Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Χάος και Όψη". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Χάος και Όψη". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Οι πέτρινοι σταυροί της Χώσεψης






































Τύχη και ατυχία μαζί, είχα, να γεννηθώ στην Αθήνα. Από μικρό παιδάκι όμως πάντα τα καλοκαίρια ταξίδευα στο χωριό, πολλές φορές και Χριστούγεννα ή Πάσχα. Η συχνότητα των επισκέψεών μου αλλά και τα βιώματα που απέκτησα, μ’ έκαναν να νιώθω ταυτισμένος με τον τόπο κι όχι απλά ένα παιδί που οι γονείς του κατάγονται από τη Χώσεψη. Όλα αυτά τα χρόνια, μια από τις προτεραιότητές μου ήταν – και είναι μέχρι σήμερα - η επίσκεψή μου στο νεκροταφείο. Στην άκρη του χωριού, σκαρφαλωμένο σε μια πλαγιά, βρίσκεται το εκκλησάκι του Αη Θανάση. Γύρω του απλώνεται μια ήρεμη συνοικία, αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «η τελευταία κατοικία».

Πολύ παλιά, «τράβαγα» τον παππού απ’ τις δουλειές του και πηγαίναμε μαζί. Περπατώντας ανάμεσα στα μνήματα, εντυπωσιασμένος  από το φως που αντανακλά το λευκό μάρμαρο, και επηρεασμένος από τη  μελαγχολία που αναδύει η μουντάδα της ντόπιας πέτρας, ένοιωθα πάντα ένα δέος. Aυτό που νοιώθει ένα παιδί που πιστεύει πως η ζωή είναι «ατέλειωτη» και πασχίζει να αποδεχτεί πώς πρόσωπα μέχρι χτες δραστήρια, «ζωντανά», βρίσκονται τώρα «εκεί μέσα».

Παρατηρώντας τις φωτογραφίες πάνω στους τάφους, ρωτούσα τον παππού για τον καθένα ξεχωριστά, με ένα ενδιαφέρον που πολλές φορές τον παραξένευε. Δεν κουραζόταν όμως να μου διηγείται μικρές ιστορίες, για τους προγόνους μας, τους δικούς του παππούδες, για όλους. Μικρές προσωπογραφίες για εργάτες της ζωής, για αντάρτες αγωνιστές αλλά και για τους «άλλους», αυτούς που η Ιστορία στο τέλος λησμονά…

Διηγούταν ο παππούς, κι εγώ σκηνοθετούσα στη  φαντασία μου κινούμενες εικόνες. Γυναίκες και άντρες στις πλαγιές,  να ξεχερσώνουν με τα τσαπιά, να φτιάχνουν  χωράφια. Τσοπαναραίους με τα κοπάδια τους στις κορφές των Τζουμέρκων, ν’ αντηχούν τα κυπριά των ζώων μέχρι το χωριό. Αντάρτες κι ανταρτοπούλες να διαβαίνουν στις ράχες τραγουδώντας. Φωνές, γέλια παιδικά, κλάματα, βελάσματα, που πρόδιδαν μια ζωή που πλημμύριζε τον άγριο αυτό τόπο απ’ άκρη σ’ άκρη.

Ο χρόνος κύλησε, ο παππούς «ανηφόρισε» κι αυτός, στον Αη Θανάση. Μεγάλος πια εγώ, συνέχισα τις τακτικές μου επισκέψεις, βλέποντας πια (και) με μια άλλη ματιά το χώρο. Διέκρινα πως σε μερικούς τάφους οι σταυροί δεν ήταν από μάρμαρο, αλλά πέτρινοι. Παρατηρώντας τον καθέναν ξεχωριστά, άρχισα να ανακαλύπτω μικρές καλλιτεχνικές διαδρομές που χάρασσαν οι τεχνίτες πελεκάνοι του χωριού μας, πάνω σε ατόφια κομμάτια ντόπιας πέτρας.

Αυτοί οι παλιοί αυτοδίδακτοι λαϊκοί καλλιτέχνες, που με αντάλλαγμα δέκα οκάδες καλαμπόκι, καθισμένοι σταυροπόδι, σφυρίζοντας ηπειρώτικους σκοπούς, χτύπαγαν με το ματρακά το κοπίδι πάνω στην πέτρα, της έδιναν σχήμα, μορφή, της μιλούσαν κι αυτή τους έκανε στο τέλος το χατήρι.

Γράφει ο Σπύρος Ι. Μαντάς (1): «…Από τα πολλά στοιχεία που εξυψώνουν σε τέχνη τούτη την ενασχόληση των μαστόρων της Χώσεψης, δύο είναι εκείνα που σφραγίζουν τη μοναδικότητά της, που αλλιώς, προδίδουν την ιδιαίτερη ικανότητα αλλά και την ευαισθησία των δημιουργών. Το πρώτο, είναι το γεγονός πως κάθε σταυρός έχει βγει από μια και μοναδική πέτρα. Εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί το τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Τι υπομονή και επιμονή χρειάστηκε να διαθέτει ο τεχνίτης, αλλά και τι δεξιότητες ξεχωριστές για να φτάσει χωρίς προβλήματα στην υλοποίηση της πρόθεσής του. Το πράγμα ενθουσιάζει όταν, παρατηρώντας αυτές τις κατασκευές – άξιες θαυμασμού κάποτε και γι αυτό το μέγεθός τους – γίνεσαι μάρτυρας πάνω τους, μιας διακόσμησης που η αισθητική και η ευρηματικότητα των μοτίβων της, σε κάνει ακόμη και να απορείς. Να μη μας διαφεύγει η χρηστική αποστολή τέτοιων δημιουργιών.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δεύτερο, ακόμα πιο πολύτιμο στοιχείο που κάθε σταυρός της Χώσεψης διαθέτει. Μπόρεσε ο λαϊκός τεχνίτης να ισορροπήσει ανάμεσα στη χαρά, που η μέθεξη της δημιουργίας από τη φύση σαν βασικό συστατικό εμπεριέχει, και τη μελαγχολία, που ένας τάφος …οφείλει να αποπνέει. [  ] Βρίσκεις έτσι έδαφος, διάθεση, να αντικρίσεις και από μια άλλη πιο φιλοσοφημένη οπτική γωνία, το, έτσι κι αλλιώς, τραγικό γεγονός του θανάτου. Βοηθούν σ’ αυτό και κάποια ανορθόγραφα – ίσως γι αυτό τόσο γήινα – χαράγματα…»(2)

Έχει καταγραφεί (3) πως τους πέτρινους σταυρούς στο νεκροταφείο του χωριού, δημιούργησαν τρεις ξακουστοί μαστόροι. Ο Γεώργιος Τσιβόλας (1892-1973), ο Θεόδωρος Λύκος (1898-1992) και ο πιο ξακουστός απ’ όλους Ιωάννης Κωνσταντίνου Νταλακούρας (1902-1975). Αξίζει μια ιδιαίτερη αναφορά ο σπουδαίος αυτός μάστορας, που δίκαια κατέχει μια θέση στο πάνθεο των γητευτών της πέτρας.

Ο Γιάννης Νταλακούρας γεννήθηκε στο συνοικισμό «Ρουπακιά» της Χώσεψης (σημερινή ονομασία Κυψέλη) Άρτας. Μικρό παιδί – όπως πολλά παιδιά εκείνη την εποχή – μπήκε μαθητευόμενος σε ένα από τα πολλά περιοδεύοντα μπουλούκια που αποτελούνταν από συγχωριανούς οικοδόμους. Το έμφυτο ταλέντο και η καλλιτεχνική του κλίση τον έκαναν να ξεχωρίσει σε μικρό χρονικό διάστημα, και να αναδειχτεί σε σπουδαίο μάστορα-πελεκάνο. Ανήσυχο πνεύμα καθώς ήταν, συγκρότησε σαν πρωτομάστορας πια, δικό του συνεργείο από μαστόρους κι εργάτες, και άρχισε να ταξιδεύει σε διάφορα μέρη της Ελλάδας προς αναζήτηση δουλειάς.

Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Θεσσαλία, μερικές από τις περιοχές που επισκέφτηκε. Χωρίς να πάει στο σχολείο, αγράμματος, μπορούσε να αποτυπώσει στο χαρτί σχέδια κάθε είδους οικοδομής και στη συνέχεια να τα υλοποιήσει με την ομάδα του. Ανάπηρος από το ένα του πόδι (κουτσός), δεν υστέρησε ποτέ έναντι των αρτιμελών συναδέλφων του. Οι παλιοί έλεγαν πως ήταν τόσο καλός μάστορας, που έχτιζε με το μάτι, χωρίς ράμμα!

Έργα που άφησε πίσω του ως αδιάψευστους μάρτυρες της μαστοριάς του, είναι σπίτια που έχτισε στο χωριό του (Κυψέλη Άρτας), η εκκλησία Άγιος Δημήτριος στην Άρτα, οι βρύσες στο συνοικισμό «Σκιαδάδες» του Βουργαρελίου, και φυσικά οι πέτρινοι σταυροί του Αη Θανάση.

Ο χρόνος χαράζει κι αυτός, μετά το μάστορα, τα δικά του σημάδια πάνω στους σταυρούς. Αυτοί όμως παραμένουν εκεί, άλλοι στητοί, άλλοι γερμένοι, να θυμίζουν στους επισκέπτες του νεκροταφείου πρόσωπα και εικόνες από άλλες εποχές, προκαλώντας το θαυμασμό όλων, για τις αστείρευτες ικανότητες που έχει ο άνθρωπος όταν δημιουργεί.

Παραπομπές

(1) Ο Σπύρος Ι. Μαντάς είναι εκπαιδευτικός, ερευνητής- συγγραφέας και συντάκτης του "Αρχείου Γεφυριών Ηπειρώτικων".
(2) και (3): Σπ. Ι.  Μαντά, Οι σταυροί της Χώσεψης. Δημοσιεύτηκε στο παλιό (αρ. τεύχους 21, 1998), καλό περιοδικό «Χάος και όψη», του Συλλόγου Κυψελιωτών Άρτας, στην Αθήνα, «ο Άγιος Κοσμάς» που δεν υπάρχει πια.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Κώστας Μπαλάφας: «Γυναίκες της Ηπείρου»


Στην Ήπειρο οι σχέσεις των ανθρώπων είναι ολοκληρωμένες και ειλικρινείς με τον εαυτό τους και αρμονικές με το φυσικό χώρο που γεννήθηκαν και ζουν. Ο ανθρώπινος δεσμός είναι δυνατός σαν τα έθιμα και οι κοινωνικές σχέσεις και συνήθειες ξεπηδούν αργά αργά μέσα απ’ τις γενιές από τα βάθη των αιώνων. Τότε ο κύκλος της ζωής είναι πιο ολοκληρωμένος και πραγματικός.

Οι ανταμοιβές απ’ την αμοιβαιότητα στη συμπεριφορά είναι μεγαλύτερες και η πιθανότητα να μάθεις πολλά για την αξία της ζωής είναι πολύ κοντά. Οι ηπειρώτικες οικογένειες, άντρες και γυναίκες, μοχθούν και παλεύουν, χαίρονται και κλαιν, γεννιούνται και πεθαίνουν με τη βεβαιότητα του τόπου τους και της σημασίας του.

Στην Ήπειρο οι αρμοδιότητες των συζύγων είναι μέσα στην οικογένεια, ως προς την ανατροφή και αγωγή των παιδιών, από παράδοσης καθορισμένες. Η μάνα έχει όλο το βάρος του σπιτιού. Αυτή έχει τον πρώτο λόγο και είναι το σεβαστότερο πρόσωπο στην οικογένεια. «Τα παιδιά ορφανεύουν απ’ τη μάνα» - λέει επιγραμματικά ο λαός. Ανέκαθεν οι μάνες είχαν όλη τη φροντίδα του σπιτιού και βαρύνονταν με την ευθύνη της ανατροφής των παιδιών. Οι άντρες ξενιτεύονταν ή ξενοδούλευαν σ’ άλλους τόπους τη μαστορική γιατί η άγονος και κακοτράχηλη γη δεν μπορούσε να θρέψει την οικογένεια κι ο ξενιτεμένος ήταν απ’ τους μεγαλύτερους καημούς.

Έρμο πουλί στην ξενητιά
Δίχως μανούλας κόρφο
Δίχως φωλιάς αναπαμό
Κι αγάπης αντιστύλι…

Πρώτη φροντίδα της μάνας ήταν η προίκα του κοριτσιού που άρχιζε να τη μαζεύει κομμάτι το κομμάτι απ’ τη μέρα που θα γεννιόταν. Οι γυναίκες πάλευαν ολημερίς τ’ άγονα χωράφια για να τα βγάλουν πέρα, αγκομαχώντας και σμίγοντας τον ιδρώτα με την ανάσα της σκαμένης γης, κάτι που μοιάζει με την κύηση και τη γέννα.

Φτενά χωράφια βολεμένα σε πεζούλια
Και γίδες που κρεμιούνται σε γκρεμούς
αυτή είν’ η πατρίδα μας μα η πούλια
δε λάμπει πιο καθάρια σ’ άλλους ουρανούς
                                            Γ. Κοτζιούλας

Συχνά χαράματα ξημέρωναν στην αγορά μετά από ώρες επίπονη πορεία, φορτωμένες τη λιγοστή πραμάτια, προϊόντα απ’ τα ζώα τους και τα χωράφια, λίγα αυγά, γαλακτοκομικά και λαχανικά, είδη που συχνά τα στερούνταν το σπίτι τους. Προσπαθούσαν να εξοικονομήσουν με το να τα πουλήσουν στο βδομαδιάτικο παζάρι και να πάρουν τα απαραίτητα για τα παιδιά τους. Είναι αυτές οι μάνες που κράτησαν στον τόπο τη ζωή με σκληρούς αγώνες και θυσίες.

Μόνες αυτές άνδρωσαν οικογένειες με τις μητριαρχικές αρετές της φυλής και τους πανάρχαιους οικογενειακούς νόμους που καθιέρωσε η ιερότητα της παράδοσης. Κι όταν οι περιστάσεις κρίθηκαν δύσκολες για την πατρίδα πολέμησαν με ίση παλικαριά πλάι στους άντρες και τα παιδιά τους. Με πόσο μόχθο και στερήσεις δε φρόντιζαν τη μόρφωση των παιδιών τους που σπούδαζαν στις κοντινές πολιτείες «για να μη μείνουν στραβά και να μάθουν πέντε κλίτσες γράμματα για να γλυτώσουν απ’ τη δική μας τυραννία» -όπως έλεγαν- «και να δουν καλύτερες μέρες».

Περπατούσαν ώρες ολόκληρες απ’ τα χωριά τους στους πέντε δρόμους, ζαλωμένες τρόφιμα κι αλλαξιές ρούχα, άλλοτε στ’ αγιάζι του χειμώνα. Συχνά κουβαλούσαν και ξένα τρουβάδια για γειτονόπουλα που με τη σειρά τους άλλες μάνες σ’ άλλη στράτα θα εξυπηρετούσαν και το δικό τους παιδί.

Ξεκινούσαν απ’ τα χωριά απ’ τ’ άγρια μεσάνυχτα με το σκάσιμο του αυγερινού τρέχοντας κι αγκομαχώντας για να προλάβουν τα πεινασμένα παιδιά στριμωγμένα πέντε-έξι μαζί για να μοιράζονται τα έξοδα σκυμμένα όλη την ώρα πάνω στα βιβλία για να ρθουν πρώτα στα μαθήματα για να δώσουν λίγη χαρά και στη μάνα που τα φρόντιζε σαν τα σπουργίτια.

Ήταν οι σταυρωμένες της ηπειρώτικης κοινωνίας που άνδρωσαν οικογένειες με ήθος, ιδανικά και αξιοπρέπεια για να διακριθούν τα παιδιά τους σ’ όλους τους τομείς των αξιών της ζωής, του πολιτισμού και του ανθρωπισμού και να ονομαστεί η Ήπειρος εύανδρος, τόπος υπερασπιστών του έθνους και ευεργετών της πατρίδας.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «χάος και όψη», τεύχος 8, 4-5-6/1995, του Συλλόγου Κυψελιωτών Άρτας στην Αθήνα «ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός». Δεν εκδίδεται πια).

Ακούστε τον Κώστα Μπαλάφα να μιλά για τις γυναίκες της Ηπέιρου:



Δείτε φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα, ακούγοντας μια γερόντισσα να τραγουδά ένα παραδοσιακό τραγούδι της Ηπείρου:


Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Οι Ηπειρώτες κτίστες και η συντεχνιακή συνθηματική γλώσσα τους: τα "κουδαρίτικα"

Το επάγγελμα αποτελεί συνάρτηση ορισμένων φυσικών και κοινωνι­κών παραγόντων. Η εξάρτηση του ανθρώπου από τη φύση ήταν μεγαλύτερη παλιότε­ρα και η ανάγκη προσδιόριζε και τη διαμόρφωση ενός επαγγέλματος κατά τρόπο σχεδόν απόλυτο.

Στα ορεινά και άγονα χωριά, που φώλιαζαν στην αγκαλιά της Πίνδου και των Τζουμέρκων, ριζωμένα στα βραχοτόπια, ήταν μεγάλη η έλλειψη μέσων και αγαθών συντήρησης και διατροφής, γιατί τα ελάχιστα καλλιεργήσιμα χωράφια, με τη μικρή στρεμματική απόδοση, δεν επαρκούσαν ακόμη και για τη στοιχειώδη διατροφή όλης της φαμίλιας.

Και καθώς στα γράμματα και στο εμπόριο λιγοστοί είχαν τις δυνατότη­τες να σταδιοδρομήσουν, το ορεινό και το πετρώδες του εδάφους στο μόνο που βοηθούσε ήταν να μάθουν γρήγορα να ασχοληθούν πλατύτερα, με την κάπως καλύτε­ρα προσοδοφόρο μαστορική τέχνη, μιας και ο τόπος των οικισμών του χωριού ήταν πλούσια στρωμένος με περίσσια οικοδομικά υλικά, πέτρες, πλάκες, ασβέστη κ.λπ.

Έτσι τον Ηπειρώτη κτίστη πρέπει να τον δούμε σα δημιούργημα του φυσικού του περιβάλλοντος, αλλά και σαν άνθρωπο γεννημένο για τη δουλειά, δεμένο με την πέτρα, με τρανό μεράκι και καλλιτεχνική διάθεση, που ύστερα από μακροχρόνια πρακτική εργασία και σπουδή στα μυστικά της λαϊκής κατασκευαστικής τέχνης, έβγαλε από τα χέρια του αριστουργήματα σωστά με χάρη και ομορφιά, καθαρά αποστάγ­ματα της πείρας και του ταλέντου.

Χωριά της Ηπείρου από τα οποία ξεπήδησαν γενιές ολόκληρες τεχνιτών της πέτρας ήταν όλα τα χωριάτης Κόνιτσας (Πυρσόγιαννη, Βούρμπιανη, Στράτσιανη κ.ά.) κι ένα μεγάλο μέρος από τα χωριά των Τζουμέρκων (Χουλιαράδες, Ραφταναίοι, Κτιστάδες, Χώσεψη, Πράμαντα, Άγναντα κ.ά.)

Πυρσογιαννίτικο μπουλούκι στα Πωγώνια το 1932

Αν και αγράμματοι δεν υπήρξαν απλώς μαστόροι, αλλά πρακτικοί μηχανικοί και αρχιτέκτονες, δηλαδή δημιουργοί ανόθευτης και πηγαίας λαϊκής αρχιτεκτονικής πα­ράδοσης. Η απέριττη μαστορική τους τέχνη ήταν ποίηση σωστή και έχτιζαν το μεγαλείο της καρδιάς τους.

Δημιουργούσαν άλλοτε ξακουστά γεφύρια, με παράτολμα τόξα που εμπνέουν αποκαλυπτικό δέος, άλλοτε εξίσου όμορφες, με καλοπελεκημένες πέτρες, αγκωνάρια και καλοφτιαγμένο αρμολόι και ασβέστη, ονομαστές εκκλησίες, σπίτια και αρχοντικά, αξιοπρόσεκτα δημιουργήματα, που σφραγίζουν ακόμα και σήμερα με την παρουσία τους, τη γνήσια αρχοντική μαστοριά, την καθαρή και ανί­σκιωτη τέχνη τους, που αποτελούσε συνέχεια της μεγάλης Βυζαντινής τέχνης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Συγκροτούσαν ομάδες, που λέγονταν «παρέα» ή «μπουλούκι» ή «κομπανία» ή «τσούρμο» ή «σινάφι», με την πρωτοβουλία των ίδιων ή του πρωτομάστορα, που φρόντιζε για την εύρεση εργασίας, την πληρωμή, την επιστασία κ.λπ. Το «μπουλούκι» το χαρακτήριζε το ομαδικό και κοινωνικό πνεύμα και τις σχέσεις των μαστόρων τις διέκρινε ειλικρίνεια, αγάπη και αλληλεγγύη.

Στο «μπουλούκι» εκτός απ' τους τεχνίτες υπήρχαν και τα μαστορόπουλα που ακολουθούσαν σαν μαθητούδια και με τις ικανότητες που αποκτούσαν με τα χρόνια, ανέβαιναν στην ιεραρχία της μαστορικής τέχνης. Η εργασία τους ήταν μαρτυρική, γιατί πολλές φορές δεν ήταν ούτε δεκάχρονα. "Τον πήραν τον Κολιό τον πήραν οι μαστόροι, παιδί απ' το σχολειό να μάθει πηλοφόρι" μας λέει ο Τζουμερκιώτης ποιητής Κοτζιούλας, που έζησε τη ζωή των καταφρονε­μένων.

 Όλη τη μέρα κουβαλούσαν πέτρες και λάσπη ή ασβέστη στους μαστόρους και τη νύχτα δεν είχαν ανάπαυση, γιατί έπρεπε να έχουν το νου τους στα ζώα μην απομακρυνθούν βόσκοντας και κάνοντας ζημιά στα ξένα σπαρτά και έχουν τρεξίματα και καθυστερήσεις στη δουλειά.

Έτσι μετά τις Μεγάλες Απόκριες, άδειαζαν τα μαστοροχώρια από τον ανδρικό πληθυσμό, που ξεκινούσε με τα μουλάρια φορτωμένα ή με τα πόδια για τον τόπο της εργασίας. Οι Τζουμερκιώτες μαστόροι πρόσφεραν τα φώτα της ωραίας τέχνης τους αρχικά στην Άρτα και στον κάμπο της και αργότερα στην Αιτωλοακαρνανία, στη Φθιώτιδα και στη Βοιωτία.

Τη δεκαετία 1930-40 ανοικοδόμησαν ολόκληρη σχεδόν την Ευρυτανία. Μεταπολεμικά εργάστηκαν στα Επτάνησα, στην Πελοπόννησο, στη Θεσ­σαλία και τελευταία στην Αθήνα. Επέστρεφαν στην πατρογονική γη στα μέσα Νοεμ­βρίου για να ασχοληθούν με γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες και να γιορτάσουν με τις φαμίλιες τους τις γιορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, αναμένοντας πάλι την άνοιξη να πρασινίσει η γη, να τρανώσουν και να καρπίσουν τα κτήματα για να ξαναπάρουν πάλι το δρόμο της ξενιτιάς.

Ξεκίνημα και επιστροφή, κυρίως στην παλιότερη εποχή, ήταν ταυτισμένα με απα­ράβατα έθιμα, που άγγιζαν με την πιο γλυκιά και νοσταλγική μορφή, τις ψυχές των μαστόρων και των οικογενειών τους.

Οι αυτοδίδακτοι λαϊκοί τεχνίτες της πέτρας αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να εργάζονται μακριά απ' την πατρίδα τους κάτω από αντίξοες συνθήκες. Η αδυναμία  που αισθάνονται απομονωμένοι, καθώς γυρίζουν σ' έναν κόσμο ξένο, άγνωστο, με άλλες συνήθειες, τους αναγκάζει να συνενωθούν περισσότερο μεταξύ τους και να αμυνθούν απέναντι στον εργοδότη τους, που τις περισσότερες φορές ανήκει σε μια άλλη τάξη, κοινωνικά και οικονομικά ανώτερη.

 Σαν άνθρωποι ανοιχτόκαρδοι, καθα­ροί και ντόμπροι, με αγνά αισθήματα, ήταν αδιαφώτιστοι και άμαθοι στις ενέργειες και τις πονηριές δύστροπων κακοπληρωτών και πονηρών αφεντικών και σύντροφο είχαν τον κίνδυνο της μη πλήρους πληρωμής των, της κλοπής, ακόμα και της απώλειας ης ίδιας τους της ζωής, αφού κατά κανόνα στο χωριό που γινόταν η εργασία δεν υπήρχε δικαστήριο ή αστυνομία, αλλά και όπου υπήρχε προτιμούσαν να αλλάξουν χώρο δουλειάς παρά να χάσουν μεροκάματα, ζητώντας από τις αρχές το δίκιο τους.

Στον ανταγωνισμό τους με την κοινωνία, την εξουσία και το αφεντικό επινόησαν τη συνθηματική γλώσσα, σα μέσο αμυντικό συγχρόνως και επιθετικό. Η ανάγκη ενός γλωσσικού οργάνου για τις ιδιαίτερες συνεννοήσεις τους και για τη λήψη αποφάσεων από κοινού για θέματα που τους αφορούσαν, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις οι δέουσες συμβουλές και υποδείξεις του πρωτομάστορα προς αυτούς που παρέβαιναν τους κανόνες της κτιστικής,

για διόρθωση κάποιου τεχνικού σφάλματος, παράλειψης ή κακοτεχνίας, που για ευνόητους λόγους δεν έπρεπε να λάβει γνώση ο ιδιοκτήτης ή η απόκρυψη επαγγελματικών μυστικών, αλλά και τα κοινά συμφέροντα, οι κοινοί μόχθοι και τα κοινά βάσανα διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις και το κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο μυστικός κώδικας επικοινωνίας, τα «κουδαρίτικα» ή «μαστορι­κά».

«Κούδα» στην επαγγελματική γλώσσα των πλανόδιων χτιστών είναι η πέτρα και «κούδαρης» ο άνθρωπος της πέτρας, ο μάστορας, ο χτίστης.

Οι συνθηματικές γλώσσες ήταν γνωστές και στην αρχαιότητα ανάμεσα στους μύστες των Ελευσίνιων μυστηρίων, στους Ορφικούς και στους Πυθαγόρειους φιλοσό­φους. Στην επανάσταση του 1821 και η Φιλική Εταιρεία χρησιμοποίησε συνθηματική γλώσσα.

Επίσης οι γλώσσες αυτές γίνονται εργαλεία επικοινωνίας από μέλη διαφό­ρων συντεχνιών και επαγγελματικών τάξεων (αρτοποιών, ραπτών, καλαντζήδων κ.λπ.) φαίνεται δε ότι αναπτύχθηκαν κατά την Τουρκοκρατία και κοιτίδα είχαν κατά το πλείστον την Ήπειρο. Γνωστοί εξάλλου είναι οι εμπειρικοί γιατροί του Ζαγορίου, οι Κομπογιανίτες, που χρησιμοποιούσαν συνθηματική γλώσσα.

«Ξεσύρθ'κε μακρύς, φορεί κρεμμύδου για μάνεμα» λέγαν οι μαστόροι και εν­νοούσαν: ήρθε μεσημέρι, είναι καιρός για φαγητό, ή «Πραβίστι όρματ' ράπου, ξισέριτ' ου μπαρός» που σήμαινε: κάντε καλή δουλειά, έρχεται το αφεντικό. Για κακοπλη­ρωτές ιδοκτήτες και σε σχετική ερώτηση συναδέλφων κουδαραίων για τη δουλειά της «παρέας», αυτοί απαντούν: «Ο σφέλ'ς δε μας ξέσυρε τον τσέπο, τι ράπο να ραπίσουμε;» εννοώντας: ο νοικοκύρης δε μας έδωσε χρήματα, τι δουλειά να του κάνουμε;

Πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι το αφεντικό τις περισσότερες φορές παρευρισκό­ταν στο χώρο της δουλειάς και αυτό έκανε επιτακτική την ανάγκη χρησιμοποίησης συνθηματικής γλώσσας. «Ο σφέλ'ς σταμεύει όλ' τη ντένα στη ράπου, δεν ξισέριτ', γυαλίζει τους κουδαραίους, αν φοραδίζουν όρματ' πραχάλα», δηλαδή: το αφεντικό κάθεται όλη την ημέρα στη δουλειά, δε φεύγει, βλέπει τους μαστόρους αν κάνουν καλή δουλειά.

Συνέβαινε όμως κάποιες φορές το αφεντικό να γνωρίζει τα «μαστορι­κά» κι αν λέγανε κακό λόγο γι' αυτόν ή για την οικογένειά του κινδύνευαν να χάσουν τη δουλειά και τα χρήματα.

Χαρακτηριστικά ήταν των μαστόρων τα πειράγματα, η ευφυολογία, η χονδρή σάτιρα και η σκωπτική διάθεση στα οποία υπήρξαν αμίμητοι. Ακόμη μιλούσαν για τα κορίτσια («αγκίδες») του χωριού ή και για τους συγγενείς («ανταμησάδια») του αφεντικού. «Φουράει όρματ' η αγκίδα» λέγαν και εννοούσαν: είναι όμορφη η κοπέλα και για κάποια άσχημη, αλλά πλούσια: «Τα κράνια ορματέβουν την αόρματ' αγκίδα», δηλαδή: τα χρήματα ομορφαίνουν την άσχημη κοπέλα ή «Η μπαρέσιου δεν ξέσυρε μάνεμα για κουντό» όταν η κυρά δεν έφερνε φαγητό για κολατσιό.

Δεν μπορούσαν βέβαια να κρύψουν και τις πονηρές σκέψεις για τα ωραία κορί­τσια: «Φορούσε όρματ' γκουζβίτσες η αγκίδα» που σήμαινε ότι η κοπέλα είχε προκλη­τικά στήθη, έλεγε ο ένας και συμπλήρωνε ο άλλος: «Μπέτζιο που φορούσε», δηλαδή ότι είχε καλίγραμμα οπίσθια, και ο πιο χωρατατζής πρόσθετε: «Να μανέψουν σαρά­ντα κουρούτοι», να φάνε σαράντα βλάχοι.

Στο σύνολό τους οι συνθηματικές γλώσσες είναι ένα περιορισμένο σύνολο λέξεων, που συναποτελούν μια συμβατική φρασεολογία με τοπικές παραλλαγές και με το συνοπτικό τηλεγραφικό τους ύφος δυναμώνει ο συνθηματικός τους χαρακτήρας.

Έτσι  και τα «κουδαρίτικα» είναι μια γλώσσα με φτωχό λεξιλόγιο, με λέξεις που στο σύνολό τους δεν ξεπερνούν τις 500 και που αναφέρονται κυρίως στις έννοιες του χρήματος, της τροφής, στις σχέσεις μαστόρων-ιδιοκτήτη, στα οικοδομικά υλικά που χρησιμο­ποιούν καθημερινά καθώς και στη γυναίκα και στις σεξουαλικές σχέσεις. Ήταν όμως υπεραρκετές για να συνθέσουν φράσεις χρήσιμες για τη δουλειά τους, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τα αφεντικά τους έστω και αν παρίστανται στην ομιλία.

Οι κτίστες έγιναν γλωσσοπλάστες. Βρήκαν λέξεις, κυρίως ουσιαστικά και λιγότερα ρήματα που μένουν στάσιμα σε πλήθος, πλουταίνουν όμως σε νοήματα και έτσι ένα ρήμα το μεταχειρίζονται για να εκφράσουν πολλές έννοιες. Επίθετα χρησιμοποιούν ακόμη λιγότερα, με βασικό το «όρματος», εκφράζοντας έτσι όλα τα επίθετα εκείνα που έχουν την έννοια του καλού.

Σε καθεμιά απ' αυτές τις λέξεις έδωσαν την προσήκουσα έννοια, χρωματίζοντάς την με διαφορετική σημασία απ' αυτή του λεξι­λογίου, δηλαδή συνθηματική, που εννοούσε άλλα απ' αυτά που προφέρονταν. Οι λέξεις περνούν από στόμα σε στόμα και ξεκαθαρίζουν. Θα γίνουν κοινό κτήμα μόνο εκείνες που θα αστράψουν από δύναμη για να βαστάξουν γερά κρυμμένη την έννοια που θέλουν.

Έτσι έχουμε δημιουργία λέξεων με μεταφορά. Παίρνουν μια λέξη από την καθο­μιλουμένη που της δίνουν όμως άλλη σημασία, που έχει κάποια ομοιότητα και αναλο­γία μακρινή με την κύρια σημασία ή εκφράζει κάποια ιδιότητα της αρχικής λέξης π.χ. η λέξη «αγουγιάτες» είναι τα πόδια, γιατί μεταφέρουν το σώμα, το βούτυρο το λένε «απαλούδ'», γιατί είναι απαλό στην αφή, η νύχτα εκφέρεται ως «καλόηρους», γιατί είναι μαύρη σαν τα ράσα του καλόγηρου, το κεφάλι το αποκαλούν «κουρφιάρ'ς», γιατί βρίσκεται στην κορυφή του σώματος κ.λπ.

 Ακόμη εντάσσονται λέξεις στο λεξιλόγιο των μαστόρων σα δάνεια από άλλες συνθηματικές γλώσσες. Κάποια στιγμή ίσως, που άκουσαν τα μέλη μιας άλλης συντε­χνίας να χρησιμοποιούν κάποια λέξη που δεν περιεχόταν στα «κουδαρίτικα», τη δανείστηκαν και την ενσωμάτωσαν στο δικό τους εκφραστικό μέσο, π.χ. ο «μπαρός» δηλ. ο αφέντης, ο νοικοκύρης πιθανόν να προήλθε από το τσιγγάνικο baro = μεγάλος.

Επίσης παρατηρούμε αυθαίρετη γλωσσοπλασία με άγνωστη ετυμολογική ρίζα, π.χ. «σφέλ'ς» = νοικοκύρης κ.ά. ή νεολογισμούς, π.χ. «αγκίδα» = κοπέλα ή ακόμη και δανεισμό λέξεων από άλλα κράτη της Βαλκανικής, π.χ. «βόντα» = νερό, «ζένα» = γυναίκα, «κόσβας» = παπάς κ.λπ. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις έχουμε αντικατά­σταση αρκετών λέξεων που από την πολλή χρήση τρίβονται, ξεθυμαίνουν και χάνουν τη συνθηματικότητά τους, με κάποιες άλλες καινούργιες και φωτεινές.

Στα «κουδαρίτικα» βέβαια βρίσκονται σε χρήση και λέξεις της κοινής λαλιάς, με την πραγματική τους σημασία, κυρίως άρθρα, επιρρήματα και αριθμητικά.
Όσον αφορά στη γραμματική και στο συντακτικό, η γλώσσα των μαστόρων υπα­κούει γενικά στους νόμους της γλώσσας που χρησιμοποιείται στην περιοχή. Σχετικά με το φθογγολογικό παρατηρούμε την αποβολή ατόνων καταλήξεων π.χ. «κούδαρ(η)ς», «αβδάλ(ι)», «μανέψ(ει)», την αποβολή των ενδιάμεσων ατόνων φωνηέντων, π.χ. «κουδαρίτ(ι)κα», «καρόφ(υ)λλου» και συχνή τροπή του ατόνου ε και αι σε ι, π.χ. «αγουγιάτις», «ξισέρνιτι» κ.λπ.

Σήμερα τα οργανωμένα «μπουλούκια» των μαστόρων έχουν εξαφανιστεί και τα «κουδαρίτικα» βρίσκονται σε αχρηστία, αφού οι λόγοι και οι συνθήκες που τα επέβα­λαν σαν ανάγκη δεν υπάρχουν πια.
Στη συνέχεια παραθέτουμε ενδεικτικά ελάχιστο δειγματολόγιο από τον κρυπτογραφικό κώδικα των μαστόρων:


Λέξεις
αβδάλ', το = το τυρί
αράζου = δίνω
ασπρούδ, το = το γάλα
βαλαζόν', το = το πρόβατο
βλαστάρ', το = ο αδελφός
γκαβιάζου = κτυπώ
γκουλιάτ'ς, ο = ο χωροφύλακας
θόδου, η = η ρακή
κάλου, η = η ασβέστη
καντζιουμέν', η = η έγκυος
καρόφ'λλου, το = το τσιγάρο
καψάλα, η = η φυγή
κλωνάρια, τα = τα χέρια
κούφιου, το = το σπίτι
κράνια, τα = τα χρήματα
λαγός, ο = το παιδί
μάνο, το = το ψωμί
μακρινίτσα, η = δρόμος
μαλέτσ'κους, ο = ο μικρός
μπαζμάδ', το = το γαϊδούρι
ντάρους, ο = ο γάμος
ξισέρουμι = έρχομαι, πηγαίνω, φεύγω
ράικους, ο = ο ήλιος
σαλούτου, η  = η δραχμή
στήσους, ο = ο τοίχος
στουρνάρια, τα = τα αυγά
τσλίζου = ομιλώ, γνωρίζω
φουράου = έχω, είμαι
Φράσεις


- Τσλίζεις τα κουδαρίτ’κα;
-Τα τσλίζου
-Φουράν ράπου οι κουδαραίοι στου σέλου σ’;
-Φουράν λίγ’ στ’ μακρινίτσα, οι άλλ’ σταμεύ’ν.
-Τι ντινιάτ’κου φουράτι;
-Ουγδοήντα σαλούτις τ’ ντένα.
-Τι μανεύιτι;
-Μανεύουμι μανό, μίχου, κούκκ’ς, νιρουπούλια κι τς πιρσότιρις ντένις πρασνάδια κι φουσκοκοίλια.
-Φουράτι όρματου μπαρό;
-Φουράμι πουλύ όρματον κι γι’ αυτό τ’ πραβίζουμι όρματον στήσου.
-Πότε θα καψαλίσουμι για του σέλου;
- Άμα σταμέψουμι, θα καψαλίσουμι δίχους άλλου, γιατί τώρα η ντένα μίκρινι κι όλου ταμπακίζ’.
-Θα ξισυρθώ στου σέλου να πραβίσου τα μαυρούδια μ’.

- Ξέρεις τα μαστορικά;
-Τα ξέρω
-Έχουν εργασία οι μαστόροι στο χωριό σου;
-Έχουν λίγη στο δρόμο, οι άλλοι κάθο­νται.

-Τι ημερομίσθιο παίρνετε;
-Ογδόντα δραχμές την ημέρα.
-Τι τρώτε;
-Τρώμε ψωμί, κρέας, κουκιά, ψάρια και τις περισσότερες μέρες λάχανα και φα­σόλια.

-Έχετε καλό αφεντικό;
-Έχουμε πολύ καλό και γι’ αυτό του φτιάχνουμε καλόν τοίχο.

-Πότε θα φύγουμε για το χωριό;

-Άμα τελειώσουμε, θα φύγουμε δίχως άλλο, γιατί τώρα μικραίνει η ημέρα και όλο βρέχει.
-Θα πάω στο χωριό να φτιάξω τα χωρά­φια μου.


Βιβλιογραφία

Οικονομίδης Δημ., «Τα κουδαρίτικατου Πετροβουνίου», περ. ΑΘΗΝΑ, τ. 64, (1960), σσ. 169-180.

Ρέμπελης Χαρ., «Κονιτσιώτικα», Αθήνα 1953, σσ. 350-356.

Σάρρος Δημ., «Περί των συνθηματικοί γλωσσών», Λαογραφία, (1923), σσ. 530-534.

Σούλης Χρ.. «Τα κουδαρίτικα των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου», Ηπειρώτικα Χρονικά, τ. 5 (1930), σσ. 161-168.

 
Πηγή: 
Συγγραφέας: Γιάννης Καραμπούλας. Δημοσιεύτηκε στην «τρίμηνη πολιτιστική έκδοση Χάος και Όψη», Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος 1995, τεύχος 9, του Συλλόγου Κυψελιωτών Άρτας (στην Αθήνα), «Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός».