Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ: Το ακριβοπληρωμένο «στέκι» της αστικής «ελίτ»

Από τη «δόξα» έως τους «ψιθύρους» για πώληση, το Μέγαρο Μουσικής αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το τι σημαίνει αστικός, εμπορευματοποιημένος πολιτισμός
 
Από τα έργα κατασκευής του χώρου στάθμευσης το 2000

Στις 5 του Ιούλη, οι εργαζόμενοι του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών πληρώθηκαν «έναντι» του μισθού του Ιούνη, αφού πρώτα και μια μέρα πριν, το σωματείο τους εξήγγειλε τρίωρη στάση εργασίας με αίτημα την καταβολή της μισθοδοσίας, η οποία τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Λίγες μέρες πριν, η εφημερίδα «Εθνος» της Κυριακής υποστήριζε ότι το Μέγαρο θα εντασσόταν στο ΤΑΙΠΕΔ, προς ιδιωτικοποίηση, κάτι που το υπουργείο Οικονομικών διέψευσε με ανακοίνωσή του, αν και όχι άμεσα.
Στην ανακοίνωση του υπουργείου σημειωνόταν ότι ο «Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών προχωρά σε ρύθμιση των οικονομικών του εκκρεμοτήτων προς το ελληνικό δημόσιο», «συνεχίζεται η τακτική χρηματοδότηση της λειτουργίας του Μεγάρου» και «ουδέποτε εξετάστηκε από το υπουργείο Οικονομικών το ενδεχόμενο αξιοποίησης του ΟΜΜΑ από το ΤΑΙΠΕΔ». Κατέληγε δε ως εξής: «Το υπουργείο Οικονομικών αναγνωρίζει και στηρίζει το ρόλο και τη συμβολή του ΟΜΜΑ στην πολιτιστική ζωή του τόπου»...
Τα παραπάνω γεγονότα και εξελίξεις, συνέχεια μιας σειράς γεγονότων και δυσμενών εξελίξεων στο χώρο του πολιτισμού, υπογραμμίζουν τις παρακάτω διαπιστώσεις: 1) Οτι η λειτουργία των πολιτιστικών φορέων με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια κάθε άλλο παρά εγγυάται αυτό που στην αγοραία ορολογία αναφέρεται ως «βιωσιμότητα». Το αντίθετο: Οπως συμβαίνει με το σύνολο της καπιταλιστικής οικονομίας, έτσι και στον πολιτιστικό τομέα, το αστικό κράτος πριμοδοτεί με διάφορους τρόπους - κυρίως οικονομικούς - το «πολιτιστικό» κεφάλαιο και όταν έρχονται τα «σκούρα» σπεύδει να βοηθήσει. Ολα αυτά φυσικά με δημόσιο χρήμα. 2) Η υποχρηματοδότηση του πολιτισμού από το αστικό κράτος αποτελεί συνειδητή, ταξική επιλογή και η κρίση αποτελεί μια «καλή» ευκαιρία να «ξεκαθαριστούν» οι «ανοιχτοί λογαριασμοί» που άφησε τις δύο τελευταίες δεκαετίες συνολικά η ΕΕ στον στρατηγικό της στόχο για πλήρη εμπορευματοποίηση του πολιτισμού. Στόχος που μετατρέπει ό,τι έχει απομείνει σε κρατική πολιτιστική υποδομή, σε «μαγαζί», τους εργαζόμενους σε αυτές τις υποδομές «ευέλικτους» και υπερ-εκμεταλλεύσιμους όπως το σύνολο της εργατικής τάξης, τους δημιουργούς σε υπαλλήλους της «πολιτιστικής βιομηχανίας» και το εν δυνάμει κοινό, σε καταναλωτή εύπεπτων «πολιτιστικών προϊόντων» που παρεμβαίνουν κατασταλτικά στη συνείδηση προς όφελος της αστικής ιδεολογίας.
Οταν λεφτά υπάρχουν... αλλά για λίγους
Μάης 2008: Οι επεκτάσεις του Μεγάρου εναντίον του ελεύθερου χώρου και του περιβάλλοντος του μουσείου στο πρώην ΕΑΤ - ΕΣΑ στο Πάρκο Ελευθερίας
Πέρα από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι πρέπει να διασφαλιστούν οι θέσεις των εργαζομένων του Μεγάρου με πλήρη δικαιώματα, το ίδιο το Μέγαρο Μουσικής αποτελεί την «πολιτιστική ναυαρχίδα» του εγχώριου αστικού πολιτισμού, τσιμεντοποιώντας μάλιστα ένα μεγάλο μέρος του Πάρκου Ελευθερίας. Για την ιστορία, να θυμίσουμε αυτά που έγραφε ο «Ριζοσπάστης» το Μάρτη του 2004, με αφορμή τις νέες επεκτάσεις του Μεγάρου: «(...) την 1η του Ιούλη του 2003 ο Χρ. Λαμπράκης παρουσίασε ενώπιον υπουργών, δημοσιογράφων και άλλων προσκεκλημένων την κατασκευή 125.000 τ.μ. στεγασμένων χώρων, που περιλαμβάνουν τριώροφη υπόγεια αίθουσα Συνεδρίων 1.750 ατόμων, μουσική βιβλιοθήκη, άλλη αίθουσα 400 ατόμων, χώρους εξυπηρέτησης, εστιατόρια, μπαρ κ.λπ. που κόστισαν 60 δισ. δρχ. και κατέστρεψαν μεγάλο τμήμα του Πάρκου Ελευθερίας. Θυμίζουμε, επίσης, ότι για να γίνουν οι εγκαταστάσεις αυτές χρειάστηκε να γίνει η παραχώρηση του Πάρκου στον Οργανισμό του Μεγάρου Μουσικής, με αλλεπάλληλες Υπουργικές Αποφάσεις και Προεδρικά Διατάγματα από το 1991 έως το 1996, από τις κυβερνήσεις τόσο της ΝΔ, όσο και του ΠΑΣΟΚ (...)».
Είναι ο εμβληματικός φορέας της κυρίαρχης αντίληψης του αστικού «κοσμοπολιτισμού», τουλάχιστον μέχρι να ολοκληρωθεί το «Κέντρο Πολιτισμού» του ιδρύματος Νιάρχου στο Φαληρικό Δέλτα. Για πολλά χρόνια μάλιστα, τουλάχιστον μέχρι την έναρξη της οικονομικής κρίσης, αλλά και αφού αυτή ξεκίνησε, ήταν και ο δέκτης της «γαλαντομίας» του κράτους στον οικονομικό τομέα, σε αντίθεση με τους άλλους πολιτιστικούς φορείς. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο κρατικός προϋπολογισμός του «μακρινού» 2002 (για το 2003) ο οποίος προέβλεπε 11,7 εκ. ευρώ για τα Μέγαρα Αθηνών και Θεσσαλονίκης (αυξημένο μάλιστα από το 2002), ενώ για όλα τα ΔΗΠΕΘΕ προϋπολογίζονταν 3 εκ. ευρώ! Κατά την παρουσίαση των νέων χώρων του Μεγάρου τον Ιούλη του 2003, ο τότε υπουργός Πολιτισμού, Ε. Βενιζέλος, έλεγε ότι το ελληνικό δημόσιο κατέβαλε 60 δισ. δρχ. για τις επεκτάσεις του Μεγάρου.
Τα ΜΑΤ «φυλάνε» το Μέγαρο από τους φιλειρηνιστές που διαδηλώνουν εναντίον της εκδήλωσης για τα 60 χρόνια της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ το 2012
Το 2005 το Μέγαρο θα έκανε ένα αποφασιστικό βήμα στην ενίσχυση του αστικού πολιτιστικού «προφίλ» του, εγκαινιάζοντας σειρά εκδηλώσεων υπό τον τίτλο «Megaron Plus», οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Επρόκειτο για πρωτοβουλία του συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής» με την υποστήριξη του υπουργείου Πολιτισμού και ισχυρών «χορηγών» του τραπεζικού και όχι μόνο κεφαλαίου (Εθνική Τράπεζα, ΓΕΚ, ΤΕΡΝΑ, Δ. Κοντομηνάς, Ιδρυμα Μελετών Λαμπράκη). Εξαρχής, ενεργό ρόλο έπαιξε η γαλλική πρεσβεία, η οποία αποτέλεσε τον «κρίκο» μεταξύ του Μεγάρου και χαρακτηριστικών εκπροσώπων του κεφαλαίου, σε εκδοτικό και «πολιτισμικό» επίπεδο, όπως η γνωστή γαλλική εφημερίδα «Λε Μοντ» και το «Κέντρο Μπομπιντού».
Το 2011 και ενώ ο ελληνικός λαός βρίσκεται μέσα στον «τυφώνα» των μνημονίων και της «τρόικας», η τότε κυβέρνηση «ρύθμισε» το «θέμα της απρόσκοπτης δανειοδότησης του Οργανισμού του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών». Συγκεκριμένα, επρόκειτο για δάνειο, ύψους 95 εκ. ευρώ, που είχε λάβει το Μέγαρο από την Εθνική Τράπεζα το 2007 με εγγυητή το ελληνικό δημόσιο. Η «ρύθμιση» του 2011 γινόταν διότι... «ενόψει του περιορισμού του ύψους της επιχορηγήσεως του ΟΜΜΑ από το Δημόσιο λόγω της τρέχουσας δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, η απρόσκοπτη εξυπηρέτηση του δανείου κάθε φορά από τον ΟΜΜΑ δεν είναι βέβαιη». Φυσικά, «βέβαιη» δεν ήταν - και δεν είναι - η επιβίωση των επιχορηγούμενων πολιτιστικών φορέων εν γένει, αλλά ουδείς «συγκινήθηκε». Αντίθετα, οι αστικές κυβερνήσεις «συγκινήθηκαν» από το ενδεχόμενο «εμπλοκών που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη λειτουργία της δανειακής συμβάσεως αλλά και τις δραστηριότητες του ΟΜΜΑ (...)» γι' αυτό και «προβλέφθηκε»... «η απευθείας εξυπηρέτηση του δανείου από το Δημόσιο». Η τρέχουσα «εξυπηρέτηση» εκείνης της περιόδου ανερχόταν στα 2,6 εκ. ευρώ.



Eurokinissi
Για να γίνει ακόμη πιο ξεκάθαρη η βαθιά ταξική φύση και της πολιτιστικής πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων, την ώρα που γινόταν η παραπάνω «εξυπηρέτηση» στο Μέγαρο, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών πλήρωνε ενοίκιο 10.000 ευρώ το μήνα στο Μέγαρο για την αίθουσα που έκανε πρόβες, ενώ η άστεγη «Ορχήστρα των Χρωμάτων» καλούνταν να καταβάλει για την ενοικίαση της μεγάλης αίθουσας και για κάθε συναυλία, 20.000 ευρώ. Βέβαια, ήδη είχαν μειωθεί οι προϋπολογισμοί στο σύνολο των επιχορηγούμενων πολιτιστικών φορέων. Χαρακτηριστική του «σοκ» που υπέστη ο τομέας της πολιτιστικής κληρονομιάς από την παραπάνω «εξυπηρέτηση» ήταν η ανακοίνωση του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων η οποία έθετε - διαχρονικά - ερωτήματα όπως: «Πότε και πώς θα καλυφθούν οι εκτός έδρας μετακινήσεις των συναδέλφων που παλεύουν καθημερινά για την προστασία των μνημείων σε όλη την Ελλάδα;»...
Δημόσιο χρήμα... μη δημόσια χρήση
Δεν είναι όμως μόνο τα παραπάνω. Το 2007, όταν το ελληνικό δημόσιο έμπαινε εγγυητής για το δάνειο του Μεγάρου, έως και το 70% της φύλαξης των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων γινόταν με έκτακτο προσωπικό διαφόρων συμβάσεων, ανάμεσά τους και οι ανασφάλιστοι «σκλάβοι» των «Stage», ενώ οι κενές οργανικές θέσεις στη φύλαξη ανέρχονταν στις 1.200. Για την ιστορία, να θυμίσουμε ότι σήμερα γίνεται το ίδιο με τη «διαμεσολάβηση» - ως «γραφείων εργασίας» - των «Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων».


Το Σεπτέμβρη του 2012, ο πρόεδρος του Μεγάρου, Ιω. Μάνος παρουσίασε μια δυσάρεστη εικόνα για τα οικονομικά του οργανισμού, λέγοντας ότι η κρατική επιχορήγηση μειώθηκε από τα 12 εκ. ευρώ το 2009 στα 3 εκ. ευρώ το 2011. Πρόσθεσε ότι «καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια διεύρυνσης των δραστηριοτήτων μας για την πρόσκτηση εσόδων» - δηλαδή εμβάθυνση του εμπορευματοποιημένου πολιτισμού - και ότι «έχουμε προχωρήσει σε σημαντικότατες μειώσεις του λειτουργικού μας κόστους». Ως προς το τελευταίο, να σημειωθεί ότι είχαν από τότε παρατηρηθεί καθυστερήσεις στη μισθοδοσία του προσωπικού, οι οποίοι είχαν υποστεί και τη μείωση της τάξης του 10% στις αποδοχές τους, στο πλαίσιο των γενικότερων μειώσεων των μισθών στους εποπτευόμενους φορείς του υπουργείου.
Το τι σημαίνει εμπορευματοποιημένος πολιτισμός προκύπτει και από τα... «κεσάτια» του Μεγάρου στην αγοραία λειτουργία του, με τον πρόεδρό του να λέει ότι, εκτός της μειωμένης επιχορήγησης «είναι τα συνέδρια και οι ενοικιάσεις αιθουσών, όπου, όπως αντιλαμβάνεστε, υπάρχει στατικότητα». Αντίθετα, τα εισιτήρια είχαν αύξηση και σε προσέλευση και σε έσοδα. Εναπόθεσε δε τις ελπίδες του στη «χορηγία». Χαρακτηριστικά σημείωσε ότι «τα δύο τελευταία χρόνια κινήθηκαν (σ.σ. οι χορηγίες) μεν αυξητικά, διότι οι χορηγοί θέλησαν να μας στηρίξουν σε αυτήν τη δύσκολη μεταβατική περίοδο, όμως φέτος οι περιορισμοί είναι σαφείς».


Αναφερόμενος, προφανώς, στην «εξυπηρέτηση» του δανείου το 2011 με τη νομοθετική ρύθμιση, ο πρόεδρος είπε ότι «το Μέγαρο ούτε έλαβε ούτε πρόκειται να λάβει ποτέ τα 100 εκ. περί των οποίων πολλά έχουν γραφτεί. Δεν πρόκειται ούτε για ποσό που αφορά στη λειτουργία του ούτε για οτιδήποτε άλλο. Πρόκειται για την αναδοχή από την πολιτεία δανείου κατασκευής του Μεγάρου που είχε δοθεί με κρατική εγγύηση». Και «επισήμανε» ότι «σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο του Μεγάρου, η πολιτεία είναι εκείνη που ανέλαβε την κτιριακή του ολοκλήρωση».
Αν και δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς ήθελε να «διαψεύσει» με τα παραπάνω ο πρόεδρος, το βέβαιο είναι ότι το Μέγαρο, μέσα στη δίνη της καπιταλιστικής κρίσης και με την κρατική πολιτιστική υποδομή να καταρρέει «έτυχε» μιας οικονομικής ρύθμισης, έστω για την «κτιριακή» του «ολοκλήρωση».
Ούτε, όμως, η επιλεκτική και «στοχοπροσηλωμένη» πολύπλευρη στήριξη του κράτους, ούτε η εμπορευματική λειτουργία του εμπόδισαν το Μέγαρο να γίνει εκ των «πρωταθλητών» των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, όπως προέκυψε από σχετικό πίνακα του υπουργείου Οικονομικών προς τα τέλη του 2012, με 52 εκ. ευρώ. Για την ιστορία, τα χρέη του το Δεκέμβριο του 2011 ήταν 49 εκ. ευρώ. Οπως, όμως, είδαμε στην αρχή, το Μέγαρο προχωρά σε «ρύθμιση» των «οικονομικών του εκκρεμοτήτων», αφού το υπουργείο Οικονομικών «στηρίζει το ρόλο και τη συμβολή του ΟΜΜΑ στην πολιτιστική ζωή του τόπου»...
Το ότι το χρήμα για την κατασκευή και τη λειτουργία του Μεγάρου είναι δημόσιο, δε σημαίνει ότι είναι δημόσια και η χρήση του. Αλλωστε, δε θα μιλάγαμε για καπιταλισμό αν συνέβαινε το αντίθετο. Για παράδειγμα, το 2005 το ΚΚΕ έφερε στη Βουλή τη διαμαρτυρία των επτανησιακών σωματείων και ομοσπονδιών που κλήθηκαν να πληρώσουν για τη χρήση του χώρου. Συγκεκριμένα, οι παραπάνω φορείς αιτήθηκαν να τους δοθεί μια αίθουσα του Μεγάρου, για να γιορταστεί η επέτειος της Ενωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα και το Μέγαρο απαίτησε 16.600 ευρώ, συν 18% ΦΠΑ... Το ΚΚΕ σημείωνε με έμφαση στην Ερώτησή του, «το Μέγαρο Μουσικής ουσιαστικά δημιουργήθηκε με κρατικούς πόρους, ενισχύεται συνεχώς με κάθε τρόπο. Μόνο μέσω του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2005 του χορηγούνται 15.067.000 ευρώ».
Αντίθετα, στις εκδηλώσεις του προγράμματος «Megaron Plus» συμμετέχουν φορείς όπως το Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) που το Φλεβάρη του 2012 διοργάνωσε εκδήλωση... προς τιμήν των 60 χρόνων από την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, αλλά και το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), που διαμορφώνει και στηρίζει τις θέσεις και τα συμφέροντα των μεγαλοεπιχειρηματιών, καθώς εταιρείες συμβούλων επιχειρήσεων, «ΜΚΟ» κ.λπ.
Και το παράδειγμα του Μεγάρου, που βεβαίως τα προβλήματα των εργαζόμενων του πρέπει άμεσα να αντιμετωπιστούν, επιβεβαιώνει τη θέση του ΚΚΕ ότι για να λειτουργούν οι πολιτιστικές υποδομές για τις λαϊκές ανάγκες πρέπει να γίνουν κοινωνική ιδιοκτησία, ενταγμένες στο πλαίσιο ριζικών αλλαγών στην οικονομία και την εξουσία, όπου ο πολιτισμός, η ενασχόληση με αυτόν και η απόλαυση του, θα είναι πραγματικά λαϊκό δικαίωμα.

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: