Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Αντιπαλεύοντας τον αρνητικό συσχετισμό στο συνδικαλιστικό κίνημα


Γράφαμε σε προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας για το συσχετισμό δυνάμεων, ότι αυτός είναι αρνητικός για τους εργαζόμενους και το λαό, στο βαθμό που η αστική τάξη, η οποία έχει την πραγματική εξουσία και την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, διατηρεί στο ακέραιο την ικανότητα να χειραγωγεί και να ενσωματώνει με διάφορους τρόπους τη λαϊκή δυσαρέσκεια, να την εκτρέπει σε δρόμους ανώδυνους για τον πυρήνα των συμφερόντων της.

Αυτός ο αρνητικός συσχετισμός εκφράστηκε και στις πρόσφατες εκλογές, όπου παρά το αποδεδειγμένα αντιλαϊκό τους πρόγραμμα, οι δυνάμεις που ψήφισαν ή στήριξαν τα μνημόνια πήραν αθροιστικά σχεδόν το 80% των ψήφων. Εκατοντάδες χιλιάδες ψήφοι κατευθύνθηκαν και σε κόμματα που δεν ψήφισαν τα μνημόνια, αλλά υπερασπίζονται το στόχο της καπιταλιστικής ανάκαμψης και παρουσιάζουν στο λαό σαν μονόδρομο τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης.

Είναι αυτονόητο ότι αυτός ο αρνητικός συσχετισμός διαμορφώθηκε σε βάθος χρόνου, στο έδαφος αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων. Υπάρχει μόνο ένας δρόμος για την αλλαγή του, η πορεία ανασύνταξης του εργατικού κινήματος, η συγκρότηση της λαϊκής συμμαχίας, η ενδυνάμωση της πάλης σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, η συσπείρωση με το ΚΚΕ.

Μόνο μέσα σ' αυτό το δρόμο μπορεί να δημιουργηθούν προϋποθέσεις βελτίωσης του συσχετισμού υπέρ του λαού, να μπουν οι βάσεις για τη ριζική ανατροπή του. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι καινούργιο. Αποτυπώνεται σε εκτιμήσεις του ΚΚΕ όλο το προηγούμενο διάστημα. Τώρα, όμως, υπάρχει μεγαλύτερη πείρα για να κατανοηθεί η σημασία του, αλλά και η συνθετότητα των καθηκόντων που προκύπτουν, όχι μόνο για τους κομμουνιστές, αλλά για κάθε πρωτοπόρο αγωνιστή εργαζόμενο.

Το παράδειγμα από τον κλάδο του Μετάλλου

Ας το δούμε αυτό με ένα παράδειγμα. Ο κλάδος του Μετάλλου πλήγηκε ιδιαίτερα από την καπιταλιστική κρίση. Σ' αυτό επέδρασε, μεταξύ άλλων, η κρίση στον κατασκευαστικό τομέα, που ξεκίνησε πολύ πριν το 2009, αλλά και η θέση που είχαν στον ευρωπαϊκό και διεθνή ανταγωνισμό οι επιχειρηματικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Η εργοδοσία πρωτοστάτησε στην επίθεση, για να φορτώσει την κρίση στους εργαζόμενους, συντρίβοντας δικαιώματα και κατακτήσεις παλιότερων εποχών.

Βέβαια, πολλές επιχειρήσεις δεν άντεξαν την κρίση και τον ανταγωνισμό και έκλεισαν. Αυτές, όμως, που δίνουν μάχη διατήρησης και επέκτασης της δραστηριότητάς τους στην εγχώρια και διεθνή αγορά, κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να συμβιβάσουν τους εργαζόμενους με τις περικοπές σε μισθούς και δικαιώματα, με τις απολύσεις συναδέλφων τους. Τους σέρνουν ακόμα και για να γίνουν συνένοχοι, στηρίζοντας ενεργητικά ή παθητικά τα συμφέροντα της εργοδοσίας στο διακλαδικό ανταγωνισμό.

Για παράδειγμα, στους τόπους δουλειάς η εργοδοσία τροφοδοτεί την αντίληψη ότι χωρίς μείωση του κόστους της ενέργειας, η ανταγωνιστικότητα του κλάδου θα συνεχίσει να πλήττεται και αυτό θα μεταφραστεί σε κλείσιμο επιχειρήσεων, νέες απολύσεις και απώλεια δικαιωμάτων. Προβάλλει συνολικά την ανάγκη να περιοριστεί το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, προκειμένου να μείνουν σε λειτουργία και να μην κλείσουν, όπως έγινε με άλλες.

Με αυτόν τον τρόπο κατευθύνει τους εργαζόμενους είτε να μην αντιδρούν σε μέτρα που παίρνονται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρηματικών ομίλων και είναι σε βάρος τους, είτε ακόμα και να συμμετέχουν ενεργά στη διεκδίκηση μέτρων και προνομίων που απαιτεί η εργοδοσία από την κυβέρνηση, το κόστος των οποίων θα πληρώσουν πάλι οι ίδιοι, όπως και το σύνολο των λαϊκών στρωμάτων.

Σε τέτοιες συνθήκες, είναι πιο εύκολο να αναπτυχθεί και ο ανταγωνισμός και η διαίρεση ανάμεσα σε εργαζόμενους διαφορετικών κλάδων ή και του ίδιου κλάδου, για το ποιο αφεντικό θα επιβιώσει, ποια επιχείρηση και ποια οικονομική δραστηριότητα θα ενισχυθεί με κονδύλια και προνόμια. Αυτός ο ανταγωνισμός, όμως, αφορά συγκρουόμενα συμφέροντα μερίδων της πλουτοκρατίας και καμιά σχέση δεν έχει με τα συμφέροντα και τις ανάγκες των εργαζομένων.

Τι είναι αυτό που βαραίνει;

Πού «πατάει», όμως, όλο αυτό και τι εκφράζει; Χωρίς αμφιβολία, δείχνει την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής στις εργατικές - λαϊκές συνειδήσεις: Από τον τρόπο που οι εργαζόμενοι ερμηνεύουν την κρίση, μέχρι τα κριτήρια με τα οποία διαμορφώνουν τη στάση τους απέναντι στην επίθεση της εργοδοσίας. Από τον τρόπο που αντιλαμβάνονται το ρόλο τους στην παραγωγή, μέχρι την ερμηνεία που δίνουν στα κίνητρα του εργοδότη όταν τους ανακοινώνει την απόφαση να πετσοκόψει τα δικαιώματά τους.

Από τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την «ευθύνη» του κράτους απέναντι στον εργοδότη τους, μέχρι τον τρόπο που βλέπουν τους συναδέλφους τους σε άλλον όμιλο, όταν αυτοί κινητοποιούνται για να αποτρέψουν μέτρα σε βάρος τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «Χαλυβουργία» στον Ασπρόπυργο και το εργοστάσιο της ίδιας επιχείρησης στο Βόλο.
Σε τελική ανάλυση, αυτό που βαραίνει στη διαμόρφωση της στάσης των εργαζομένων, είναι η αποδοχή των θέσεων της εργοδοσίας ότι χωρίς τα δικά της κεφάλαια δουλειά δεν υπάρχει. Οτι η διατήρηση και βελτίωση της καπιταλιστικής ανταγωνιστικότητας είναι όρος επιβίωσης για τους ίδιους τους εργαζόμενους. Οτι η ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας είναι η μόνη που μπορεί να βγάλει τους εργαζόμενους από το «σπιράλ» της ανεργίας, των περικοπών και των μέτρων. Οτι δεν υπάρχει άλλος δρόμος ανάπτυξης πέρα από αυτόν που οι εργοδότες κάνουν κουμάντο στην οικονομία και κατέχουν την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.

Ο εργοδοτικός - κυβερνητικός συνδικαλισμός και ο ρεφορμισμός

Ο ρόλος που παίζουν οι δυνάμεις της εργοδοσίας στα συνδικάτα, συνολικά ο εργοδοτικός - κυβερνητικός συνδικαλισμός, παλιός και νέος, είναι καθοριστικός, καθώς συμβάλλει στον εγκλωβισμό εργαζομένων στην αστική ιδεολογία και πολιτική. Προωθεί τον «κοινωνικό διάλογο», επιτίθεται και συκοφαντεί το ταξικό κίνημα. Αντίστοιχα ορισμένες δυνάμεις ρεφορμιστικές σπέρνουν αυταπάτες και ψευδαισθήσεις για φιλολαϊκές λύσεις εντός του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και της ΕΕ, μέσω αλλαγής του μίγματος διαχείρισης και της κυβερνητικής εναλλαγής. Αποπροσανατολίζοντας τους εργαζόμενους από τον κύριο αντίπαλο, το κεφάλαιο και την εξουσία του.

Η γραμμή τους δεν είναι αποτέλεσμα υποταγής στον αρνητικό ταξικό συσχετισμό δυνάμεων, αλλά έχει συμβολή στη διαμόρφωσή του. Από αυτή τη σκοπιά, ο εργοδοτικός - κυβερνητικός συνδικαλισμός και ο ρεφορμισμός είναι μέρος του προβλήματος που έχουν μπροστά τους οι εργαζόμενοι, ακόμα και για να πετύχουν τα ελάχιστα όταν ξεσπάει ένας αγώνας. Είναι εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν για να κάνει το κίνημα βήματα προς τα μπρος.

Εξίσου σημαντικό ζήτημα είναι η συνολική υποχώρηση του κινήματος, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και παγκόσμια, που εκφράζεται σε όλα τα επίπεδα: Οργανωτικό, ιδεολογικό και πολιτικό. Τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα στην περίοδο της κρίσης, η τάση αυτής της υποχώρησης ενισχύθηκε. Υπήρξε μεγαλύτερη αναδίπλωση και κέρδισαν νέο έδαφος η παθητική αναμονή και η συντηρητικοποίηση ενός μεγάλου τμήματος του λαού.

Βέβαια, κάτω από την πίεση των οξυμένων προβλημάτων, μπορεί σ' ένα χώρο ή σ' έναν κλάδο να ξέσπασαν και να ξεσπούν αγώνες. Αυτό, όμως, δε σημαίνει από μόνο του και ρήγμα στο συσχετισμό δύναμης, στο βαθμό που η εργοδοσία και το κράτος της διατηρούν την ικανότητα με διάφορους τρόπους να αντιμετωπίζουν, να διαχειρίζονται και να ενσωματώνουν τις εργατικές αντιδράσεις και τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Υπάρχει άλλος δρόμος

Στο οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα διεξάγεται διαπάλη για τον προσανατολισμό της πάλης, ανάμεσα στις ταξικές δυνάμεις και τις δυνάμεις του εργοδοτικού κυβερνητικού συνδικαλισμού. Διαπάλη ανάμεσα στη γραμμή της ταξικής σύγκρουσης από τη μία και της ταξικής συνεργασίας από την άλλη.

Ανασύνταξη στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα σημαίνει να ενισχυθεί ο ταξικός πόλος συσπείρωσης και ταυτόχρονα να υποχωρήσει η επιρροή της εργοδοσίας, που εκφράζεται με ποικίλους τρόπους. Να δυναμώνει η συμμαχία της εργατικής τάξης με τα φτωχά λαϊκά στρώματα της πόλης και του χωριού, σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.

Το υπ' αριθμόν ένα ζήτημα είναι πώς οι μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, όπως τα συνδικάτα, τα σωματεία θα αναζωογονηθούν, θα καταφέρουν να είναι όργανα της ταξικής πάλης των εργαζομένων και όχι μηχανισμοί ενσωμάτωσης, στήριξης της εργοδοσίας, των αστικών κυβερνήσεων ή των αστικών κομμάτων.

Κομβικό ζήτημα της ανασύνταξης είναι να αποκτήσουν οι ταξικές δυνάμεις σε κάθε κλάδο την ικανότητα να δουλεύουν και να προσελκύουν στην πάλη τη μεγάλη μάζα των ανοργάνωτων και ασυνδικάλιστων εργαζομένων, να τους εντάσσουν στη ζωή των σωματείων. Να πολλαπλασιάζονται τα στηρίγματα των κλαδικών συνδικάτων στους τόπους δουλείας, με παραρτήματα που θα συσπειρώνουν την πλειοψηφία των εργαζόμενων, με Επιτροπές Αγώνα εκεί όπου οι ταξικές δυνάμεις δουλεύουν με όρους μειοψηφίας.

Με κάθε αφορμή, με μόνιμη και συστηματική δουλειά, να αποσπώνται δυνάμεις από την επιρροή του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού, οι οποίες, ακόμα και αν δε συμφωνούν με όλες τις θέσεις και το συνολικό πλαίσιο του ταξικού κινήματος, έχουν αντίληψη των ευθυνών της συνδικαλιστικής πλειοψηφίας για το σημερινό εκφυλισμό του κινήματος και θέλουν την αναζωογόνησή του.

Αυτό που σήμερα είναι αναγκαίο για να υποστεί ρήγματα ο αρνητικός συσχετισμός δύναμης, είναι να διευρύνεται σταθερά το ταξικό ρεύμα στο κίνημα που παλεύει για να εμποδίσει τα αντιλαϊκά μέτρα, να πάρει πίσω κατακτήσεις που αφαιρέθηκαν από τους εργαζόμενους, να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.

Περ. Κουρμ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: