Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

«Η γυναίκα του μόχθου και της αξιοπρέπειας» - Συνεχίζεται μέχρι 22/3 στην Άρτα η έκθεση φωτογραφίας του Βασίλη Γκανιάτσα


«Πολιτισμός είναι ένα τέλειο κέντημα της γιαγιάς
σ’ ένα φτωχικό σπίτι.»

Πρόκειται για την πιο απλή και ουσιαστική αναδημιουργό της ζωής. Πρόκειται για το σύμβολο της απλότητας, της παρηγοριάς και της σοφίας. Είναι η αιώνια κι αστείρευτη πηγή της προσφοράς και της αγάπης. Είναι η γιαγιά.

Στα νιάτα της κεντούσε μ’ ένα γούστο διακοσμητικό της Κνωσού. Τώρα, στα χρόνια της μεγάλης στέγνιας κεντάει με λόγια σαν τη σιγανή βροχή και το γλυκό νανούρισμα της επιστροφής στα χρόνια της αθωότητας. Γι αυτό είναι αξιαγάπητη. Γιατί είναι αυτή που είναι. Με τα άσπρα της μαλλιά και τις ρυτίδες της, που δεν τις φοβήθηκε και δεν ντράπηκε ποτέ γι αυτές. Με τα χρόνια της, τα βάσανά της , και την αξιοπρέπειά της. Με το χαμόγελό της που ‘ναι σαν τα λουλούδια του κήπου της. Με την αυλή της που γίνεται σχεδόν κάθε μέρα το ιμαρέτ του θεού, όπου βρίσκει δροσιά  ο συγγενής, ο γείτονας, ο περαστικός, που το λαμπερό της βλέμμα δε θα τον δει σαν ξένο και θα μοιραστεί  μαζί του  την καλημέρα της. ΚΙ αν αυτό δεν είναι, όπως λένε αυτοί που έχουν «προοδεύσει», πραγματική ζωή  αυτό ποσώς την ενδιαφέρει, αφού η γιαγιά έχει την εικόνα του ανθρώπου και του κόσμου εντός της.

Η κουζίνα της είναι μια πεντακάθαρη, απαστράπτουσα, απόλυτα τακτοποιημένη σκηνή θεάτρου, όπου παίζεται το πιο νόστιμο έργο της Ζωής. Εδώ ετοίμαζε για χρόνια το φαγητό για την οικογένειάτης. Εδώ ετοιμάζει και τώρα το φαγητό, πολλές φορές και για τις οικογένειες των παιδιών της, με τα μπαχαρικά της καρδιάς της.  Στο νεροχύτη αναμετριέται χρόνια τώρα με τις βαριές της μνήμες και τις οδυνηρές απουσίες,  και ξεπλένει τα σκεύη και με τα δάκρυά της ενίοτε κρυφά,  συνομιλώντας μόνο με την εικόνα της Παναγίας απέναντί της. Πηγαινοέρχεται σαν πνεύμα αγαθό κι ετοιμάζει με τα αρθριτικά της χέρια τα πιο ωραία σπιτικά γλυκά και τις μοναδικές πίτες για τα εγγόνια της, «τα παιδάκια της», όπως αναφωνεί κάθε που τα βλέπει. Πολλά χείλη το λένε χαιδευτικά «παιδάκια μου», αλλά της γιαγιάς τα χείλη έχουν άλλη σημασία, γιατί τα ίδια ακριβώς λόγια σε διαφορετικά στόματα σημαίνουν διαφορετικά πράγματα. Τα προφταίνει όλα ανέκοπα κι αθόρυβα,  παρά το βάρος των χρόνων της, σα να ‘χουν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνάει με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη.

Την παρατηρώ διακριτικά και προσπαθώ να έρθω πιο κοντά στο βαθύ και μακρινό κόσμο των γυναικών απ’ όπου αρχίζει το θαύμα της ζωής. Ζυγίζω τα λόγια της, αφουγκράζομαι τις σιωπές της, περιπλανιέμαι στα μάτια της και στο δικό της χρόνο, ιχνογραφώ τα χέρια της, παρατηρώ παλιές φωτογραφίες και  αντικείμενα με τα οποία είναι συνδεδεμένη ολόκληρη η ζωή της, όλα αυτά που έχουν κάτι από την αφή της και την ανάσα της, όλα αυτά που μιλούν με τον τρόπο τους για την ομορφιά της παράδοσης,  για τις αξίες της απλότητας και  της ταπεινοσύνης,  μιλούν με απλά και καθαρά λόγια, με τα δικά της λόγια, τα λόγια του θαύματος και της γιορτής, για τα τιμαλφή που οι ανεμοθύελλες της τεχνολογίας θέλουν να σαρώσουν. Τη θαυμάζω, ναι, γιατί αν και αγράμματη προφύλαξε τον εαυτό της από το  ελκυστικό καρναβάλι των τελευταίων δεκαετιών που μας οδήγησε ως κοινωνία σ’ ένα άδειασμα όχι μόνο ηθικό, αλλά βαθιά οντολογικό. 

Τα προφταίνει όλα ανέκοπα κι αθόρυβα παρά το βάρος των χρόνων της. Και κάθε Κυριακή, και κάθε γιορτή  καθαρή σαν αστέρι πηγαίνει στην εκκλησία, γιατί ξέρει κι ας μη της το δίδαξε ποτέ κανείς  πως «είναι σωστό  να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει.»  Γιατί ξέρει, κι ας μη της το δίδαξε ποτέ κανείς ότι η σωτηρία του ανθρώπου δε γίνεται με διαγγέλματα αλλά με σιωπηλό αγώνα και θυσία.

Ο κόσμος έχει καταντήσει στυγνός και στεγνός. Κι ωστόσο μέσα σ’ αυτή την ανιστορική φενάκη που ακόμη και η λέξη «σεβασμός» ακούγεται σαν βλασφημία, και η κάθε νέα γενιά φέρεται ως και ληστρικά στην προηγούμενη, το βλέμμα της γιαγιάς βλέπει αυτόν τον κόσμο με ενόραση, βαθιά ιστορικά, βαθιά ερωτικά. Το χρειαζόμαστε αυτό το βλέμμα για να μη βουλιάξουμε στη λάσπη της αυτοεκμηδένισης.
                                                    
Βασίλης Τάτσης-Φιλόλογος

Υ.Γ. Αφιερώνεται  στον φωτογράφο-κινηματογραφιστή Βασίλη Γκανιάτσα  και την έκθεσή  του φωτογραφίας με θέμα «Η γυναίκα του μόχθου και της αξιοπρέπειας»

Συνεχίζεται μέχρι 22/3/2015 η Έκθεση φωτογραφίας του φωτογράφου – κινηματογραφιστή Βασίλη Γκανιάτσα, στην Πινακοθήκη «Γ.Μόραλης»  με θέμα: «Η γυναίκα του μόχθου και της αξιοπρέπειας».
   Ώρες λειτουργίας  έκθεσης   : 9.30-13.30 και 17.30-20.30

Δεν υπάρχουν σχόλια: