Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Μια συνηθισμένη μέρα στο τρόλεϊ…



Πρωτομηνιά βρέθηκα για κάποια δουλειά στην Κηφισίας, στο ύψος της Φιλοθέης. Από εκεί, έπρεπε για κάποιο λόγο να μετακινηθώ προς την Ακαδημίας στο κέντρο της Αθήνας. Χωρίς να γνωρίζω τις γραμμές της περιοχής, κατευθύνθηκα στην πρώτη στάση που βρέθηκε μπροστά μου. Η μετακίνησή μου προέκυψε εκτός προγράμματος και έτσι δεν είχα προλάβει να εφοδιαστώ με εισιτήρια. Θυμήθηκα όμως πως τις προηγούμενες μέρες κάπου διάβασα πως από την πρώτη του μήνα οι οδηγοί των ΜΜΜ θα πουλάνε και αυτοί εισιτήρια και μάλιστα πιο ακριβά από την τιμή της αγοράς, έτσι, για να τιμωρούνται όσοι ξέχασαν ή δε βρήκαν κάπου να αγοράσουν. Την ώρα που στη σκέψη μου θαύμαζα την εφευρετικότητα του κράτους να αισχροκερδεί απέναντι σε όσους χρησιμοποιούν τα ΜΜΜ, δηλαδή στους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, εμφανίστηκε ένα τρόλεϊ. Όση ώρα περίμενα στη στάση, δίπλα μου βρισκόταν μια νεαρή Φιλιπινέζα που, κρατώντας ένα καρότσι λαϊκής αγοράς, προσπαθούσε εναγωνίως να βρει ταξιτζή που να ξέρει που είναι η λαϊκή του Ψυχικού.

Σηκώνοντας το χέρι μου και ενώ το τρόλεϊ ήταν στα φρένα, κατευθύνθηκα προς την μπροστινή πόρτα. Όμως ο οδηγός που με είδε από το τζάμι του καθρέφτη, μου έκανε νόημα να μπω από την μεσαία. Στάθηκα δίπλα του και αφού τον καλημέρισα, του ζήτησα ένα εισιτήριο. Με μαύρο γυαλί «μάσκα», γυαλιστερό και κολλημένο, από το τζελ, μαλλί, μάλλον τριαντακάτι και μασώντας νευρικά τσιχλόφουσκα, ευγενικός όμως, γυρίζει και μου λέει: «και που να το βρω εγώ ρε φιλαράκι…». Ξαφνιάστηκα. Γύρισα προς τους επιβάτες (δέκα δώδεκα άτομα) και ζήτησα φωναχτά ένα εισιτήριο. Με κοιτούσαν σχεδόν σαν εξωγήινο, ένας έκανε πως ψάχνει, απάντηση δεν πήρα και επιστρέφω δίπλα στον οδηγό. «Έχουμε-ιμείς-σιτήριο-κύριους!» με σκουντάει στην πλάτη, χαμογελαστή, η νεαρή Φιλιπινέζα (με το καροτσάκι της λαϊκής παραμάσκαλα), που αφού είδε κι απόειδε με τα ταξί, ανέβηκε τελικά στο τρόλεϊ. Αφού της το πλήρωσα και την ευχαρίστησα, γύρισα ξανά προς τον οδηγό.

«Κοίτα, φιλαράκι, το άκουσα κι εγώ στις ειδήσεις, εμάς όμως δεν μας είπε κανένας τίποτα. Μόνο να ανοίγουμε την πόρτα, να μπαίνετε από μπροστά, μας ενημέρωσαν, ούτε για εισιτήρια μας είπαν, ούτε για ελέγχους στους επιβάτες, τουλάχιστον επίσημα, τίποτα, ό,τι ξέρεις ξέρω…» Στην παρατήρησή μου-πείραγμα πως δεν άνοιξε σε καμιά στάση την μπροστινή πόρτα, μου είπε πως δεν το έχει στο μυαλό του αλλά θα το συνηθίσει σιγά σιγά. Ήταν μέσα στην ένταση. Είχα προσέξει πως κάθε τόσο κουνούσε με το χέρι του μια δέσμη καλώδια στο ταμπλό του οχήματος και παράλληλα κοιτούσε τον εξωτερικό καθρέφτη. Κάποια στιγμή τον άκουσα να ρωτάει στο τηλέφωνο πώς θα συμπληρώσει το έντυπο βλαβών. Για να τον αποφορτίσω του λέω «κάνε λιγάκι υπομονή, σε λίγο θα οδηγείς κινέζικο, όπου νάναι φτάνει η ανάπτυξη. Από την Κίνα δεν την περιμένει ο πρωθυπουργός;» Σα να τρύπησα φλέβα, άρχισε να ξεπηδάει ένα ποτάμι φουσκωμένο.

Για το κράτος που έγινε μπουρδέλο, για τους πολιτικούς που τρώνε και ξεπουλάνε την Ελλάδα, για το μισθό του που δεν φτάνει πια για τίποτα. «Και θα μου πούνε κιόλας να πουλάω εισιτήρια; Και όλοι αυτοί εκεί πίσω πότε θα πάνε στη δουλειά τους; Ή να ελέγχω εγώ τις κάρτες και το ακυρωτικό μηχάνημα; Αν τα κάνω όλα αυτά πότε θα οδηγήσω; Εγώ οδηγός είμαι φιλαράκι, στ’ αρχ…. μου αν πλήρωσες ή όχι εισιτήριο, ας βάλουν ελεγκτές… Να ΄ρθουν εδώ αυτοί που τα σχεδιάζουν όλα αυτά, όρθιοι δίπλα στο τιμόνι να δουν, όχι στα γραφεία…» Του είπα πόσο δίκιο έχει και επίσης πως δεν πρέπει (λόγω ηλικίας) να θυμάται παλιά ένα φεγγάρι, τότε που στα λεωφορεία ρίχναμε λεφτά στον κερματοδέκτη δίπλα στον οδηγό, αντί να ακυρώνουμε εισιτήριο, και υποτίθεται πως ο οδηγός έλεγχε. Επειδή είχαν ενδιαφέρον αυτά που μου έλεγε και για να μην τον διακόψω στη συνέχεια, του ζήτησα να με κατεβάσει στον πιο κοντινό σταθμό του μετρό και από κει θα συνέχιζα προς το κέντρο. «Μη σε νοιάζει, θα σου πω, έχει δρόμο ακόμα».

Κατεβαίνοντας την Κηφισίας, χαμηλά, έπιασε κίνηση και πηγαίναμε σημειωτόν. Στο απέναντι πεζοδρόμιο της ανόδου, βλέπω μια μεγάλη ουρά σε σχήμα ορθής γωνίας. Ήταν περίπου πενήντα-εξήντα άτομα, μπορεί και παραπάνω. Τι να περιμένουν όλοι αυτοί; τον ρωτάω, έχει καμιά ΔΟΥ εδώ, ή καμιά τράπεζα; «Για να βγάλουν κάρτα («απεριορίστων διαδρομών») περιμένουν»… Και γιατί να πρέπει να περιμένουν στην ουρά με τις ώρες όλοι αυτοί; αναρωτήθηκα... με νόημα. «Αφού δεν έχει άτομα ρε φιλαράκι, φεύγουν οι συνάδελφοι με σύνταξη και πίσω γίνεται ρημαδιό…τα λαμόγια κοιτάνε να βγάζουμε λιγότεροι εργαζόμενοι περισσότερη δουλειά…» Και συνέχισε, για τις ακανόνιστες βάρδιες, για τα παλιά και ασυντήρητα οχήματα που ανά πάσα στιγμή μπορεί να προκαλέσουν ατύχημα («και καλά μ’ εμάς, βάστα μην τρακάρει κάνας φουκαράς με μπλε λεωφορείο, γιατί δεν πρόκειται ποτέ να πάρει τα λεφτά του. Χτες έφυγε ένας τροχός από να λεωφορείο, ολόκληρος τροχός σου λέω, και καρφώθηκε  σ’ ένα γιωταχί, την πάτησε ο άνθρωπος»…)

Έχεις δίκιο ρε φίλε, του λέω, όμως τι βλέπεις να γίνεται στη συνέχεια; Αυτοί όσο μένουμε στην περιγραφή της κατάστασης και δεν οργανωνόμαστε, έτσι θα κάνουν… «Δεν ξέρω ρε φιλαράκι, αυτοί δεν καταλαβαίνουν με τίποτα. Δεν ξέρω…ακούγονται και κάτι κουβέντες για απολύσεις...άσε...» Ήταν οργισμένος μα και πολύ απογοητευμένος. Τον ρώτησα αν έχει σκεφτεί ποτέ  το ενδεχόμενο να μη φταίνε οι υπουργοί, αφού οι κυβερνήσεις αλλάζουν αλλά η πολιτική τους κινείται συνεχώς προς την ίδια -αντιλαϊκή- κατεύθυνση. Μου φάνηκε σα να τον «μπέρδεψα» λίγο. Τον παρότρυνα να σκεφτεί πόση δύναμη έχουν  αυτός και όλοι οι συνάδελφοί του μαζί και όλοι οι εργαζόμενοι γενικότερα, και πόσο θα μπορούσαμε  να την αξιοποιήσουμε αν την διοχετεύαμε στα κανάλια της ταξικής πάλης, ενάντια σε αυτούς που βρίσκονται από πίσω και κινούν τις κυβερνήσεις που ψηφίζουν τα «μέτρα».  

Καθώς πλησιάζαμε στο σταθμό του μετρό, γυρίζει και μου λέει. «Όλοι μαζί δεν απεργούσαν οι συνάδελφοι στο μετρό; Τους επιτάξανε; Οι καθηγητές; Το ίδιο. Στην ΕΡΤ όλοι μαζί δεν απεργούσαν; Άσε  ρε φιλαράκι, δε γίνεται τίποτα...συνδικαλιστές και πολιτικοί τα ίδια σκατά, όλοι τους τα ίδια σκατά σου λέω…» Ο απογοητευμένος οδηγός δεν είχε χάσει τη διάθεση για να με βοηθήσει και μου πρότεινε, αν θέλω,  μια άλλη γραμμή του τρόλεϊ που ανεβαίνει την Ακαδημίας, αντί να αλλάζω γραμμές στο μετρό. Δεν είχα λόγο να μην δεχτώ την πρότασή του. Πριν τον ευχαριστήσω πρόλαβα να τον χτυπήσω φιλικά στην πλάτη και να του πω να μην τον πάρει από κάτω η απογοήτευση και πως αν θέλει και προσπαθήσει, μπορεί να διακρίνει ποιοι τον κοροϊδεύουν και ποιοι είναι στο πλευρό του. «Άντε συνάδελφε, ψηλά το κεφάλι και καλή δύναμη!».

Με κατέβασε στην Αλεξάνδρας για να πάρω τη γραμμή για Ακαδημίας. Εκεί περίμεναν τρία-τέσσερα άτομα. Ο ήλιος έκαιγε. Ακριβώς δίπλα μας περνούσαν συνεχώς βιαστικοί οι διαβάτες. Η ώρα περνούσε. Είχα μετρήσει πως στην προηγούμενη στάση περίμενα πάνω από είκοσι λεπτά. Σε μια άλλη στάση, λίγα μέτρα πιο πέρα,  σταματούσαν αραιά και που μπλε λεωφορεία και τρόλεϊ. Στη δική μας, ερημιά. Κάποια στιγμή και ενώ είχε περάσει παραπάνω από μισή ώρα αναμονής, διέκρινα ένα αυτοκόλλητο σε μια κολώνα που έγραφε πως «από τις 29 Ιούνη και λόγω θερινού προγράμματος, δεν θα πραγματοποιούνται τα δρομολόγια» αυτής της γραμμής. Αφού, όσοι περιμέναμε, σχολιάσαμε με τον πιο κατάλληλο τρόπο  την...  αναδιάρθρωση του κράτους, το ΄κοψα με τα πόδια μέχρι το μετρό και έφτασα κάποτε στον προορισμό μου. Όμως σκεφτόμουν συνεχώς τα λόγια απογοήτευσης του νεαρού οδηγού του τρόλεϊ και τη σύγχυση που αλώνιζε στο μυαλό του. Αυτό δηλαδή που συμβαίνει με την πλειοψηφία των εργαζομένων, που κάνουν υπομονή έχοντας «παντρευτεί» τη λογική του «μικρότερου κακού» και μετατραπεί σε πιστά... πλην απατημένα υποζύγια. Όμως ακόμα και ο πιο «πετυχημένος» γάμος, κάτω από προϋποθέσεις, μπορεί κάποτε να καταλήξει στο διαζύγιο… 

Τετάρτη 3 Ιούλη 2013.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

"...Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς
θα 'ρτη ανάποδα ο ντουνιάς."

Φτερο στο Πελαγο είπε...

Άργησα να περάσω από την αφετηρία σου, και έκανα σήμερα αυτήν την πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή, χαμογελώντας αβίαστα με το αδρά ζωγραφισμένο φιλαράκι σου.

Ναι, μπορεί να καταλήξει σε διαζύγιο, μόνο αν δεν ζει εν διαστάσει με την κοινή λογική. Αυτήν που αναπαράγεται στα καθημερινά σκοτεινά δρομολόγια των Μ(η) Μ(ιλάς) Ε(σύ).

Με δύναμη.
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες.