Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Δύο παπάδες, δύο στάσεις ζωής


Ενας παπάς στην υπηρεσία του νόμου λειτουργεί τα απογεύματα στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ηλιούπολη, ενώ κάθε πρωί στις 7.00 βρίσκεται στο πόστο του ανθυπαστυνόμου στη Γ.Α.Δ.Α.
Οπως αναφέρει ο ίδιος o 29χρονος Κωνσταντίνος Σπανός μιλώντας στην εφημερίδα Δημοκρατία:

«Από τα παιδικά χρόνια μου η Εκκλησία ήταν η πιο όμορφη εμπειρία της ζωής μου. Μάλιστα, είχα και την ιδιαίτερη ευλογία να διακονώ τον ιερέα της ενορίας μου. Παρά την αγάπη μου για την Εκκλησία, αποφάσισα αρχικά να ενταχθώ στο Σώμα της ΕΛ.ΑΣ. Μεγαλώνοντας, όμως επιθυμούσα να αφοσιωθώ όλο και περισσότερο στο έργο του Ευαγγελίου. Έτσι αποφάσισα να γίνω κληρικός».

Οσο για το πώς πήραν οι συνάδελφοί του αλλά και οι πιστοί της ενορίας τη διπλή του ζωή, αναφέρει ότι όλοι αποδέχθηκαν αμέσως την επιλογή του: «Η αγάπη και η στήριξη τους είναι ιδιαιτέρως σημαντικές. Είμαι ευγνώμων στον Θεό και τον μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο, που δέχθηκε τη μορφή αυτής της διακονίας μου, στον πνευματικό μου πατέρα, στη σύζυγο και στους συγγενείς μου».

Αρχιμανδρίτης Βαρβέλης
Η μάνα μου καθαρίστρια, εγώ παιδί και ανίψι καθαριστριών.

Έλαμπαν τα σπίτια που δούλευε 6 μέρες την εβδομάδα και την έβδομη, την Κυριακή, (στην «αργία» της), να καθαρίσει και το δικό μας το σπίτι κ΄ εμάς, να μαγειρέψει ένα πιάτο ζεστό φαγητό, να πλύνει, ν΄ απλώσει, να σιδερώσει, να μας αγκαλιάσει και να… ξεκουραστεί.

Αυτή η μάνα μου!

Αυτές οι Περιστεριώτισσες οι μανάδες των φίλων μας, που ξεκινούσαν χαράματα νηστικιές, αφήνοντας τα παιδιά στους δρόμους, για να φτάσουν στην Εκάλη, στη Φιλοθέη, στο Ψυχικό, με κρύο, με βροχή, με χιόνι, με ζέστη και να γίνουν «παραδουλεύτρες» όπως τις έλεγαν οι «Κυρίες», για να μας μεγαλώσουν, με το μεροκάματό τους, να μας μορφώσουν, να γίνουμε άνθρωποι. Και οι περισσότεροι γίναμε!

Κ΄ οταν επέστρεφε η μάνα απ΄ τη δουλεία, έχοντας μέσα στην τσάντα της την βρεγμένη της ρόμπα που φορούσε όταν σφουγγάριζε με τα γόνατα τα πατώματα, μικρός εγώ, πολύ μικρός, την ρώταγα με αγωνία:

– Μαμά τι μου έφερες;

– Κούραση παιδί μου, η απάντηση της. Κούραση.

Μεγαλώσαμε με τα ρούχα που έδιναν οι «Κυρίες» στη μάνα μας για ψυχικό. Δικό μας ρούχο δεν είχαμε. Αποφόρια. Μ΄ αυτά ντυνόμασταν.

Μανάδες ηρωίδες!

Σ΄ αυτές τις μανάδες σήκωσε το χέρι του ο Φασισμός. Αυτές τις μανάδες χτύπησαν οι «μπράβοι» των 500 ευρώ.

Αντί να φιλήσουν το χέρι τους, τις έστειλαν στα νοσοκομεία.

Αυτοί που σκότωσαν τον «αδελφό» μας και το «παιδί» μας, τον Γρηγορόπουλο,

αυτοί που προσφέρουν ασυλία στους Ναζιστές, σάρκα από την σάρκα τους,

αυτοί που πουλάνε πρέζα στις πιάτσες για να μην ξυπνήσει ποτέ ο λαός,

αυτοί που εκδίδουν πόρνες για να μαζεύουν τα ποσοστά,

αυτοί που φέρονται απάνθρωπα στους μετανάστες,

αυτοί που εκβιάζουν καταστηματάρχες,

αυτοί που πάντα υπηρετούν την εκάστοτε εξουσία πιστά,

οι ταγματαλήτες στην κατοχή, οι ασφαλίτες στη χούντα, για να λάβουν ως ανταπόδωση το «μέρισμά τους…» τόλμησαν και σήκωσαν το βέβηλο χέρι τους, στις μανάδες μας.

Σ΄ ολα αυτά τα ανθρωπάρια, με τους γυμνασμένους μύες και το ελάχιστο μυαλό, που με την στάση και την συμπεριφορά τους έφτυσαν τις ίδιες τις μανάδες τους, γυρίζω την πλάτη.

Σκληραίνω την καρδιά μου.

Δεν τους ευλογώ πια. Δεν μου βγαίνει.

Δεν έχω ευχή γ΄ αυτούς.

Όλοι αυτοί, θα με βρουν μπροστά τους, στον αγώνα.

Φωνάζω δυνατά:

Ξυπνήστε όλοι, ξύπνα επιτέλους λαέ του Θεού πριν να είναι αργά.

«ΑΚΟΥΣΑΤΕ οὖν, βασιλεῖς, καὶ σύνετε· μάθετε, δικασταὶ περάτων γῆς. 2 ἐνωτίσασθε οἱ κρατοῦντες πλήθους καὶ γεγαυρωμένοι ἐπὶ ὄχλοις ἐθνῶν· 3 ὅτι ἐδόθη παρὰ τοῦ Κυρίου ἡ κράτησις ὑμῖν καὶ ἡ δυναστεία παρὰ ῾Υψίστου, ὃς ἐξετάσει ὑμῶν τὰ ἔργα καὶ τὰς βουλὰς διερευνήσει· 4 ὅτι ὑπηρέται ὄντες τῆς αὐτοῦ βασιλείας οὐκ ἐκρίνατε ὀρθῶς, οὐδὲ ἐφυλάξατε νόμον, οὐδὲ κατὰ τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ ἐπορεύθητε. 5 φρικτῶς καὶ ταχέως ἐπιστήσεται ὑμῖν, ὅτι κρίσις ἀπότομος ἐν τοῖς ὑπερέχουσι γίνεται…»


Και η συνέχεια:

«Έγραψα για τη μάνα μου, την «παραδουλεύτρα..» όπως την αποκαλούσαν οι «κυρίες» που εργαζόταν και ξαφνικά γέμισα φίλους.

Εχθρό έχω μόνο ένα και τεράστιο, τον εαυτό μου, βαρέθηκα να τον παλεύω.

Καλώς σας βρήκα λοιπόν φίλοι και σύντροφοι.

Σας ευχαριστώ όλους, από καρδίας για την αγάπη σας αλλά να ξέρετε πως μαζί μ΄ αυτή, μου δώσατε και παραπάνω κόπο. Κόπο ευλογημένο.

Έχω να προσεύχομαι για πολλούς παραπάνω. Για όσους πιστεύουν στον Θεό κ για όσους δεν πιστεύουν, μια χάρη μόνο θα ζητήσω.

Μη φωνάζετε που χτυπούν οι καμπάνες στις Εκκλησιές και σας ξυπνάνε.

Γιατί αυτές κάποια στιγμή συντρόφοι – να το θυμάστε – θα ξαναχτυπήσουν για να σημάνουν και πάλι την λευτεριά μας!

Και θα ΄ναι ο ήχος τους γεμάτος γλύκα!!!» 

Δεν υπάρχουν σχόλια: