Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τεχνίτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τεχνίτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Παλιά επαγγέλματα στην Ήπειρο ξεχασμένα στο χρόνο




Μαζί με τις εποχές αλλάζουν και οι συνήθειες των ανθρώπων και οι ανάγκες τους προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Μπορεί πχ η ανάγκη για στέγη, να παραμένει πάντα η ίδια, όμως η εξέλιξη έφερε νέα υλικά, νέες τεχνικές στην κατασκευή της κατοικίας. Η ανάγκη για ένδυση δεν άλλαξε, άλλαξε όμως ο τρόπος  κατασκευής των ρούχων, βγήκαν νέα υφάσματα και οι μηχανές πήραν τη θέση των ραφτάδων.

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

«Πωλούνται πολυτελή διαμερίσματα». Μια πολύ ...πονεμένη ιστορία


Έχετε προσέξει ποτέ τις ταμπέλες έξω από τις καινούργιες πολυκατοικίες, ή τις αγγελίες σε εφημερίδες και διαδίκτυο, όταν διαφημίζουν την πώληση νέων κατοικιών; Όλες, μα όλες αναφέρονται σε «πολυτελή διαμερίσματα», πολυτελείς μεζονέτες» κλπ. Θα νόμιζε κανείς πως οι κάτοικοι αυτής της χώρας μένουν σε άριστα κατασκευασμένα σπίτια, όταν μάλιστα το κόστος που καλούνται να πληρώσουν είναι τις περισσότερες φορές πολύ ως υπερβολικά ψηλό, σε σχέση με το κόστος κατασκευής. Είναι όμως έτσι;

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Ο μάστρο-Τζάννης, ο κτίστης από τη Φολέγανδρο*



Τον μαστρο-Τζάννη τον συνάντησα τυχαία για πρώτη φορά, ένα καλοκαίρι στη Φολέγανδρο. Γύριζα στην Απάνω Μεριά όταν τον είδα στην αυλή του σπιτιού του, καθισμένο πάνω σ' ένα σκαμνί να πλέκει σκούπες. Κάτι μικρά όμορφα σκουπάκια που κατέληγαν σε μια μακριά ασυνήθιστη, ιδιόμορφη λαβή. Αντίκρισα ένα  γέροντα με ωραίο ανάστημα, απ' αυτούς τους λεβέντες που σπάνια συναντάς πια στις μέρες μας, να δουλεύει με αργές, αλλά σίγουρες κινήσεις, φορώντας στο κεφάλι ένα ψάθινο καπέλο.

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Οι πέτρινοι σταυροί της Χώσεψης






































Τύχη και ατυχία μαζί, είχα, να γεννηθώ στην Αθήνα. Από μικρό παιδάκι όμως πάντα τα καλοκαίρια ταξίδευα στο χωριό, πολλές φορές και Χριστούγεννα ή Πάσχα. Η συχνότητα των επισκέψεών μου αλλά και τα βιώματα που απέκτησα, μ’ έκαναν να νιώθω ταυτισμένος με τον τόπο κι όχι απλά ένα παιδί που οι γονείς του κατάγονται από τη Χώσεψη. Όλα αυτά τα χρόνια, μια από τις προτεραιότητές μου ήταν – και είναι μέχρι σήμερα - η επίσκεψή μου στο νεκροταφείο. Στην άκρη του χωριού, σκαρφαλωμένο σε μια πλαγιά, βρίσκεται το εκκλησάκι του Αη Θανάση. Γύρω του απλώνεται μια ήρεμη συνοικία, αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «η τελευταία κατοικία».

Πολύ παλιά, «τράβαγα» τον παππού απ’ τις δουλειές του και πηγαίναμε μαζί. Περπατώντας ανάμεσα στα μνήματα, εντυπωσιασμένος  από το φως που αντανακλά το λευκό μάρμαρο, και επηρεασμένος από τη  μελαγχολία που αναδύει η μουντάδα της ντόπιας πέτρας, ένοιωθα πάντα ένα δέος. Aυτό που νοιώθει ένα παιδί που πιστεύει πως η ζωή είναι «ατέλειωτη» και πασχίζει να αποδεχτεί πώς πρόσωπα μέχρι χτες δραστήρια, «ζωντανά», βρίσκονται τώρα «εκεί μέσα».

Παρατηρώντας τις φωτογραφίες πάνω στους τάφους, ρωτούσα τον παππού για τον καθένα ξεχωριστά, με ένα ενδιαφέρον που πολλές φορές τον παραξένευε. Δεν κουραζόταν όμως να μου διηγείται μικρές ιστορίες, για τους προγόνους μας, τους δικούς του παππούδες, για όλους. Μικρές προσωπογραφίες για εργάτες της ζωής, για αντάρτες αγωνιστές αλλά και για τους «άλλους», αυτούς που η Ιστορία στο τέλος λησμονά…

Διηγούταν ο παππούς, κι εγώ σκηνοθετούσα στη  φαντασία μου κινούμενες εικόνες. Γυναίκες και άντρες στις πλαγιές,  να ξεχερσώνουν με τα τσαπιά, να φτιάχνουν  χωράφια. Τσοπαναραίους με τα κοπάδια τους στις κορφές των Τζουμέρκων, ν’ αντηχούν τα κυπριά των ζώων μέχρι το χωριό. Αντάρτες κι ανταρτοπούλες να διαβαίνουν στις ράχες τραγουδώντας. Φωνές, γέλια παιδικά, κλάματα, βελάσματα, που πρόδιδαν μια ζωή που πλημμύριζε τον άγριο αυτό τόπο απ’ άκρη σ’ άκρη.

Ο χρόνος κύλησε, ο παππούς «ανηφόρισε» κι αυτός, στον Αη Θανάση. Μεγάλος πια εγώ, συνέχισα τις τακτικές μου επισκέψεις, βλέποντας πια (και) με μια άλλη ματιά το χώρο. Διέκρινα πως σε μερικούς τάφους οι σταυροί δεν ήταν από μάρμαρο, αλλά πέτρινοι. Παρατηρώντας τον καθέναν ξεχωριστά, άρχισα να ανακαλύπτω μικρές καλλιτεχνικές διαδρομές που χάρασσαν οι τεχνίτες πελεκάνοι του χωριού μας, πάνω σε ατόφια κομμάτια ντόπιας πέτρας.

Αυτοί οι παλιοί αυτοδίδακτοι λαϊκοί καλλιτέχνες, που με αντάλλαγμα δέκα οκάδες καλαμπόκι, καθισμένοι σταυροπόδι, σφυρίζοντας ηπειρώτικους σκοπούς, χτύπαγαν με το ματρακά το κοπίδι πάνω στην πέτρα, της έδιναν σχήμα, μορφή, της μιλούσαν κι αυτή τους έκανε στο τέλος το χατήρι.

Γράφει ο Σπύρος Ι. Μαντάς (1): «…Από τα πολλά στοιχεία που εξυψώνουν σε τέχνη τούτη την ενασχόληση των μαστόρων της Χώσεψης, δύο είναι εκείνα που σφραγίζουν τη μοναδικότητά της, που αλλιώς, προδίδουν την ιδιαίτερη ικανότητα αλλά και την ευαισθησία των δημιουργών. Το πρώτο, είναι το γεγονός πως κάθε σταυρός έχει βγει από μια και μοναδική πέτρα. Εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί το τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Τι υπομονή και επιμονή χρειάστηκε να διαθέτει ο τεχνίτης, αλλά και τι δεξιότητες ξεχωριστές για να φτάσει χωρίς προβλήματα στην υλοποίηση της πρόθεσής του. Το πράγμα ενθουσιάζει όταν, παρατηρώντας αυτές τις κατασκευές – άξιες θαυμασμού κάποτε και γι αυτό το μέγεθός τους – γίνεσαι μάρτυρας πάνω τους, μιας διακόσμησης που η αισθητική και η ευρηματικότητα των μοτίβων της, σε κάνει ακόμη και να απορείς. Να μη μας διαφεύγει η χρηστική αποστολή τέτοιων δημιουργιών.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δεύτερο, ακόμα πιο πολύτιμο στοιχείο που κάθε σταυρός της Χώσεψης διαθέτει. Μπόρεσε ο λαϊκός τεχνίτης να ισορροπήσει ανάμεσα στη χαρά, που η μέθεξη της δημιουργίας από τη φύση σαν βασικό συστατικό εμπεριέχει, και τη μελαγχολία, που ένας τάφος …οφείλει να αποπνέει. [  ] Βρίσκεις έτσι έδαφος, διάθεση, να αντικρίσεις και από μια άλλη πιο φιλοσοφημένη οπτική γωνία, το, έτσι κι αλλιώς, τραγικό γεγονός του θανάτου. Βοηθούν σ’ αυτό και κάποια ανορθόγραφα – ίσως γι αυτό τόσο γήινα – χαράγματα…»(2)

Έχει καταγραφεί (3) πως τους πέτρινους σταυρούς στο νεκροταφείο του χωριού, δημιούργησαν τρεις ξακουστοί μαστόροι. Ο Γεώργιος Τσιβόλας (1892-1973), ο Θεόδωρος Λύκος (1898-1992) και ο πιο ξακουστός απ’ όλους Ιωάννης Κωνσταντίνου Νταλακούρας (1902-1975). Αξίζει μια ιδιαίτερη αναφορά ο σπουδαίος αυτός μάστορας, που δίκαια κατέχει μια θέση στο πάνθεο των γητευτών της πέτρας.

Ο Γιάννης Νταλακούρας γεννήθηκε στο συνοικισμό «Ρουπακιά» της Χώσεψης (σημερινή ονομασία Κυψέλη) Άρτας. Μικρό παιδί – όπως πολλά παιδιά εκείνη την εποχή – μπήκε μαθητευόμενος σε ένα από τα πολλά περιοδεύοντα μπουλούκια που αποτελούνταν από συγχωριανούς οικοδόμους. Το έμφυτο ταλέντο και η καλλιτεχνική του κλίση τον έκαναν να ξεχωρίσει σε μικρό χρονικό διάστημα, και να αναδειχτεί σε σπουδαίο μάστορα-πελεκάνο. Ανήσυχο πνεύμα καθώς ήταν, συγκρότησε σαν πρωτομάστορας πια, δικό του συνεργείο από μαστόρους κι εργάτες, και άρχισε να ταξιδεύει σε διάφορα μέρη της Ελλάδας προς αναζήτηση δουλειάς.

Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Θεσσαλία, μερικές από τις περιοχές που επισκέφτηκε. Χωρίς να πάει στο σχολείο, αγράμματος, μπορούσε να αποτυπώσει στο χαρτί σχέδια κάθε είδους οικοδομής και στη συνέχεια να τα υλοποιήσει με την ομάδα του. Ανάπηρος από το ένα του πόδι (κουτσός), δεν υστέρησε ποτέ έναντι των αρτιμελών συναδέλφων του. Οι παλιοί έλεγαν πως ήταν τόσο καλός μάστορας, που έχτιζε με το μάτι, χωρίς ράμμα!

Έργα που άφησε πίσω του ως αδιάψευστους μάρτυρες της μαστοριάς του, είναι σπίτια που έχτισε στο χωριό του (Κυψέλη Άρτας), η εκκλησία Άγιος Δημήτριος στην Άρτα, οι βρύσες στο συνοικισμό «Σκιαδάδες» του Βουργαρελίου, και φυσικά οι πέτρινοι σταυροί του Αη Θανάση.

Ο χρόνος χαράζει κι αυτός, μετά το μάστορα, τα δικά του σημάδια πάνω στους σταυρούς. Αυτοί όμως παραμένουν εκεί, άλλοι στητοί, άλλοι γερμένοι, να θυμίζουν στους επισκέπτες του νεκροταφείου πρόσωπα και εικόνες από άλλες εποχές, προκαλώντας το θαυμασμό όλων, για τις αστείρευτες ικανότητες που έχει ο άνθρωπος όταν δημιουργεί.

Παραπομπές

(1) Ο Σπύρος Ι. Μαντάς είναι εκπαιδευτικός, ερευνητής- συγγραφέας και συντάκτης του "Αρχείου Γεφυριών Ηπειρώτικων".
(2) και (3): Σπ. Ι.  Μαντά, Οι σταυροί της Χώσεψης. Δημοσιεύτηκε στο παλιό (αρ. τεύχους 21, 1998), καλό περιοδικό «Χάος και όψη», του Συλλόγου Κυψελιωτών Άρτας, στην Αθήνα, «ο Άγιος Κοσμάς» που δεν υπάρχει πια.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Οι Ηπειρώτες μάστορες της πέτρας (Β΄ μέρος)

Τα Μαστοροχώρια

Η από πατέρα σε παιδί διαδοχή της τέχνης έκανε να μεταδοθεί αυτή σε χωριά και ευρύτερες περιφέρειες χωριών που φημίστηκαν ως Μαστοροχώρια. Αυτά είναι τα μαστοροχώρια στην περιφέρεια Δεβόλη - Κορυτσάς - Όπαρι, που μάστορες από εκεί έχτισαν μαζί με ντόπιους από το Πεντάλοφο της Κοζάνης και το Μπελκαμένι της Φλώρινας, κυρίως τη Δυτική Μακεδονία. Μαστοροχώρια της Κολιώνιας, πέρα από τον Αώο, την Μπόροβα, Ρεχόβα, Στίκα, Σκοροβότι, Γκοστιβίτσι, ορθόδοξοι αλβανόφωνοι που έχτισαν τα ψηλοκρεμαστά Μοναστήρια του Αγίου Όρους και των Μετεώρων. Μετά τα Μαστοροχώρια των Τζουμέρκων και τα Μαστοροχώρια των Χουλιαράδων.

Ο ξακουστός στρατσιανίτης Πελεκάνος
Νικόλαος Βαζούκης – 1925

Τέλος, τα ξακουστά Μαστοροχώρια της Κόνιτσας με τη Βούρμπιανη, την Πυρσόγιαννη, τη Στράτσανη, την Καστάνιανη, το Κεράσοβο, το Κάντσικο, τα Ζέρμα, τη Μόλιστα και τα τόσα άλλα χωριά με τους φημισμένους μαστόρους του που ξεσυνερίζονταν πως χτίσανε τον κόσμο όλο.

Δρόμοι και περάσματα στα Μαστοροχώρια

Μέχρι και τον εμφύλιο που έγιναν οι πρώτοι αυτοκινητόδρομοι, η συγκοινωνία στα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας παρέμενε πρωτόγονη. Οι περισσότεροι δρόμοι ήταν μονοπάτια που είχαν δημιουργηθεί με το συχνό πέρασμα των ζώων. Τα μόνα μέσα συγκοινωνίας ήταν τα ζώα, γαϊδούρια και μουλάρια. Τα γεφύρια ήταν ελάχιστα και όταν οι χείμαρροι κατέβαζαν νερό, συνέβαιναν συχνά μοιραία δυστυχήματα. Η κατάσταση αυτή επέβαλε σχεδόν πλήρη απομόνωση στα χωριά και οικονομία αυτάρκειας με χαμηλό βιοτικό επίπεδο.

Στράτσιανη: Η Δημογεροντία μαστόρων στη Ράχη
(κεντρική πλατεία Στράτσιανης)

Τρόπος εργασίας -  "μπαξίσια"

Όλες οι εργασίες οποιουδήποτε οικοδομήματος γίνονταν εξ ολοκλήρου από το μπουλούκι ή την παρέα: από την εξόρυξη της πέτρας μέχρι την αποπεράτωση του έργου. Ένα ολόκληρο μελισσολόι πηγαινοερχόταν ακατάπαυστα όλη μέρα. Βασικά υλικά τους ήταν η πέτρα, η λάσπη από νερό, άμμος και ασβέστης. Και για να "δένει" περισσότερο το υλικό, κυρίως στην κατασκευή γεφυριών, πρόσθεταν ασπράδι αυγού ή τρίχες ζώων. Τα απαραίτητα και χρήσιμα εργαλεία πολλά και ποικίλα: το καλέμι, το σφυρί, το αλφάδι, το τρίγωνο, η αρίδα, το μακόνι, η γωνιά, το τσοκαντήρι, το σκεπάρνι, ο κολαούζος, το ματσακόνι, η τσάπα, το πριόνι και το πηλοφόρι.

Σε κάθε έργο και ιδιαίτερα στην οικοδομή, δύο ήταν οι πιο σημαντικές στιγμές: τα θεμέλια και η στέγη. Στα θεμέλια διαβαζόταν από τον παπά αγιασμός. Στο πρώτο αγκωνάρι χάραζαν έναν σταυρό και κάτω από την πέτρα έβαζαν μεταλλικό νόμισμα. Ακουλουθούσαν κεράσματα από το νοικοκύρη και τους συγγενείς του, τα οποία ήταν "τυχερά" των μαστόρων. Επίσης, έκοβαν σφάγια και με το αίμα ράντιζαν τα θεμέλια. Το αφεντικό ετοίμαζε και το πρώτο "ζιαφέτι" (τραπέζι - γλέντι). Το δεύτερο "ζιαφέτι" προσφερόταν όταν το χτίσιμο έφτανε στο πάτωμα και το τρίτο στο τέλος της δουλειάς.

Ηπειρώτες και Δυτικομακεδόνες μαστόροι
στην Περσία – 1935

Η πιο συγκινητική στιγμή και για το νοικοκύρη και για τους μαστόρους ήταν όταν το σπίτι έφτανε στη σκεπή. Εδώ υπήρχε μια ολόκληρη τελετή που ονομαζόταν "μπαξίσια" ή "μαντιλώματα": Οι μαστόροι έστηναν δύο μεγάλους ξύλινους σταυρούς αντικριστά πάνω στη στέγη και έδεναν σκοινί τεντωμένο για να κρεμούν τα "μπαξίσια" (δώρα) του αφεντικού, των συγγενών και των φίλων. Αυτά ήταν συνήθως υφάσματα, πουκάμισα, πετσέτες, μαντίλια, όλα για τους μαστόρους που τα μοιράζονταν μεταξύ τους.

Ο πρωτομάστορας ή ένας άλλος βροντόφωνος τεχνίτης, παίρνοντας καθένα δώρο του, προσφωνούσε με τόνο μελωδικό, ενώ οι άλλοι μαστόροι χτυπούσαν με σκεπάρνια ή σφυριά πάνω στα ξύλα για να σιγοντάρουν αυτόν που έλεγε:

"Εεεε, καλώς όρισε το μπαξίσι του ….(το όνομα του δωρητή) που έφερε για την αγάπη του προς το αφεντικό και την εκτίμηση στους μαστόρους. Να ζήσει, να χαίρεται τα παιδιά του και ό,τι επιθυμεί.

Όσα λουλούδια του Μαγιού
Και φύλλα έχουν τα δέντρα,
Χόρταρα της γης, άμμος της θάλασσας,
Ψάρια του γιαλιού και ποταμοί μεγάλοι,
Τόσα καλά και αγαθά να του δώκει ο Θεός.
Ευχαριστούμε για το δώρο του…."

Αρχοντικό στην Μόλιστα

Έργα και ημέρες

Οι κατασκευές και τα έργα των μαστόρων της Κόνιτσας είναι τόσα πολλά και ποικίλα, ώστε δίκαια έμεινε η φράση ότι αυτοί "έχτισαν τον κόσμο".

Ύψωσαν λαμπρά μοναστήρια όπως: η μονή της Ζέρμας, η μονή Στομίου, η μονή της Παναγιάς Μολυβδοσκέπαστης, περίτεχνες εκκλησίες όπως: του Αγίου Νικολάου Πυρσόγιαννης και πλήθος άλλες, καμπαναριά όπως στη Φιλιππιάδα και στη Δημητσάνα, σεράγια πασάδων στο χώρο της Ηπείρου και της Αλβανίας, σπίτια αρχοντικά και απλά. Γεφύρια καταπληκτικά, αιωρούμενα πάνω από ορμητικά ποτάμια: μονότοξα όπως της Κόνιτσας, δίτοξα όπως του Κάντσικου και τρίτοξα όπως του Ζαγορίου. Πέτρινες βρύσες, συνήθως στο κέντρο του χωριού, τόπο συνάντησης των γυναικών για άντληση νερού ή για πλύσιμο των ρούχων.

Ναός Ταξιαρχών στο Γανναδιό

Έφτιαξαν μύλους, φούρνους και πέτρινα πηγάδια, αναγκαία στην καθημερινή τους ζωή. Ακόμα και φάρους έκτισαν όπως αυτός στο Λουτράκι στο Ηραίο ακρωτήριο, και από τις αρχές του 20ού αιώνα έβαλαν τη σφραγίδα τους σε πολλά έργα της Αθήνας, όπως η αποπεράτωση του ναού της Παναγιάς Χρυσοσπηλιώτισσης, η πρόσοψη της Εθνικής Τράπεζας, το νοσοκομείο "Ευαγγελισμός". Έργο Κονιτσιωτών μαστόρων είναι και το ρολόι της πλατείας των Ιωαννίνων, η Παρηγορήτισσα της Άρτας και άλλα. Στις ΗΠΑ (Ντιτρόιτ) και στην Περσία ηπειρώτες μαστόροι έκαναν εργασίες διάνοιξης σιδηροδρομικών γραμμών ή έκτισαν γέφυρες.

Γεφύρια

Δύο φόβους είχε πάντα ο Ηπειρώτης. Από τη μια τους ληστές και από την άλλη το κακό συναπάντημα με αδιάβατα ποτάμια. Και αν για τους πρώτους δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, για τα δεύτερα, ονειρευότανε γεφύρια πέτρινα που έπρεπε βέβαια να στήσει μόνος τους.

Σοκάκι στο Γανναδιό

Για τους Κουδαραίους μάστορες το χτίσιμο του γεφυριού αποτελούσε ξεχωριστή περίπτωση. Τα έργα τους δεν προέρχονταν από κανένα σχεδιαστήριο, αλλά χαράζονταν επί τόπου με μόνο μέτρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Τα έργα των λαϊκών αρχιτεκτόνων μαρτυρούν επιμέλεια, γνώση και πείρα στοχαστικού καλλιτέχνη. Και οι αρετές αυτές τους έδιναν το αίσθημα του μέτρου σε σημείο που η προσωπικότητά τους δεν επηρέασε αυτάρεσκα το δημιούργημά τους. Αν η αυταπάρνηση αυτή της προσωπικότητάς τους σβήνει τη μνήμη των λαϊκών αρχιτεκτόνων, δίνει ωστόσο στα έργα τους αξία ιστορική που ριζώνει και ταυτίζεται με την εθνική κληρονομιά.

Μονότοξα, δίτοξα, πολύτοξα, γεφύρια ηπειρώτικα, δημιουργήματα που βρίσκονται στην παράδοση του τόπου μας. Πέτρινα όλα τους και θολωτά, "καδραρισμένα στην αιωνιότητα του πλατάνου", λαϊκές κατασκευές από τους περίφημους μαστόρους, τους άρχοντες της πέτρας που βρήκαν το σωστό μέτρο, με αποτέλεσμα να μετουσιωθούν σε έργα τέχνης.

Αυτά τα γεφύρια απλωμένα στην Ελλάδα και ειδικά στην Ήπειρο με το τόσο άγριο και άγονο τόπο, εμπλούτισαν και προέκτειναν το ηπειρώτικο τοπίο. Επειδή ακριβώς δεν υπήρξαν ξένα πρότυπα και πειρασμός για μίμηση, αλλά και ούτε τα τεχνικά εκείνα μέσα, κρατήθηκε η σχέση χώρου και δημιουργημάτων του ανθρώπου, τοπίου και γεφυριού. Τα πετρογέφυρα τα χαρακτηρίζουν η ποικιλία μορφών και η ένδειξη φαντασίας του λαϊκού τεχνίτη.

Πυρσόγιαννη – λεπτομέρεια

"Τα έργα των λαϊκών αρχιτεκτόνων μαρτυρούν επιμέλεια, γνώση και πείρα στοχαστικού καλλιτέχνη. Φανερώνουν την πίστη, την αγάπη και το σεβασμό που έτρεφαν προς την τέχνη τους. Και οι αρετές αυτές τους έδιναν το αίσθημα του μέτρου σε σημείο που η προσωπικότητά τους δεν επηρέασε αυτάρεσκα το δημιούργημα τους, ούτε δέσποζε σε βάρος της ουσιαστικής αξίας του έργου", όπως σημειώνεται στη "Λαϊκή Ελληνική Αρχιτεκτονική" του Πάνου Νικολή Τζελέπη.

Σύμφωνα με το Αρχείο Ηπειρώτικων Γεφυριών, ο αριθμός γεφυριών που έχουν καταγραφεί και μελετηθεί στον ευρύτερο χώρο της Ηπείρου είναι 431, εκ των οποίων στον νομό Ιωαννίνων φτάνουν τα 295.

"Όσα έμαθα να μάθεις και όσα έπαθα να πάθεις"

Οι έγγραφες μαρτυρίες για την καταγωγή των αείμνηστων κτητόρων - μαστόρων είναι ελάχιστες. Δεν κυνήγησαν την υστεροφημία και έτσι δεν διασώθηκε το "εποίει", εκτός κάποιας χρονολογίας που συνήθιζαν να σκαλίζουν στα υπέρθυρα των σπιτιών.

Αν όμως τα γραπτά τεκμήρια είναι ελάχιστα, άφθονες είναι οι παραδόσεις.
Τα παλαιότερα πέτρινα σπίτια της Στερεάς Ελλάδας, της Εύβοιας, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Θράκης, της Μικράς Ασίας κτίσθηκαν κατά το πλείστον από Ηπειρώτες, τόνιζε ο ιστορικός Κώστας Φαλτάιτς. Οι Κουδαραίοι τεχνίτες από την Κόνιτσα καυχιόντουσαν ότι τα παλιότερα και τα καλύτερα σπίτια και τα δημόσια μέγαρα της Αθήνας και του Πειραιά τα έκτισαν αυτοί. Ο τύπος του στρερφογάλαρου σπιτιού, με τοξωτές αψίδες στις πόρτες και τα παράθυρα, είναι ασφαλώς Ηπειρώτικος.

Πυρσόγιαννη – λεπτομέρεια

"Τα μπουλούκια των μαστόρων κοντά στα 1935, είχαν λιγοστέψει. Είχε σπάσει το παλιό, δεν έβγαζαν λεφτά. Λιγόστεψαν και οι καλοί πελεκάνοι. Σα να πούμε στέρεψε η πηγή. Από εκεί και ύστερα κανένας δεν έμαθε πελέκημα. Μόνο μπετά και καλούπια ξέρουν οι καινούργιοι μάστοροι. Στα χαμένα, δεν είναι τέχνη τα τσιμέντα. Τότε που λες και με το Μεταξά ύστερα, χάλασαν τα μπουλούκια, χάλασε και η τέχνη και άρχισε ο καθένας να δουλεύει για πάρτη του…." ( διήγηση του μάστορα Τάκη Γκουντή, 1974).

"Ο μέλλων για να δημιουργήσει νεοελληνική αρχιτεκτονική ας ρωτήσει τους καλφάδες (Κάλφας= ο πρακτικός αρχιτέκτονας στα τουρκικά), ας συμβουλευτεί πρώτα αυτούς που στα χωριά και το σχέδιο δίνουν και χτίζουν σπίτια, ας τους ρωτήσει με ποιο τρόπο χτίζουν και έπειτα ας προσπαθήσει να τελειοποιήσει την τέχνη τους" (Ι. Δραγούμης, Νεοελληνικός πολιτισμός.

Το Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων

Σκαρφαλωμένα πάνω από την πόλη της Κόνιτσας με κατεύθυνση προς βορρά απλώνονται τα ξακουστά Μαστοροχώρια, Με θέα την κορυφή του Σμόλικα ο δρόμος οδηγεί στα αριστερά για το μεγαλύτερο χωριό των Μαστοροχωρίων την Πυρσόγιαννης.

Λίγο πιο πάνω από την κεντρική πλατεία, το δίπατο πέτρινο κτίριο του παλαιού σχολείου της Πυρσόγιαννης, που χτίστηκε το 1927 και ανακαινίστηκε πρόσφατα, στεγάζει το Εθνολογικό Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων, το οποίο αποτελεί μια σημαντική συνεισφορά στην άγνωστη ιστορία των Ηπειρωτών μαστόρων της πέτρας.

Το Μουσείο περιλαμβάνει σπάνιο υλικό από την τεχνική, τη μυστική γλώσσα (τα κουδαρίτικα), τα δρομολόγια, τα εργαλεία, τα συμφωνητικά και τις κατασκευές των μαστόρων της πέτρας. Το υλικό που εκτίθεται στο Μουσείο Μαστόρων της Πέτρας της Πυρσόγιαννης αποτελεί μια συστηματική καταγραφή της τοπικής αρχιτεκτονικής, των υλικών κάθε περιοχής και των αισθητικών ρευμάτων των τριών τελευταίων αιώνων στα Βαλκάνια.

Στο Μουσείο σήμερα γίνονται έργα συντήρησης και αναμένεται σύντομα να ανοίξει για το κοινό. Για περισσότερες πληροφορίες, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στο Δημαρχείο Μαστοροχωρίων με έδρα την Πυρσόγιαννη. Τηλ. (26550) 31269, 31112  Μουσείο (26550) 31297

Κείμενο: Γιάννης Σεφεριάδης

ΤΕΛΟΣ

πηγή: http://walking-greece.ana-mpa.gr/

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Οι Ηπειρώτες μάστορες της πέτρας (Α΄ μέρος)

Έχτισαν κάστρα και πολιτείες, εκκλησίες με τρούλους και εξάγωνα κωδωνοστάσια σε ένα παιγνίδισμα της δαιμόνιας τέχνης τους. Τζαμιά και υψηλούς μιναρέδες, παλάτια για τους μπέηδες και τους αγάδες. Αρχοντικά, βρύσες και δεξαμενές στεγανές. Μύλους, φούρνους, πέτρινα πηγάδια, πύργους και υδραγωγεία, γεφύρια μονότοξα και πολύτοξα που ο θεατής μένει έκθαμβος μπροστά στο κάλλος και τη μεγαλοπρέπεια των κτισμάτων ή έντρομος από την τόλμη των Μετεώρων όπου η λαϊκή αρχιτεκτονική μετεωρίστηκε σε δυσθεώρητα ύψη. Κατασκεύασαν έργα ιδιωτικά, έργα δημόσια, ταπεινά και δοξασμένα στο χρόνο με μια γηγενή αρχιτεκτονική αισθητική και αξιώθηκαν να γίνουν μύθος και δημοτικό τραγούδι.

Το χτίσιμο γέφυρας στο Γκιρνανέ, στο 120χλμ της σιδηροδρομικής γραμμής
 Κουμ-Τεχεράνης. Δούλεψαν μαστόροι από την Στράτσιανη
και Πυρσόγιαννη, το Βυθό (Ντόλο) του Βοίου, την Κάρπαθο
και την Κύμη Ευβοίας. (1936)

Όλα αυτά με λιθανάγλυφα κάθε είδους απόληξης, όπου εκφραζόταν ένας ολόκληρος κόσμος γούστου, καημού και τρυφερότητας των μαστόρων της Ηπείρου. Τα έργα τους, σκορπισμένα επί αιώνες σε τόπους κοντινούς, αλλά και σε χώρες μακρινές, μιλούν από μόνα τους για τις αρχιτεκτονικές τους αρετές και την καλλιτεχνική τους αξία.

Η τέχνη της πέτρας

Οπως σημειώνει ο λαογράφος Βασίλης Μάργαρης, στην Ήπειρο για ποικίλους λόγους, που συναρτώνται κυρίως με τις γεωγραφικές παραμέτρους της - την ορεινή και δασώδη της σύνθεση, το πέτρινο και άγονό της έδαφος -, "ο πληθυσμός στράφηκε κατά τους τελευταίους αιώνες σε συγκεκριμένη επαγγελματική τροχιά, διέπρεψε και συχνά πρώτευσε στη χώρα μας σε πολλούς τομείς των δημιουργικών εκείνων τεχνών που βρίσκονται στα κράσπεδα της καλλιτεχνικότητας και συγχρόνως ανήκουν στην παράδοση του τόπου μας".

Η χέρσα και άγονη γη τους ψηλά στον Γράμμο και τον Σμόλικα σε συνάρτηση με μια ποικιλία γεωγραφικών και κοινωνικών παραγόντων - συνεχείς πληθυσμιακές μετακινήσεις, επιδρομές, κλπ- στάθηκε η βασική αιτία να εγκαταλείψουν οι κάτοικοι των χωριών κατά τον 16ο αιώνα την κτηνοτροφία και τη γεωργική καλλιέργεια και να στραφούν σε άλλες, περισσότερο προσοδοφόρες απασχολήσεις, σε τεχνικές δραστηριότητες όπως η επεξεργασία της πέτρας, η ξυλογλυπτική και η αγιογραφία που μπορούσαν να εξασκήσουν μακριά από τα σπίτια τους και τα χωριά τους.

Καστανιανίτες μαστόροι – Κάνσας (Αμερική) 1911

Οργανώνονταν, έτσι, σε συνεκτικές ομάδες με συγγενικό τις περισσότερες φορές βάθρο, (μπουλούκια, συνάφια, τσούρμο, ή νταϊφάδες) και με μια, συγχρόνως εξειδικευμένη βάση (χτίστες, ξυλουργοί, σιδεράδες, νταμαρτζήδες, κλπ) και ταξίδευαν στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και μετά έφταναν ως τα Βαλκάνια, την Περσία, την Ινδία και ως την Αφρική, ακόμη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι μάστορες

"Όλη τους η τέχνη ήταν μία λέξη: αργά. Όσο πιο αργά δούλευαν, τόσο πιο καλοί μάστοροι ήταν. Τραγουδούσαν και σφύριζαν στο πελέκημα για να ξεχνιούνται και να μη βιάζονται. Γλεντούσαν την αργάδα τους. Θυμάμαι τον πατέρα μου που 'λεγε: ``μια ζουρλοτσουκανιά, μια μέρα δουλειά``, μια άσχημη καλεμιά ήθελε παραπάνω ώρες δουλειά", διηγείται ο μάστορας Δήμος Φλίνδρης.

Αυτός ο ντόπιος λαϊκός τεχνίτης, ο κούδαρης, ο Ηπειρώτης τεχνίτης ταξιδευτής, υπήρξε ο σιωπηρός, αφανής δημιουργός του εθνικού οικοδομήματος και ακολούθησε, θαρρείς από ένστικτο, μια μέθοδο σοφή. Αντί να αγνοήσει τη φύση, να την κοντράρει, προτίμησε να συνδιαλέγεται μαζί της.

Καστανιανίτες μαστόροι – Κάνσας (Αμερική) 1911

Οι τεχνίτες, οι "Φίλοι του Θεού" όπως τους αποκαλούσαν οι Τούρκοι, απολάμβαναν της υπόληψης και του σεβασμού και από τον λαό και από τον Τούρκο κυρίαρχο. Κινιόντουσαν ελεύθερα και την ευθύνη της ζωής τους την είχαν οι τοπικοί άρχοντες, μπέηδες και αγάδες, εξαιτίας της ιδιαίτερης ειδίκευσής τους. Το ωράριο εργασίας τους ήταν εξαντλητικό για αυτό και όλοι τους ήταν ξερακιανοί, αδύνατοι, ηλιοκαμένοι…σπαθάτοι.

Οι άνθρωποι αυτοί ήταν σκληραγωγημένοι ορεινοί πληθυσμοί με τροχισμένο το μυαλό τους από την έλλειψη αγαθών που με φειδώ τους παρείχε η άγονη πατρίδα τους  Τους διάκρινε το οξύ πνεύμα, αλλά και η παρατηρητικότητα και η φιλεργία και υπομονή για να αντιμετωπίσουν τις ποικίλες αντιξοότητες της ζωής. Ήταν οικονόμοι, τίμιοι στις συναλλαγές τους, φιλήσυχοι και νομοταγείς. Ήταν φιλοσκώμμονες, φιλοπαίγμονες, ευφυολόγοι, που από την έλλειψη οποιασδήποτε μορφώσεως έφταναν στη χοντρή σάτιρα. Ασκούσαν σαν τεχνίτες την "τέχνη των τεχνών" την αρχιτεκτονική, που πλαισιώνεται στο φυσικό περιβάλλον, από όπου εμπνέεται ο λαϊκός τεχνίτης. Έκαναν, όπως είπαμε, την καταλληλότερη επεξεργασία και χρήση των υλικών, που συναντούσαν στους τόπους της εργασίας τους και σύμφωνα με τις τοπικές συνθήκες και τις ανάγκες φύτευαν εκεί τα αυθόρμητα αρχιτεκτονικά σχέδια, που γεννούσε η ιδιοφυία τους, βοηθούμενοι από τη μακρινή και ένδοξη παράδοση.

Ηπειρώτες μαστόροι σε εργασίες διάνοιξης σιδηροδρομικής
 γραμμής – Ντιτρόιτ (ΗΠΑ) – 1927

Τα μπουλούκια

Οι μάστορες της πέτρας, οι Κουδαραίοι κιοπρουλήδες όπως τους αποκαλούσαν από τη συνθηματική τους γλώσσα (κούδα=πέτρα) που "…χτούσανε τον κόσμο όλο, χτούσανε και τα γιοφύρια του", "βαστούσαν" από τις πράες, μυριοδασωμένες και πολύβρυσες πλαγιές του Γράμμου από τα χωριά των "Κουδαρέων", τα χωριά των κτιστών, τα ξακουστά Μαστοροχώρια της Πυρσόγιαννης, της Βούρμπιανης.

Οργανωμένοι σε παρέες δουλειάς, τα περίφημα μπουλούκια, "όργωναν" την Ελλάδα, αλλά και κάθε γωνιά της Βαλκανικής και έχτιζαν εκκλησιές, σπίτια, τζαμιά, καμπαναριά, αρχοντικά, κάστρα, μύλους, χάνια και γεφύρια.

Τα μπουλούκια των μαστόρων - οι συντεχνίες - στηρίζονταν λειτουργικά στο εθιμικό δίκαιο, σε άγραφους, αυστηρούς κανόνες και σε μια απαράβατη ιεραρχία: μαθητούδια, τσιράκια, καλφάδες, αρχικαλφάδες, μάστοροι. Στην κορυφή επικεφαλής του μπουλουκιού βρισκόταν ο πρωτομάστορας (αρχιμάστορας) ο οποίος έπρεπε να συγκεντρώνει συγκεκριμένες ικανότητες και δεξιότητες. Να είναι ευρηματικός, οργανωτικός, σχεδιαστής με καλλιτεχνικό ένστικτο και δημιουργική εικαστική εκφραστικότητα, να έχει τολμηρή φαντασία, να είναι καπάτσος στην εκτέλεση δύσκολων εργασιών, αλλά και στο παζάρεμα της δουλειάς. Τα έργα του χαράζονταν επί τόπου με μόνο μέτρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Το χρήσιμο, το απαραίτητο. Ο ίδιος φρόντιζε για την εξεύρεση εργασίας, την πληρωμή των μαστόρων και επιστατούσε γενικά στο μπουλούκι. Εργαζόταν και αυτός συχνά στα θεμέλια της οικοδομής, στις προσόψεις και στις γωνιές που "κλείδωναν" τα αγκωνάρια. Τα θεμέλια της οικοδομής, ο "μπινάς" στα τούρκικα, ήταν πολύ υψηλή υπόθεση για να την αφήσει στους άλλους μάστορες. Αν τα θεμέλια ήταν η βάση της ζωής του έργου του λαϊκού τεχνίτη, οι προσόψεις, οι γωνίες, ήταν η βιτρίνα, η δόξα της δουλειάς του.

Το γεφύρι της Κόνιτσας. Δημιούργημα του πρωτομάστορα
Ζιώγα Φρόντζου. Κτίστηκε το 1870 για να συνδέσει
την Τύμφη με την Τραπεζίτσα πάνω από τον
«ατίθασο» ποταμό Αώο.

Οι ανειδίκευτοι εργάτες, τα τσιράκια του μπουλουκιού, έφτιαχναν τη λάσπη και κουβαλούσαν με το πηλοφόρι την ειδική ξύλινη σκάφη που λεγόταν γκοβάτ, γι' αυτό και λέγονταν γκοβατζήδες.

Άλλη εργασία των μαθητευόμενων ήταν να σπάνε και να κουβαλούν με τα ζώα  τις πέτρες, ασβέστη και άμμο, αγκωνάρια ή πρέκια (ανώφλια) και κατώφλια για πόρτες και παράθυρα, και να μαθαίνουν κοντά στους μαστόρους την τέχνη, το ζανάτι (ζανατζής=τεχνίτης).

Δούλευαν στους διατεταγμένους χώρους της εργασίας από την ανατολή του ήλιου μέχρι τη δύση, πότε χωρίς φαΐ, που ήταν πάντα υπολογισμένο στο μεροκάματό τους. Δούλευαν με τα υλικά που είχε κάθε τόπος και το αυτοσχέδιο λατομείο. Δούλευαν περιοδικά από τις αποκριές μέχρι το Νοέμβρη, οπότε και γύριζαν στο "μεμλεκέτι", την ιδιαίτερη πατρίδα τους.

Καστάνιανη - λεπτομέρεια

Οι περισσότεροι ήταν τελείως αγράμματοι, χωρίς την παραμικρή μηχανική γνώση. Και όμως ο πρωτομάστορας ήταν ο αρχιτέκτονας του έργου.

Κατά τις απανωτές εξορμήσεις τους για δουλειά χρησιμοποιούσαν τη συνθηματική γλώσσα, τα κουδαρίτικα, για να μην τους καταλαβαίνουν οι εκάστοτε εργοδότες και γενικά οι τρίτοι. Έτσι "Κούφιο" ήταν η οικοδομή, "Κριτσέλης" το αποχωρητήριο, "Θοδώρα" το τσίπουρο, "Μαυρομάτες" οι ελιές και "Απαλό" το λάδι.

Οι μαστόροι εκτός από τα εργαλεία τους έριχναν στο δερμάτινο σάκο τους το τσόκι, το σφυρί, που στα διαλείμματα της δουλειάς το περνούσαν στο ζωνάρι. Το τσόκι ήταν το πρώτο εργαλείο που κληροδοτείται από πατέρα σε παιδί, συμβολίζοντας τη μετάβαση της τέχνης από τη μια γενιά στην άλλη.

Χρησιμοποιούσαν το τούβλο και το κεραμίδι στα βαλτώδη και τους κάμπους, τις πέτρες και τις πλάκες από μαρμαρυγιακό σχιστόλιθο στα ορεινά και τα πετρώδη, και τα άφθονα ξύλα των δασών, για τις ξυλοδεσιές, όπου έχτιζαν ξερολιθιά δίχως λάσπη. Και είναι να απορεί κανείς πως στέριωσαν τριώροφα αρχοντικά με ξερολιθιά. Η στερεότητα των τοίχων εξηγείται με τη σωστή κατασκευή τους, τη δυνατότερη έδραση και το καλύτερο συναρμολόγημα των λίθων.

Καλντερίμι στην Καστάνιανη

Ο αποχωρισμός

Η αναχώρηση των μπουλουκιών γινόταν συνήθως την άνοιξη και συγκεκριμένα Καθαροδευτέρα και η επιστροφή το φθινόπωρο. Την Τρίτη δεν ξεκινούσε κανένας γιατί το είχαν για γρουσουζιά. Ο τόπος του αποχωρισμού όπου γινόταν το ξεπροβόδισμα θύμιζε ατμόσφαιρα αρχαίας τραγωδίας. "Ντέρτι" και "μαντήλα" λεγόταν το σημείο του μισεμού. Γυναίκες που μοιρολογούσαν, άντρες που δάκρυζαν στη γωνία, μανάδες και πατεράδες - γέροι - με βαριά καρδιά, σχολιαρόπαιδα, συγγενείς και χωριανοί και ο παπάς που ευλογούσε το τελευταίο κολατσιό των ξενιτεμένων και το πολύμηνο ταξίδι, προσδοκούσαν όλοι και προσεύχονταν γοργά να διαβεί ο καιρός, να γυρίσουν οι άντρες καλά και "καζαντισμένοι" (ματσωμένοι).  Μαντήλια που ανέμιζαν και έπειτα οι γυναίκες γύριζαν στο σπίτι τοποθετώντας πάνω στις εξώπορτες μικρά κλαριά από κρανιές και κέρδους και σταυροκοπούμενες με ευχές για τους ταξιδεμένους.

Κείμενο: Γιάννης Σεφεριάδης