Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Καπιταλιστική ανάπτυξη στα λαϊκά συντρίμμια - Αναβαθμίζονται ανταγωνιστικότητα και εκμετάλλευση - Ούτε ένας εργαζόμενος σε κάθε σπίτι


Έκθεση «Τράπεζας Πειραιώς»: Καπιταλιστική ανάπτυξη στα λαϊκά συντρίμμια
Με εντατικούς ρυθμούς συνεχίζονται οι επεξεργασίες στα αστικά επιτελεία σχετικά με τη διαμόρφωση του νέου «αναπτυξιακού μοντέλου» και για τις αναδιαρθρώσεις που απαιτούνται και θα εφαρμοστούν στην ελληνική οικονομία. Σε σχετική παρέμβαση προχώρησε και η «Τράπεζα Πειραιώς», με προτάσεις που αφορούν τις αναγκαίες προσαρμογές του κεφαλαίου και της πολιτικής του σε συνθήκες μειωμένης εσωτερικής κατανάλωσης και διαρκούς υποχώρησης των κρατικών δαπανών για την κάλυψη των λαϊκών αναγκών.
Στην έκθεση, που δημοσιοποιήθηκε χτες, αναφέρονται τα παρακάτω :
1. Η «αύξηση της αποταμίευσης πρόνοιας» των νοικοκυριών κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η «μεγάλη απώλεια μελλοντικών μεταβιβάσεων από το Δημόσιο (λόγω της μεγάλης μείωσης των συντάξεων), αλλά και των μεταβιβάσεων σε είδος (λιγότερες καλύψεις σε ιατροφαρμακευτική δαπάνη, περίθαλψη κλπ.)», όπως σημειώνουν. Σε αυτό το πλαίσιο, τα νοικοκυριά που «θέλουν να διατηρήσουν ένα σταθερό επίπεδο διαβίωσης και στο μέλλον θα πρέπει να θυσιάσουν τωρινή κατανάλωση και να αυξήσουν την αποταμίευση για το μέλλον». Αυτό, με τη σειρά του, θα έχει «θετικά αποτελέσματα στο μέτρο και στο βαθμό που οι επιχειρήσεις και το Δημόσιο είναι διατεθειμένα να χρησιμοποιήσουν τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών για παραγωγικές επενδύσεις». Σημειώνουν, επίσης, ότι η «αποταμίευση πρόνοιας» των νοικοκυριών πρέπει να ενισχυθεί προκειμένου να αντισταθμίσουν τις «μεγάλες απομειώσεις στην περιουσιακή τους κατάσταση, κυρίως στην αξία της ακίνητης περιουσίας τους».
Τι λένε εδώ στα λαϊκά νοικοκυριά; Κάντε αποταμίευση (αλήθεια από το εισόδημα που δε φτάνει ούτε για τα στοιχειώδη τι αποταμίευση να γίνει;) στο όνομα αναγκών που καλύπτονταν από το κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία, αλλά τώρα έχουν περικοπεί. Και λέμε στο όνομα αυτών, γιατί οι τράπεζες θέλουν το αποταμιευμένο χρήμα των λαϊκών νοικοκυριών ως κεφάλαιο για καπιταλιστικές επενδύσεις.
2. Ως «συστηματικά μη ρεαλιστική» κρίνουν την προσέγγιση της Κομισιόν και του ΔΝΤ, που προβλέπουν «έκρηξη των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα». Σύμφωνα με την «Πειραιώς», καθοριστικοί παράγοντες είναι τα πραγματικά επιτόκια, τα οποία προσδιορίζουν το κόστος του κεφαλαίου, καθώς και η εσωτερική ζήτηση (κατανάλωση), η οποία επηρεάζει την απόδοση του κεφαλαίου, δηλαδή την κερδοφορία. Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνουν μέτρα άμεσης βελτίωσης σε συνδυασμό με το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Ουσιαστικά θέλουν πιο φτηνά επιτόκια δανεισμού τους (διεκδικούν χρήμα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), ταυτόχρονα με τόνωση της ζήτησης για αύξηση του τζίρου των επιχειρήσεων και των κερδών.

Πώς θα αυξήσουν τζίρους και κέρδη

3. Τονίζουν την ανάγκη προσαρμογής των ελληνικών επιχειρήσεων σε «συνθήκες μειωμένης εσωτερικής ζήτησης, η οποία θα πρέπει να αναπληρωθεί από την αύξηση των εξαγωγών». Προτάσσουν την ανάγκη επαναπροσανατολισμού από κλάδους που βασίζονται στην εσωτερική ζήτηση (οικοδομή, λιανικές πωλήσεις κ.ά.) σε κλάδους με εξαγωγικό προσανατολισμό. Επισημαίνουν ακόμη ότι σε «αντιπληθωριστικό περιβάλλον» η βελτίωση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων δεν μπορεί να επιτευχθεί με αυξήσεις τιμών, αλλά με την αύξηση του όγκου των πωλήσεων, ακόμη και σε μειωμένες τιμές. Αρα δε νοιάζονται για την κάλυψη των λαϊκών αναγκών.
4. Εστιάζουν στην ανάγκη «εκλογίκευσης» στο κόστος εξυπηρέτησης του κρατικού χρέους. Επίδικο ζήτημα είναι ο τρόπος «αξιοποίησης» πρωτογενών πλεονασμάτων από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, σε όφελος των ντόπιων επιχειρηματικών ομίλων. Παραθέτουν μάλιστα τις προβλέψεις του «Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής», σύμφωνα με το οποίο, μόνο για την 3ετία 2014 - 2016 τα «πλεονάσματα» θα φτάσουν σε 17,2 δισ. ευρώ, ποσό το οποίο μαζί με τα ελληνικά ομόλογα που κατέχουν κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης και τις εισπράξεις από τις αναμενόμενες ιδιωτικοποιήσεις φτάνουν στα 30,5 δισ. ευρώ.

Ριζοσπάστης

Αναβαθμίζονται ανταγωνιστικότητα και εκμετάλλευση
Πρόσθετους «πόντους» στην ανταγωνιστικότητα των ντόπιων επιχειρηματικών ομίλων, συνεχίζει να προσφέρει η συρρίκνωση του μισθολογικού κόστους στην Ελλάδα, η οποία, σύμφωνα με έκθεση από το «Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ», ανέβηκε 10 θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη, συγκεκριμένα στην 81η θέση (από την 91η) ανάμεσα στις 144 αξιολογούμενες οικονομίες. Οι συγκεκριμένοι δείκτες καταρτίζονται με κριτήρια όπως η αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας, το μακροοικονομικό περιβάλλον, το μέγεθος της αγοράς κ.ά., τα οποία και αναβάθμισαν το επίπεδο της ανταγωνιστικότητας. Τη μεγαλύτερη «βελτίωση» εμφανίζουν οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, ενώ τις πρώτες θέσεις της λίστας καταλαμβάνουν η Ελβετία και η Σιγκαπούρη.
Ενδεικτική σε αυτήν τη κατεύθυνση είναι και η έκθεση του ΟΟΣΑ, που δημοσιοποιήθηκε χτες. Σε αυτή σημειώνεται ότι η μείωση των πραγματικών μισθών στην Ελλάδα ήταν από τις μεγαλύτερες μεταξύ των κρατών του Οργανισμού (πάνω από 5% ετησίως κατά μέσο από το 2009). Σημειώνουν, μάλιστα, ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη συνέβαλε στη «μερική αντιστροφή της διαφοράς» που υπήρχε με τη Γερμανία σε ό,τι αφορά το «κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος». Σε ό,τι αφορά τις παραπέρα προοπτικές ρίχνουν το βάρος στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσω διαρθρωτικών παρεμβάσεων στις αγορές εργασίας και προϊόντων. Οπως σημειώνουν οι «περαιτέρω προσαρμογές των μισθών θα ήταν πιθανόν δύσκολο να γίνουν και θα μπορούσαν να αυξήσουν τον αριθμό των φτωχών εργαζομένων». Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, στις χώρες που επλήγησαν περισσότερο, κυρίως στη Ν. Ευρώπη, οι τάσεις της ανεργίας δεν θα αντιστραφούν «αυτόματα» από την ενίσχυση της «ανάπτυξης». Η επίσημη ανεργία στην Ελλάδα για το 2015 εκτιμάται να παραμένει στα επίπεδα του 27%. Στο σύνολο των κρατών του ΟΟΣΑ, η επίσημη μακροχρόνια ανεργία - άνεργοι για διάστημα τουλάχιστον 12 μηνών στο Α τρίμηνο του 2014 - φτάνουν στα 12 εκατομμύρια άτομα, αριθμός διπλάσιος συγκριτικά με την έναρξη της οικονομικής κρίσης.

Ριζοσπάστης

ΕΛΣΤΑΤ: Ούτε ένας εργαζόμενος σε κάθε σπίτι
Μειοψηφία είναι οι απασχολούμενοι σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ με βάση την απογραφή του πληθυσμού. Τα ελληνικά νοικοκυριά καλούνται να επιβιώσουν με λιγότερο από ένα… εργαζόμενο.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ μόλις 0,9 είναι ο μέσος όρος εργαζόμενων ανά νοικοκυριό. Και αυτά το 2011 όταν η κρίση βρίσκονταν στο μέσο της και η ανεργία δεν είχε σκαρφαλώσει στα σημερινά επίπεδα (τον Δεκέμβριο του 2011 βρισκόταν στο 21%).
Ο Οικονομικά Ενεργός Πληθυσμός της χώρας είναι μειοψηφία όπως προκύπτει από την «απογραφή πληθυσμού-κατοικιών έτους 2011. Ανήλθε σε 4.586.636 άτομα (42,4% του συνόλου του Μόνιμου Πληθυσμού) ενώ ο Οικονομικά μη Ενεργός Πληθυσμός αντιστοιχούσε σε 6.229.650 άτομα (57,6% του συνόλου του Μόνιμου Πληθυσμού).
Ατους Οικονομικά ενεργούς περιλαμβάνονται οι συνταξιούχοι, εισοδηματίες, μαθητές, και όσοι δηλώνουν ως απασχόληση τα οικιακά.
Βέβαια από τους «οικονομικά ενεργούς» οι 859 χιλιάδες δήλωναν άνεργοι (σήμερα ξεπερνούν το 1,3 εκατομμύρια) περιορίζοντας σε μόλις 3,7 εκατ. τους απασχολούμενους, με βάση πάντα τα στοιχεία του 2011.
Από την άλλη πλευρά, το 10,5% (391.398 άτομα) του συνόλου των απασχολουμένων έχει ξένη υπηκοότητα (συμπεριλαμβανομένων και ατόμων με αδιευκρίνιστη ή χωρίς υπηκοότητα).
Από τα ίδια στοιχεία, προκύπτει επίσης ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων με ελληνική υπηκοότητα, 18,2%, εργάζεται στον κλάδο «Χονδρικό και Λιανικό Εμπόριο-Επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών» ακολουθούμενο από ποσοστό 10,7% που είναι δημόσιοι υπάλληλοι «Δημόσια Διοίκηση και Άμυνα-Υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση».
Αντίθετα, το μεγαλύτερο ποσοστό, 18,8%, των απασχολουμένων με ξένη υπηκοότητα εργάζεται στις «Κατασκευές» ακολουθούμενο από ποσοστό 18,2% που κινείται στον κλάδο που η ΕΛΣΤΑΤ περιγράφει ως «Γεωργία, Δασοκομία και Αλιεία».

Ενικός

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Σε λιγο τα μόνα μαγαζιά που θα παραμένουν ανοιχτά, κι αυτα για λίγο θα είναι αυτά που θα πουλάνε λουκέτα.