πράγμα εξαίσιο.

Κι εγώ ήμουν απ’ αυτούς που είπαν πολλές φορές στο αντάρτικο - αφού βρίσκεσαι πια για μήνες στο βουνό κι έχεις προσαρμοστεί στη ζωή κι έχεις μεταβληθεί πια σε αντάρτη - πως το πιο σκληρό αντάρτικο δεν είναι ο εφιάλτης του περάσματος μέση από άγρια τοπία, δεν είναι η φρίκη του αφιλόξενου βουνού, δεν είναι η έλλειψη τροφής, δεν είναι το κυνηγητό από τον εχθρό, δεν είναι που το κορμί σου είναι βρώμικο, δεν είναι ότι ζέχνεις ολόκληρος από μπόχα, δεν είναι που είσαι συνέχεια μουσκεμένος...είναι η μοναξιά. Τίποτα απ’ όλα  αυτά δεν είναι πιο σκληρό από τη μοναξιά.

Η μοναξιά είναι κάτι το φρικιαστικό, το αίσθημα της μοναξιάς είναι κάτι το απερίγραπτο και στο βουνό υπήρχε πολλή μοναξιά... Η έλλειψη της συντροφιάς, η έλλειψη της παρουσίας μιας σειράς από πράγματα που ο άνθρωπος της πόλης είναι συνηθισμένος να έχει πάντα δίπλα του, να ζει μαζί τους.

Μοναξιά είναι ο θόρυβος των αυτοκινήτων που αρχίζεις να τον ξεχνάς. Μοναξιά τη νύχτα είναι η ανάμνηση που έχεις από το ηλεκτρικό φως. Η μοναξιά των χρωμάτων, γιατί το βουνό είναι ντυμένο στα πράσινα ή στα σκοτεινά χρώματα. Το πράσινο είναι το χρώμα της φύσης...αλλά τι έγινε το πορτοκαλί;...Δεν υπάρχει μπλε, δεν υπάρχει γαλάζιο, δεν υπάρχει σκούρο μοβ, μοβ ανοιχτό, δεν υπάρχει κανένα από τα μοντέρνα χρώματα...

Η μοναξιά των τραγουδιών, των όμορφων τραγουδιών που σ' αρέσουν...Μοναξιά χωρίς τη γυναίκα, μοναξιά του σεξ... μοναξιά να σου λείπει η φαμίλια σου, η μάνα σου, τ’ αδέρφια σου, μοναξιά να σου λείπουν οι σύντροφοί σου από το κολέγιο...η απουσία... Μοναξιά να μη βλέπεις τους καθηγητές, να μη βλέπεις τους εργαζόμενους, να μη βλέπεις τους γείτονες...μοναξιά να μην ακούς τα λεωφορεία της πόλης, μοναξιά να μη νιώθεις τη ζέστη της πόλης, τη σκόνη της πόλης...μοναξιά το να μη μπορείς να πας στον κινηματογράφο...

Παρόλο που θέλεις να τα χεις όλα αυτά να σε συντροφεύουν, δεν μπορείς να τα έχεις... Η μοναξιά επιβάλλεται ενάντια στη θέληση σου, στην έννοια που θέλεις να δόσεις σ’ όλα αυτά μα δεν μπορείς, γιατί δεν μπορείς ν’ αφήσεις το αντάρτικο, γιατί ήρθες για ν’ αγωνιστείς, γιατί αυτή ήταν η απόφαση της ζωής σου. Λυτή η απομόνωση, αυτή η μοναξιά είναι το πιο σκληρό, το πιο τρομερό, αυτό που σε χτυπάει πιο πολύ απ' όλα...

Η μοναξιά να μη μπορείς να δόσεις ένα φιλί...αυτό που για ένα ανθρώπινο πλάσμα σημαίνει να μη μπορεί να χαϊδέψει κάτι...η μοναξιά του να μη σε χαϊδεύουν... ακόμα και τα ζώα χαϊδεύονται...ακόμα κι ένα ιοβόλο φίδι χαϊδεύει το αρσενικό, ένας σκαντζόχοιρος...ένα πουλάκι...τα ψάρια του ποταμού...όλα χαϊδεύονται. Εμείς δεν μπορούσαμε να έχουμε χάδια, ήμαστε γνήσιοι άντρες, δεν μπορούσαμε να χουμε γλυκόλογα. Αυτή η μοναξιά, αυτή η απουσία της θωπείας, κανένας να μη σε κανακεύει και κανένα να μην μπορείς να χαϊδέψεις...αυτό είναι πιο σκληρό, πιο βαθιά οδυνηρό από το να ‘σαι πάντοτε μουσκεμένος, να πεινάς, να πρέπει να ψάξεις για ξύλα, να πρέπει να βασανίζεσαι με τα πυκνά κλαδιά για να μη σου πέσουν τα ξύλα, να πρέπει να καθαρίζεις τον πισινό σου με φύλλα...τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι για μένα πιο τρομερό από την ατέλειωτη μοναξιά που ζούσαμε. Και το χειρότερο ήταν πως δεν ξέραμε πόσο καιρό ακόμα θα περνούσαμε έτσι.

Αυτό ανάπτυσσε σιγά-σιγά μέσα μας κάτι σαν αναγκαστική ισοπέδωση: έπρεπε να ξεγράψουμε το παρελθόν μας, τα χάδια, τα χαμόγελα, τα χρώματα, τη συντροφιά ενός γλυκού ποτού, τη συντροφιά ενός τσιγάρου, τη συντροφιά της ζάχαρης...γιατί δεν υπήρχε ζάχαρη, ένα χρόνο χωρίς να δοκιμάσουμε ζάχαρη...

Παραιτείσαι συνέχεια απ όλ’ αυτά. Και από την άλλη μόλις περπατήσεις λιγάκι, πέφτεις. Παρόλο που είσαι γερός και δυνατός, πέφτεις κάπου τριάντα φορές...και κανένας δεν ξαφνιάζεται...το μαγείρεμα γίνεται με ελάχιστους όρους υγιεινής...σχεδόν δεν πλένεσαι, ή πλένεσαι χωρίς σαπούνι...το φαί είναι το πιο μεγάλο θέλγητρο της ζωής σου εκεί, όμως βλέπεις πως διαρκώς έχει τα ίδια χάλια...μια χούφτα πεσόλ με αλάτι, ένα κομματάκι πιθηκίσιο κρέας, χωρίς κανενός είδους καρύκευμα, ή τρεις κουταλιές σκέτο πινόλ, ένα κουταλάκι γάλα σκόνη και μετά, μ’ αυτή την πείνα, πρέπει να πας να κάνεις πολιτική δουλειά με τους χωρικούς.

Και πας…και μουσκεύεσαι...και τρέμεις από το κρύο και πεινάς...και δεν υπάρχουν χάδια και δεν υπάρχουν γέλια...και δεν χαϊδεύεις καμιά...και η λάσπη...και το σκοτάδι της νύχτας... Και όλοι πλαγιασμένοι από τις εφτά στις αιώρες και ο καθένας να σκέφτεται ό,τι του κάνει κέφι...Μα κάθε φορά όλο και πιο πολύ κυριαρχείς στο περιβάλλον...Μαθαίνεις να περπατάς...δυναμώνουν τα πόδια σου...μαθαίνεις να κουμαντάρεις τη μαχαίρα σου...και με τον καιρό μεγαλώνουν οι τρίχες σου. Έβγαλα μουστάκια στο βουνό...Από την απλυσιά σκάει το δέρμα σου, μετά περνάνε χρόνια και καιροί ως να εξαφανιστούν οι ραγάδες κι ύστερα παρουσιάζονται άλλες σχισιματιές και πληγές, μέχρι που οι παλάμες σου και τα μπράτσα σου αρχίζουν να παίρνουν άλλο χρώμα...αρχίζουν να βγαίνουν κάλοι στα χέρια σου...και ρεύεσαι...αούπ...μπροστά σ’ όλο τον κόσμο κι όλη την ώρα πλένεις τα ρούχα σου...και η στρατιωτική εκπαίδευση... η Εθνοφρουρά...χωρίς ειδήσεις από την πόλη...η καταπίεση στην πόλη...

Τότε, σιγά-σιγά αυτός ο σωρός των ανθρώπων μεταλλάζει σ' ένα άλλο στοιχείο, σε πλάσματα άλλα, του βουνού, με νόηση, όμως σαν ζώα και χειρότερα, γιατί είμαστε ζώα καταπιεσμένα, στερημένα.

Σε κάποιο βαθμό αυτό ήταν εκείνο που βοήθησε να σφυρηλατηθεί μέσα στον καθένα μας τ' ατσάλι για να γκρεμίσουμε τη δικτατορία. Σκληραγωγήθηκε το δέρμα μας, η ματιά μας, ο ουρανίσκος μας, οξύνθηκε η όραση μας, τελειοποιήθηκε η όσφρηση μας...τα αντανακλαστικά μας...κινιόμασταν σαν ζώα. Σκληραγωγήθηκε η σκέψη μας, έγινε πιο καθαρή η ακοή μας, σιγά-σιγά μας τύλιγε η ίδια η σκληράδα του βουνού, η σκληράδα των ζώων...Περιβαλλόμασταν από μια κρούστα ανθρώπων-ζώων, σαν άνθρωποι λες χωρίς ψυχή. Ήμασταν σαύρες, σκαντζόχοιροι, γοργοί σαν τα ελάφια, επικίνδυνοι σαν ερπετά, περήφανοι σαν εξαγριωμένες τίγρεις. Έτσι σφυρηλατήθηκε σιγά-σιγά μέσα μας ένας χαρακτήρας που μας έκανε ν’ αντέχουμε σε ψυχικούς και σωματικούς πόνους. Αναπτύξαμε μια γρανιτένια θέληση απέναντι στο περιβάλλον. Η αντοχή της εμπροσθοφυλακής του ΣΜΕΑ* δεν είναι μια κενή λέξη. Το ΣΜΕΑ ανάπτυξε την πρακτική του και στο βουνό και στην πόλη και στον κάμπο με ένα χαρακτήρα σιδερένιο, ατσάλινο. Μια σύμπτωση ανθρώπων με γρανιτένια σταθερότητα, ένας πυρήνας ανθρώπων με αδιάφθορο τον ηθικό και τον ψυχικό τους κόσμο, που μπόρεσε γι’ αυτό να κινητοποιήσει ολόκληρη την κοινωνία ενάντια στη δικτατορία σε διάφορα στάδια...

Γιατί εμείς, όπως λένε οι χριστιανοί, απαρνηθήκαμε τους εαυτούς μας. Ωστόσο - κι αυτό είναι μια άλλη όψη, αντιφατική, μυστηριώδης - παρόλο που 'μασταν σκληροί και σκληραγωγημένοι, ήμασταν και τρυφεροί, παρόλη τη σκληρή μας όψη. Έτσι και μας άγγιζες λίγο, στα μάτια αλλάζανε οι κόρες τους και τότε παρουσιαζότανε μια ματιά αλλιώτικη. Δηλαδή, σκληροί ήμασταν κι απ’ έξω κι από μέσα, όμως ήμασταν ταυτόχρονα άνθρωποι πολύ τρυφεροί, πολύ πράοι, πολύ στοργικοί. Είχαμε μέσα μας στοργή αξόδιαστη, στοργή που δεν μπορούσαμε να μοιραστούμε μεταξύ μας όπως την μοιράζεται κανείς με το παιδί, με τη μάνα, με τη γυναίκα. Και καθώς όλη αυτή η στοργή ήταν αποθηκευμένη, συσσωρευμένη, σχημάτιζε στο τέλος μέσα μας ένα πηγάδι γεμάτο τρυφερότητα, αγάπη, σαν η έλλειψη ζάχαρης να είχε χρησιμέψει στο να συσσωρευτεί μέσα μας μια μεγάλη γλυκύτητα, ικανή να μας κάνει να τρέμουμε από συγκίνηση, να μας κάνει να κλαίμε, να μας ματώνει την καρδιά για τις αδικίες που βλέπαμε.

Ήμασταν άντρες σκληροί, σκληραγωγημένοι. Και ο Χένρι Ρουίς ήταν ικανός να μείνει χωρίς κουβέρτα, όταν περνούσαμε από κάποιο χτήμα κι έβλεπε ένα παιδί να κοιμάται ξεσκέπαστο. Του την έδινε την κουβέρτα κι ας ήξερε ότι αυτό δεν θα έλυνε το πρόβλημα κι ότι αυτός, ο αρχηγός μας, θα έμενε χωρίς κουβέρτα στο βουνό...Αυτή τη μοναξιά την μεταπλάσαμε σε αδερφοσύνη μεταξύ μας. Φερνόμασταν απότομα ο ένας στον άλλον, όμως στο βάθος αγαπιόμαστε με μια μεγάλη αντρίκεια τρυφερότητα.  Ήμασταν μια ομάδα από άντρες αδερφωμένους, μια ομάδα μ’ ένα αδιάκοπο φιλί ανάμεσα μας.

Αγαπιόμαστε μ' αίμα, με μανία, όμως με την αγάπη αδερφών, μια αδερφική αγάπη, θυμάμαι στη διάρκεια μιας πορείας ένας σύντροφος ανακάλυψε τη φωλιά ενός μικρού πουλιού και το πήρε και το κουβάλαγε έξι μέρες. Κι αυτό, γιατί ήταν ένας σύντροφος κάτω από το βουνό που είχε πει πως στη μητέρα του άρεσαν τα πουλάκια. Και ο σύντροφος που βρήκε το πουλάκι ήταν να κατεβάσει ταχυδρομείο στην πόλη, και κουβάλησε έξι μέρες το πουλάκι μαζί του. Περπάτησε έξι μέρες μ’ ένα τρυφερό πουλάκι στο χέρι - ένας «άγριος» σαν εμάς - βασανίστηκε με την πυκνή βλάστηση, στο πέρασμα των ποταμιών, περπάτησε δέκα χιλιόμετρα μέσα σε ποτάμια, σε κοτρόνες, πασχίζοντας να μην πέσει, να μη χάσει το πουλάκι, να μην του πέσει το σακίδιο, να μην πέσει πάνω στην Εθνοφρουρά...και στο θάνατο...όλ’ αυτά...με το πουλάκι στο χέρι...Ν’ αγωνίζεται με το άγριο περιβάλλον, να  κοιμάται με το πουλάκι στο χέρι...για να το πάει στο σύντροφο να το δόσει στη μητέρα του.

Κι εκείνος παίρνει το πουλάκι, στέκεται και το κοιτάζει, αγκαλιάζει τον άλλο και, είμαι σίγουρος, δεν κλαίει. Γιατί δεν μπορεί πια να κλάψει ή γιατί δεν θέλησε να κλάψει. Είναι σαν εκείνο το τραγούδι του Κάρλος Μεχία Γκοδόι που λέει πως εμείς διατηρήσαμε καθαρή, ολοκάθαρη τη ματιά...Ανάμεσα μας δεν υπήρχε εγωισμός.

Σαν το βουνό και η λάσπη, η λάσπη κι η βροχή, η μοναξιά, σαν όλ' αυτά να μας ξέπλυναν ένα σωρό λεκέδες της αστικής κοινωνίας. Μας ξέπλυναν ένα σωρό ελαττώματα. Εκεί μάθαμε να είμαστε ταπεινοί, γιατί εκεί στο βουνό μόνος σου δεν αξίζεις δεκάρα. Εκεί μαθαίνεις να ξεχωρίζεις τις αληθινές ανθρώπινες αξίες, που στο βουνό αναγκαστικά αναπτύσσονται. Και σιγά-σιγά πεθαίνουν όλα τα ελαττώματυ. Γι’ αυτό λέμε ότι η δημιουργία του καινούργιου ανθρώπου γίνεται στο ΣΜΕΑ.

Ο καινούργιος άνθρωπος αρχίζει να γεννιέται με ρόζους, με τα πόδια γεμάτα κακοφορμισμένες πληγές, ο καινούργιος άνθρωπος αρχίζει να γεννιέται με μοναξιά, να γεννιέται με τσιμπήματα κουνουπιών, ο καινούργιος άνθρωπος αρχίζει να γεννιέται καταβρωμισμένος. Όλ’ αυτά είναι η εξωτερική πλευρά του. Γιατί από μέσα, με τα σκληρά χτυπήματα της κάθε μέρας, γεννιέται ο άνθρωπος με τη φρεσκάδα του βουνού, ένας άνθρωπος - θα φαινόταν σαν ψέμα - τόσο αγνός και άκακος, χωρίς εγωισμούς, ένας άνθρωπος που δεν είναι πια μικρόψυχος, ένας άνθρωπος τρυφερός, που θυσιάζεται για τους άλλους, ένας άνθρωπος που τα δίνει όλα για τους άλλους, ένας άνθρωπος που δεν γελάει παρά μόνο όταν γελάνε και οι άλλοι.

Αρχίζει να γεννιέται ένας καινούργιος άνθρωπος που κάνει σιγά-σιγά δική του μια ολόκληρη σειρά από ηθικές αξίες, τις συναντάει αυτές τις αξίες και τις παίρνει και τις προσέχει και τις κανακεύει και τις καλλιεργεί μέσα του, γιατί πάντα καλλιεργεί κανείς αυτή την τρυφεράδα στο βουνό. Εγώ καλλιεργούσα την ικανότητα να μη χάσω όλη αυτή την ομορφιά. Εκεί γεννιέται ο καινούργιος άνθρωπος, στο βουνό, όπως γεννιέται ο παράνομος στην πόλη, όπως γεννιέται ο αντάρτης του κάμπου...

Η στρατιωτική εκπαίδευση πρέπει να έχει μεγάλη σχέση μ’ αυτό που μιλάμε. Η αρχή και το τέλος είναι εκείνο που πιο πολύ χαράζεται μέσα στον άνθρωπο, η αρχή και το τέλος είναι εκείνο που επηρεάζει πιο πολύ απ’ ό,τι άλλο τον άνθρωπο. Η εκπαίδευση είναι η αρχή. Και είναι αποφασιστική, γιατί εκεί είναι που αρχίζει κανείς να παίρνει τη συστηματική γνώση και πληροφόρηση για να την αφομοιώσει, έτσι η εκπαίδευση βαραίνει πολύ στην παραπέρα συμπεριφορά, εξέλιξη και τον τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου.

* ΣΜΕΑ: Σαντινιστικό Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Ομάρ Καμπέσας «ΣΑΝΤΙΝΙΣΤΑΣ: Φωτιά απ’ τα βουνά», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985)

Ο Ομάρ Καμπέσας Λακάγιο γεννήθηκε το 1950 στη Λεόν της Νικαράγουας. Σαν φοιτητής πήρε μέρος στους αγώνες ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς του Σομόζα, ως στέλεχος του Φοιτητικού Επαναστατικού Μετώπου (ΦΕΜ) και του Σαντινιστικού Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης (ΣΜΕΑ). Μετά τη νίκη της Σαντινιστικής Επανάστασης του απονεμήθηκε ο τίτλος του Κομαντάντε. Υπήρξε μέλος της Εθνικής Διοίκησης του ΣΜΕΑ και επικεφαλής της Πολιτικής Διεύθυνσης του υπουργείου Εσωτερικών της Νικαράγουας. Το βιβλίο «ΣΑΝΤΙΝΙΣΤΑΣ: Φωτιά απ’ τα βουνά» (πρωτότυπος τίτλος: Το βουνό είναι κάτι παραπάνω από μια απέραντη πράσινη στέπα) πρωτοκυκλοφόρησε το 1982 και γνώρισε διεθνή εκδοτική επιτυχία με δεκάδες εκδόσεις σε πολλές γλώσσες. Είναι η μαρτυρία του συγγραφέα για τις εμπειρίες του σαν νεαρού αντάρτη. Δίνει στον αναγνώστη με απλότητα, χιούμορ, και ειλικρίνεια την εικόνα ενός αληθινού επαναστάτη που τον φλογίζει και τον οδηγεί ένα όνειρο: να απελευθερώσει την πατρίδα του. Η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχεται από το βιβλίο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: