Οι περισσότεροι έχουμε συνδέσει τον Κώστα Μπαλάφα με τις σπουδαίες
φωτογραφίες του από το έπος της ΕΑΜικής αντίστασης (Ελασίτης ο ίδιος)
στην Ήπειρο και τις ασπρόμαυρες εικόνες των «πέτρινων» χρόνων της
Ελλάδας, που εστιάζουν στα άγρια ορεινά τοπία και στα σκαμένα πρόσωπα
των ανθρώπων του μόχθου.
«Μη χάνεις το θάρρος σου εμείς πάντα το ξέραμε πως δε χωράει μέσα στους τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο…»
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαλάφας Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαλάφας Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015
Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014
"Η ιστορία των χρόνων μου" - Κώστας Μπαλάφας (VIDEO)
Ένα ντοκιμαντέρ της σειράς της ΕΡΤ “Η ιστορία των χρόνων μου” αφιερωμένο στον σπουδαίο Έλληνα φωτογράφο Κώστα Μπαλάφα. To συγκεκριμένο επεισόδιο εστιάζει σε μια χρονολογία κομβική τόσο για το έργο του Κ. Μπαλάφα όσο και για την Ελλάδα, το 1953. Μέσα από την προσωπική του αφήγηση και με σημείο αναφοράς το φωτογραφικό του έργο, ξετυλίγεται η ιστορία της ελληνικής υπαίθρου και ιδιαίτερα της Ηπείρου στην περίοδο της Κατοχής αλλά και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014
Κώστας Μπαλάφας - Το Αντάρτικο στην Ήπειρο (VIDEO)
Ο αγώνας του ηπειρώτικου λαού,όπως τον κατέγραψε ο φωτογράφος από το 85ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ όπου ήταν ενταγμένος,αναδύεται ανάγλυφα μέσα από δεκάδες ασπρόμαυρα στιγμιότυπα:πορείες,μάχες των ανταρτών,θρήνοι μανάδων,οι θεατρικές παραστάσεις της "Λαϊκής Σκηνής",οι κηδείες,το ντοκουμέντο με τους απαγχονισμένους.Κατέγραψε τα εγκλήματα των κατακτητών και τη δραστηριότητα του αντάρτικου.Είχε απόλυτη συνείδηση της επικινδυνότητας που είχε η πράξη του.Οι δυνάμεις Κατοχής τιμωρούσαν με θάνατο όποιον παρέβαινε τη ρητή εντολή απαγόρευσης των φωτογραφιών.
Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013
Δυο χρόνια χωρίς τον Κώστα Μπαλάφα
Πέρασαν κιόλας 2 χρόνια απο τον Οκτώβριο
εκείνο που έφυγε απο κοντά μας ο Κώστας Μπαλάφας, ένας απο τους
κορυφαίους έλληνες φωτογράφους. Γεννημένος το 1920 απο φτωχούς γονείς
τον Γιώργο και την Αρχοντούλα στην Κυψέλη Άρτας, στα Τζουμέρκα. Ήταν
μικρό παιδί, στα 11 όταν αναγκάστηκε να ξενιτευτεί απο το ορεινό χωριό
όπου γεννήθηκε και να αναζητήσει την τύχη του στην Αθήνα όπως τόσοι και
τόσοι νέοι εκείνη την εποχή. Μακριά απο «εκεί που» όπως ο ίδιος έλεγε
«οι άνθρωποι παιδεύονται να επιβιώσουν, οργώνοντας την άγονη γη, λες και
στύβουν με τα γυμνά τους χέρια το ξερό χώμα και το ποτίζουν με ιδρώτα
ώσπου να δώσει καρπούς.»
Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013
Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012
Χριστούγεννα 1960 στην Αθήνα. Μια σπάνια έγχρωμη φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα
Μια
σπάνια φωτογραφία του μεγάλου Ηπειρώτη
φωτογράφου Κώστα Μπαλάφα μας έστειλε
μέσω email
φίλος αναγνώστης του
ιστολογίου. Απεικονίζει μάλλον τα Χαυτεία και είναι τραβηγμένη τις μέρες των
Χριστουγέννων του 1960.
Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012
Με τη ματιά του Κώστα Μπαλάφα
Ο
μεγάλος Τζουμερκιώτης φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας γύρισε την Ήπειρο απ’ άκρη σ’ άκρη
φωτογραφίζοντας. Ψηλά, σ’ απάτητες βουνοκορφές, ανάμεσα σε περήφανα ελάτια και πλάι
σ’ ορμητικά νερά που λάξευαν στο διάβα τους την πέτρα, αποτύπωσε στο φακό του, για
να χαρίσει στην αιωνιότητα, μοναδικές
στιγμές από τη φύση και των αγώνα των ανθρώπων για επιβίωση και λευτεριά.
Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011
Κώστας Μπαλάφας: «Γυναίκες της Ηπείρου»
Στην Ήπειρο οι σχέσεις των ανθρώπων είναι ολοκληρωμένες και ειλικρινείς με τον εαυτό τους και αρμονικές με το φυσικό χώρο που γεννήθηκαν και ζουν. Ο ανθρώπινος δεσμός είναι δυνατός σαν τα έθιμα και οι κοινωνικές σχέσεις και συνήθειες ξεπηδούν αργά αργά μέσα απ’ τις γενιές από τα βάθη των αιώνων. Τότε ο κύκλος της ζωής είναι πιο ολοκληρωμένος και πραγματικός.
Οι ανταμοιβές απ’ την αμοιβαιότητα στη συμπεριφορά είναι μεγαλύτερες και η πιθανότητα να μάθεις πολλά για την αξία της ζωής είναι πολύ κοντά. Οι ηπειρώτικες οικογένειες, άντρες και γυναίκες, μοχθούν και παλεύουν, χαίρονται και κλαιν, γεννιούνται και πεθαίνουν με τη βεβαιότητα του τόπου τους και της σημασίας του.
Στην Ήπειρο οι αρμοδιότητες των συζύγων είναι μέσα στην οικογένεια, ως προς την ανατροφή και αγωγή των παιδιών, από παράδοσης καθορισμένες. Η μάνα έχει όλο το βάρος του σπιτιού. Αυτή έχει τον πρώτο λόγο και είναι το σεβαστότερο πρόσωπο στην οικογένεια. «Τα παιδιά ορφανεύουν απ’ τη μάνα» - λέει επιγραμματικά ο λαός. Ανέκαθεν οι μάνες είχαν όλη τη φροντίδα του σπιτιού και βαρύνονταν με την ευθύνη της ανατροφής των παιδιών. Οι άντρες ξενιτεύονταν ή ξενοδούλευαν σ’ άλλους τόπους τη μαστορική γιατί η άγονος και κακοτράχηλη γη δεν μπορούσε να θρέψει την οικογένεια κι ο ξενιτεμένος ήταν απ’ τους μεγαλύτερους καημούς.
Έρμο πουλί στην ξενητιά
Δίχως μανούλας κόρφο
Δίχως φωλιάς αναπαμό
Κι αγάπης αντιστύλι…
Πρώτη φροντίδα της μάνας ήταν η προίκα του κοριτσιού που άρχιζε να τη μαζεύει κομμάτι το κομμάτι απ’ τη μέρα που θα γεννιόταν. Οι γυναίκες πάλευαν ολημερίς τ’ άγονα χωράφια για να τα βγάλουν πέρα, αγκομαχώντας και σμίγοντας τον ιδρώτα με την ανάσα της σκαμένης γης, κάτι που μοιάζει με την κύηση και τη γέννα.
Φτενά χωράφια βολεμένα σε πεζούλια
Και γίδες που κρεμιούνται σε γκρεμούς
αυτή είν’ η πατρίδα μας μα η πούλια
δε λάμπει πιο καθάρια σ’ άλλους ουρανούς
Γ. Κοτζιούλας
Συχνά χαράματα ξημέρωναν στην αγορά μετά από ώρες επίπονη πορεία, φορτωμένες τη λιγοστή πραμάτια, προϊόντα απ’ τα ζώα τους και τα χωράφια, λίγα αυγά, γαλακτοκομικά και λαχανικά, είδη που συχνά τα στερούνταν το σπίτι τους. Προσπαθούσαν να εξοικονομήσουν με το να τα πουλήσουν στο βδομαδιάτικο παζάρι και να πάρουν τα απαραίτητα για τα παιδιά τους. Είναι αυτές οι μάνες που κράτησαν στον τόπο τη ζωή με σκληρούς αγώνες και θυσίες.
Μόνες αυτές άνδρωσαν οικογένειες με τις μητριαρχικές αρετές της φυλής και τους πανάρχαιους οικογενειακούς νόμους που καθιέρωσε η ιερότητα της παράδοσης. Κι όταν οι περιστάσεις κρίθηκαν δύσκολες για την πατρίδα πολέμησαν με ίση παλικαριά πλάι στους άντρες και τα παιδιά τους. Με πόσο μόχθο και στερήσεις δε φρόντιζαν τη μόρφωση των παιδιών τους που σπούδαζαν στις κοντινές πολιτείες «για να μη μείνουν στραβά και να μάθουν πέντε κλίτσες γράμματα για να γλυτώσουν απ’ τη δική μας τυραννία» -όπως έλεγαν- «και να δουν καλύτερες μέρες».
Περπατούσαν ώρες ολόκληρες απ’ τα χωριά τους στους πέντε δρόμους, ζαλωμένες τρόφιμα κι αλλαξιές ρούχα, άλλοτε στ’ αγιάζι του χειμώνα. Συχνά κουβαλούσαν και ξένα τρουβάδια για γειτονόπουλα που με τη σειρά τους άλλες μάνες σ’ άλλη στράτα θα εξυπηρετούσαν και το δικό τους παιδί.
Ξεκινούσαν απ’ τα χωριά απ’ τ’ άγρια μεσάνυχτα με το σκάσιμο του αυγερινού τρέχοντας κι αγκομαχώντας για να προλάβουν τα πεινασμένα παιδιά στριμωγμένα πέντε-έξι μαζί για να μοιράζονται τα έξοδα σκυμμένα όλη την ώρα πάνω στα βιβλία για να ρθουν πρώτα στα μαθήματα για να δώσουν λίγη χαρά και στη μάνα που τα φρόντιζε σαν τα σπουργίτια.
Ήταν οι σταυρωμένες της ηπειρώτικης κοινωνίας που άνδρωσαν οικογένειες με ήθος, ιδανικά και αξιοπρέπεια για να διακριθούν τα παιδιά τους σ’ όλους τους τομείς των αξιών της ζωής, του πολιτισμού και του ανθρωπισμού και να ονομαστεί η Ήπειρος εύανδρος, τόπος υπερασπιστών του έθνους και ευεργετών της πατρίδας.
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «χάος και όψη», τεύχος 8, 4-5-6/1995, του Συλλόγου Κυψελιωτών Άρτας στην Αθήνα «ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός». Δεν εκδίδεται πια).
Ακούστε τον Κώστα Μπαλάφα να μιλά για τις γυναίκες της Ηπέιρου:
Δείτε φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα, ακούγοντας μια γερόντισσα να τραγουδά ένα παραδοσιακό τραγούδι της Ηπείρου:
Δείτε φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα, ακούγοντας μια γερόντισσα να τραγουδά ένα παραδοσιακό τραγούδι της Ηπείρου:
Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011
Κώστας Μπαλάφας (1920-2011), ο τελευταίος των μεγάλων
«… ο γνήσιος καλλιτέχνης αλυσοδένεται με το καθήκον του να υπηρετήσει τους σκοπούς της τέχνης και να συμβάλει στη μαθητική καλλιέργεια και ενότητα του λαού. Είναι μια καλλιτεχνική προσφορά του δημιουργού και ανταπόδοση στους άλλους για το όμορφο χάρισμα, με το οποίο τον προίκισε η φύση.… είναι χρέος κάθε καλλιτέχνη, πέρα από κάθε προσωπική αναζήτηση στην τέχνη, να καταχωρεί στο έργο του τον τόπο του και την εποχή του. Είναι χρέος προς την ίδια την ιστορία, διότι ό,τι ξέρουμε από παλιότερους πολιτισμούς το μαθαίνουμε από τα υπολείμματα της τέχνης που διέσωσε η μυλόπετρα του χρόνου: σε ό,τι σμιλεύτηκε στην πέτρα, ό,τι μορφοποιήθηκε σε εικόνα ή ό,τι καταχωρήθηκε ποιητικά στην ιστορία. Νομίζω πως η φωτογραφία είναι το καλύτερο μέσο για μια τέτοια καταγραφή…»
Για μας που καταγόμαστε από την Κυψέλη Άρτας, ο Μπαλάφας σημαίνει κάτι παραπάνω απ ότι στον υπόλοιπο κόσμο. Ένα μικρό χωριουδάκι σκαρφαλωμένο στα «κακοτράχαλα βουνά», τόπος φτωχός σε εισοδήματα, μα πλούσιος σε ιστορία, αγώνες και αγωνιστές.
Ανήκει σ αυτούς τους μεγάλους που, από το μετερίζι του ο καθένας, δόξασαν και έκαναν γνωστό τον τόπο καταγωγής τους ευρύτερα. Οι καπεταναίοι του ΄21 Κουτελιδαίοι, ο αγωνιστής δάσκαλος-συγγραφέας Κώστας Πουρναράς (Μπόσης), ο στρατηγός Παν. Νάσης κ.α. Που μας «προσθέτουν μπόι» από υπερηφάνεια.
| Ο Τ. Τλούπας φωτογραφίζει τον Κ. Μπαλάφα |
Ο Κώστας Μπαλάφας πρώτος ανάμεσα στους πρώτους στην τέχνη της φωτογραφίας. Μέλος της τριάδας των μεγάλων φωτογράφων του λαού μας, μαζί με τους Σπύρο Μελετζή και Τάκη Τλούπα. Μέσα από το φακό του, κατέγραψε το μεγαλείο της ζωής, τη φτώχεια, τα βάσανα, τον κάματο. Υποκλίθηκε στον κόσμο της δουλειάς και τον αγώνα του για την επιβίωση. Τραγούδησε τη μάνα, τις μάνες μας. Απαθανάτισε την ελληνική ύπαιθρο, τα άγρια κι απάτητα βουνά της Ηπείρου, αλλά και τη μαγευτική θάλασσα των νησιών μας.
Ύμνησε τους αντάρτες του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο και τις μάχες τους ενάντια στον ξένο κατακτητή και τους ντόπιους συνεργάτες του. Αποτύπωσε σε άσπρο-μαύρο την περήφανη Ελλάδα, τον Έλληνα, την Ελληνίδα. Άργησε να «καταξιωθεί» και να κερδίσει την αναγνώριση της επίσημης πολιτείας. Δεν του αποδόθηκαν εν ζωή οι τιμές που του αξίζουν. Ούτε από τον τόπο καταγωγής του, την Κυψέλη Άρτας είχε, σε θεσμικό επίπεδο, την αντιμετώπιση που θα του άξιζε.
Ο Μπαλάφας βάδισε μοναχικά το δρόμο του μακριά από δημόσιες σχέσεις και παρατρεχάμενους. Κι όπως συμβαίνει με όλους τους μεγάλους, η προσωπική του πορεία και το τεράστιο έργο του, έγιναν κτήμα του λαού, που ξέρει να αναγνωρίζει και να τιμά.
Το ιστολόγιο τιμά τη μνήμη του με αυτή τη μικρή αναφορά στη ζωή και το έργο του. Μια υπόκλιση στον άνθρωπο-καλλιτέχνη και το μεγαλείο της τέχνης του. Ένα ευχαριστώ για την κληρονομιά που μας άφησε.
Ο Κώστας Μπαλάφας γεννήθηκε το 1920 στο ορεινό χωριό Κυψέλη της Άρτας από φτωχούς γονείς αγρότες, τον Γιώργο και την Αρχοντούλα. «Εκεί που», όπως λέει ο ίδιος, «οι άνθρωποι παιδεύονται να επιβιώσουν, οργώνοντας την άγονη γη, λες και στύβουν με τα χέρια τους γυμνά το ξερό χώμα και το ποτίζουν με ιδρώτα, ώσπου να δώσει καρπούς. Αναγκαία λύση για την επιβίωση ήταν ο δρόμος της ξενιτιάς, ένα όνειρο αρκετά απατηλό. Το μήνυμα που κυριαρχούσε ειδικά για τους νέους ήταν: “Φύγε να σωθείς”. Πάρα πολλοί έφυγαν…»
Σε ηλικία μόλις έντεκα ετών βρέθηκε στην Αθήνα και ρίχτηκε στη βιοπάλη. Tα παιδικά του βιώματα είναι βαθιά χαραγμένα στη μνήμη του με την παραμικρή λεπτομέρεια:
«Απ’ το χωριό μου κατέβηκα πρώτα στην Άρτα. Εκεί ο πατέρας μου, για να μη με στείλει μόνο στην Αθήνα, με παρέδωσε σ’ ένα γνωστό μας δάσκαλο να με συνοδεύσει. Παράκληση του πατέρα μου ήταν να με βοηθήσει ώσπου να βρω στην πλατεία Κουμουνδούρου την ταβέρνα ενός συγχωριανού μας, που ήταν θαυμάσιος άνθρωπος και καλός πατριώτης. Σ’ αυτόν έβρισκαν απάγκιο πολλά χωριατόπαιδα απ’ την Ήπειρο, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Εκτός από ένα πιάτο φαγητό που τους έδινε, φρόντιζε να τους βρίσκει και δουλειά.
»Αυτό έγινε και μ’ εμένα, καταλήγοντας να πιάσω δουλειά σε ένα ονομαστό τότε γαλακτοπωλείο-ζαχαροπλαστείο της οδού Πατησίων κοντά στον Άγιο Λουκά, με την επωνυμία “Δελφοί”. Την ημέρα δουλειά, το βράδυ νυχτερινό σχολείο. Μέχρι το 1936, οπότε πήγα για σπουδές κοντά στην πατρίδα μου, στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων.
»Μετά την ευδόκιμη αποφοίτηση –η φοίτηση ήταν διετής– συνέχισα για ένα χρόνο σπουδές γαλακτολογίας στην Ιταλία, όπου και έμαθα τα ιταλικά. Το 1939, επέστρεψα στα Ιωάννινα και διορίστηκα έκτακτος υπάλληλος στη Γαλακτοκομική Σχολή. Εκεί εργαζόμενο με βρήκε ο πόλεμος και η Κατοχή».Η πρώτη επαφή του με τη φωτογραφία και τη φωτογραφική μηχανή, όπως διηγείται ο ίδιος πάντα, ήταν στα δεκατρία του χρόνια.
Είχαν έρθει κάτι συγγενείς του αφεντικού απ’ την Αμερική και αυτός, για να τους ευχαριστήσει, θέλησε να τους δείξει τα αξιοθέατα της Αττικής και τους πήγε κάποια μέρα στην Πάρνηθα. Μαζί τους οι ξένοι είχαν μια μικρή φωτογραφική μηχανή Μπράουν της Κόντακ, απλή και εύκολη στο χειρισμό, για να φωτογραφηθούν.
Κάποιος έπρεπε να κρατάει τη μηχανή για να τραβήξει τις οικογενειακές τους φωτογραφίες κι αναγκάστηκε ο μαγαζάτορας να πάρει και τον νεαρό υπάλληλό του μαζί γι’ αυτή τη δουλειά.«Όταν κατάλαβα ότι αυτό το μηχάνημα που κρατούσα στα χέρια μου μπορεί να αποτυπώσει σε εικόνα πάνω σε χαρτί ό,τι έχω ζωντανό μπροστά μου, μαγεύτηκα…»
Η πρωτόγνωρη εμπειρία εκείνης της ημέρας τον σημάδεψε: η απόκτηση μιας δικής του φωτογραφικής μηχανής έγινε, για τον έφηβο Κώστα Μπαλάφα, όνειρο μιας ολόκληρης ζωής. Όταν σπούδαζε στα Ιωάννινα, κατάφερε ν’ αγοράσει μια Τζούνιορ Κόντακ πουλώντας και το ρολόι του για να συμπληρώσει το ποσό. Την εποχή που βρισκόταν στην Ιταλία, αντικατέστησε τη μηχανή του με μία Ρομπότ. Έγινε φίλος με κάποιον υπάλληλο ενός γειτονικού φωτογραφείου, καθόταν δίπλα του κι έτσι έμαθε και την τέχνη του σκοτεινού θαλάμου.
Με αυτή τη μηχανή, ο νεαρός τότε φωτογράφος έμελλε ν’ απαθανατίσει την πορεία του ελληνικού στρατού προς το αλβανικό μέτωπο, την Κατοχή και τον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο. Τα φιλμ ήταν δυσεύρετα, αλλά η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς! Το Νοέμβρη του 1940, τα ελληνικά στρατεύματα κατέρριψαν κι έπεσε στην Καλούτσιανη Ιωαννίνων ένα από τα πρώτα ιταλικά βομβαρδιστικά. Στα σκορπισμένα συντρίμμια του αεροπλάνου βρέθηκε από τους χωρικούς και το περιμάζεψαν ένα σφραγισμένο μεταλλικό κουτί με πολλά μέτρα αεροπορικού φιλμ Ferrania Capelli. Γι’ αυτούς ήταν άχρηστο, για τον ερασιτέχνη τότε φωτογράφο πολύτιμο. Το απέκτησε με αντίτιμο μερικές οκάδες καλαμποκάλευρου, περιζήτητο προϊόν για την περίοδο της Κατοχής.
Χρησιμοποιώντας αυτό το φιλμ στη μικρή του ιταλική Ρομπότ, ο Κώστας Μπαλάφας κατέγραψε πολλά από τα εγκλήματα των κατακτητών στην Ήπειρο και, αμέσως μετά, τη δραστηριότητα του αντάρτικου στην ίδια περιοχή. Δεν υπήρξε επαγγελματίας φωτορεπόρτερ, ούτε βρέθηκε τυχαία στο μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων: ήταν αντάρτης-τυφεκιοφόρος και παράτολμος φωτογράφος. Το παράτολμο του χαρακτήρα και των πράξεών του αποδείχτηκε περίτρανα, όταν απαθανάτιζε φοβερά εγκλήματα και σκηνές μπροστά στους Ιταλογερμανούς κατακτητές, με κίνδυνο την άμεση εκτέλεσή του με συνοπτικές διαδικασίες, ή φωτογραφίζοντας ολόρθος τους διπλανούς συμπολεμιστές του την ώρα της μάχης.
Αδιάψευστος μάρτυρας της παράτολμης ιδιοσυγκρασίας και εφευρετικότητάς του είναι η φωτογράφιση των σωμάτων των πατριωτών Τόδουλου και Φαρίδη, που αιωρούνταν άψυχα ανάμεσα σε δύο πλατάνια στις όχθες της λίμνης των Ιωαννίνων τον Μάρτη του 1944. Οι Γερμανοί κατακτητές άφηναν αλλά και υποχρέωναν το πλήθος να πλησιάσει την επιτηρούμενη από φρουρούς περιοχή, για λόγους παραδειγματισμού και εκφοβισμού.
Ο Κώστας Μπαλάφας έκανε πρώτα μια πρόχειρη αυτοψία, υπολόγιζε τις αποστάσεις και ξαναγύριζε κρατώντας στην αγκαλιά του μια σακούλα με κρεμμύδια. Μέσα όμως είχε κρύψει τη φωτογραφική του μηχανή με ανοιχτή μια τρύπα μπροστά στο φακό. Περνώντας μπροστά απ’ τους κρεμασμένους, και από ικανή απόσταση, απαθανάτισε το γεγονός, αφήνοντας έτσι στην ιστορία μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωτογραφίες της Κατοχής.
![]() |
| Οι πατριώτες Τόδουλος και Φαρίδης απαγχονισμένοι |
Ο Κώστας Μπαλάφας έκανε πρώτα μια πρόχειρη αυτοψία, υπολόγιζε τις αποστάσεις και ξαναγύριζε κρατώντας στην αγκαλιά του μια σακούλα με κρεμμύδια. Μέσα όμως είχε κρύψει τη φωτογραφική του μηχανή με ανοιχτή μια τρύπα μπροστά στο φακό. Περνώντας μπροστά απ’ τους κρεμασμένους, και από ικανή απόσταση, απαθανάτισε το γεγονός, αφήνοντας έτσι στην ιστορία μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωτογραφίες της Κατοχής.
Εξάλλου, η φωτογράφιση του οπλοπολυβολητή αντάρτη την ώρα που έπεφτε με το όπλο στα χέρια, χτυπημένος σε γερμανική ενέδρα στα Γραμμενοχώρια, τον αναδεικνύει άφοβο στις μάχες, καταδεικνύει ότι σκοπός του ήταν να φωτογραφίσει πάση θυσία την Εθνική Αντίσταση στην Ήπειρο. Το 1942 συνελήφθη και πέρασε στο Μεσολόγγι ιταλικό στρατοδικείο, όχι για κάποια σημαντική πράξη αντίστασης, αλλά από μια«απροσεξία», όπως λέει ο ίδιος:
Από κάποιους Αλβανούς μαυραγορίτες είχε αγοράσει ένα ασφράγιστο τρανζίστορ. Απ’ αυτό, κρυμμένος σ’ ένα υπόγειο με φίλους του, άκουγαν καθημερινά τα νέα από το BBC. Δεν αρκέστηκαν σ’ αυτό, βέβαια, και σιγά σιγά άρχισαν να κυκλοφορούν ένα δελτίο με τα νέα που μεταδίδονταν. Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν μπορούσε να κρατηθεί μυστικό για πολύ καιρό. Μαθεύτηκε και τους έπιασαν. Το στρατοδικείο από κάποια σύμπτωση έδειξε επιείκεια και τους καταδίκασε μόνο σε τρεις μήνες φυλακή με αναστολή. Έτσι, αφέθηκαν ελεύθεροι.
Τότε ο Μπαλάφας ανέβηκε στο βουνό και κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ . Στο Ζαγόρι, στο Χάνι του Καμπέραγα, έχοντας πάντα μαζί τη φωτογραφική του μηχανή, συνάντησε το φίλο του Λέανδρο Βρανούση, εθνοσύμβουλο Ηπείρου στην Κυβέρνηση του Βουνού – και μετέπειτα Διευθυντή του Κέντρου Έρευνας του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Εντάχθηκε στο 85ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ με διοικητή τον γενναίο Γιώργο Καλλιανέση και υπήρξε μόνιμος συνοδοιπόρος, σε ατελείωτες πορείες από περιοχή σε περιοχή, με το φίλο του Λέανδρο.
![]() |
| Ο αντάρτης-φωτογράφος στο βουνό |
Ο Βρανούσης, διακατεχόμενος από την ίδια ζέση με τον Μπαλάφα, κρατούσε σημειωματάριο των γεγονότων που ο φίλος του αποτύπωνε με τη φωτογραφική του μηχανή. Το πολύτιμο μπλοκάκι με τις σημειώσεις του Βρανούση καταστράφηκε αργότερα από τον πατέρα του, όπως αφηγείται ο υπερήλικας πλέον φωτογράφος. Το ιστορικό φωτογραφικό υλικό του Μπαλάφα διασώθηκε κρυμμένο απ’ το 1944 στο ξύλινο ταβάνι του σπιτιού της πατριώτισσας Ιουλίας Γοργόλη, στα Γιάννενα. Ένα μέρος καταστράφηκε από την υγρασία, αλλά το υπόλοιπο έμεινε άθικτο και το παρέλαβε ο ίδιος, χωρίς κανέναν πλέον κίνδυνο, το 1975.
Φιλμ που δεν θεωρούνταν επικίνδυνα ώστε να τα κρύψουν, όπως εκείνα με θέμα τη μαζική μεταφορά των Εβραίων από τα Γιάννενα σε γερμανικά στρατόπεδα, έπεσαν στα χέρια των αρχών ασφαλείας το 1944 και δυστυχώς εξαφανίστηκαν. Η εποχή του πολέμου του ’40, η Κατοχή και η συμμετοχή του Κώστα Μπαλάφα στο αντάρτικο αποτέλεσαν σταθμό στη ζωή του, χαράζοντας τη μετέπειτα πορεία του.
Το αξιόλογο ιστορικό και καλλιτεχνικό του έργο, και ιδιαίτερα η φωτογραφική καταγραφή της Εθνικής Αντίστασης στην Ήπειρο, είναι ευτύχημα που ο ίδιος αποτύπωσε σ’ ένα υπέροχο λεύκωμα-βιβλίο, εμπλουτισμένο με αυτούσιες δραματικές αφηγήσεις του ιδίου. Τόσο γι’ αυτό, όσο και για τα υπόλοιπα λευκώματα-βιβλία του, αξίζει να γίνουν παρακάτω ξεχωριστές, λεπτομερείς αναφορές.
Από το 1945 μέχρι το 1951 εργάστηκε ως διερμηνέας, επειδή γνώριζε καλά την αγγλική γλώσσα, σε μία βρετανική ομάδα μηχανικών, που έκανε αποκαταστάσεις συγκοινωνιών μετά τον πόλεμο. Με τον τρόπο αυτό γύρισε σχεδόν όλη την Ελλάδα και γλίτωσε από το κυνηγητό και το δρόμο της εξορίας. Μάλιστα, από τη θέση του αυτή βοήθησε πάρα πολύ κόσμο, αφού οι συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και μετά ήταν τραγικές.
Το 1948, η ομάδα των μηχανικών εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Εκεί ο Μπαλάφας μπόρεσε ν’ ασχοληθεί παράλληλα με την τέχνη-επιστήμη που είχε σπουδάσει, τη γαλακτολογία, κάνοντας καλλιέργειες σ’ ένα βιολογικό εργαστήρι στην οδό Σωκράτους. Η επιθυμία του να σταδιοδρομήσει μελετώντας τις κλινικές ιδιότητες του γάλακτος στο Γαλλικό Ινστιτούτο Παστέρ με υποτροφία δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω των μη «εθνικοφρόνων» πολιτικών του πεποιθήσεων.
![]() |
| Ο φωτογράφος Κ. Μπαλάφας |
Το 1948, η ομάδα των μηχανικών εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Εκεί ο Μπαλάφας μπόρεσε ν’ ασχοληθεί παράλληλα με την τέχνη-επιστήμη που είχε σπουδάσει, τη γαλακτολογία, κάνοντας καλλιέργειες σ’ ένα βιολογικό εργαστήρι στην οδό Σωκράτους. Η επιθυμία του να σταδιοδρομήσει μελετώντας τις κλινικές ιδιότητες του γάλακτος στο Γαλλικό Ινστιτούτο Παστέρ με υποτροφία δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω των μη «εθνικοφρόνων» πολιτικών του πεποιθήσεων.
Το 1951, με κριτήριο τα προσόντα του, προσελήφθη από την αμερικανική εταιρεία Ebasco, η οποία πέρασε στην τότε νεοϊδρυθείσα ΔΕΗ, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε ως προϊστάμενος του Τμήματος Ανατυπώσεων. Και σ’ αυτό το πόστο ο ίδιος διέπρεψε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε μια εκ βαθέων συνέντευξή του ο υφιστάμενός του τότε Παύλος Βρέλλης, ο μετέπειτα ιδρυτής του Μουσείου Ελληνικής Ιστορίας των κέρινων ομοιωμάτων στα Γιάννενα.
Σε ηλικία τριάντα οχτώ ετών παντρεύτηκε την καθηγήτρια Ευαγγελία Μαργαρίτου, μια εξαίρετη σύντροφο, η οποία αντιλήφθηκε νωρίς την αγάπη και το πάθος του για τη φωτογραφία και τα ατελείωτα φωτογραφικά οδοιπορικά. Ο συμβιβασμός της με τον τρόπο ζωής του παθιασμένου φωτογράφου ήταν ενσυνείδητος: ο περισσότερος ελεύθερος χρόνος του συντρόφου της αφιερωνόταν στο προσφιλές του αντικείμενο. Απέκτησαν δυο παιδιά, τη Στέλλα και τον Γιώργο, που και αυτά υποχρεωτικά συγκατατέθηκαν με την απουσία του πατέρα «κυνηγού» της φωτογραφίας, αν και πολλές φορές τον ακολουθούσαν στα μεγάλα οδοιπορικά του.
Εργαζόμενος στη ΔΕΗ, φωτογράφισε ορισμένα έργα, με αποκορύφωμα την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος Κρεμαστών του Αχελώου, μ’ όλες τις παρενέργειες και παραμέτρους του. Ο νεοσύστατος τότε οργανισμός της ΔΕΗ τού έδωσε την ευκαιρία ν’ ασχοληθεί με μιαν άλλη προσφιλή του δραστηριότητα, την κινηματογράφηση. Στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το 1960, η ΔΕΗ έκανε πειραματικές τηλεοπτικές εκπομπές. Με τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν τότε, συστήθηκε λίγο αργότερα το κρατικό κανάλι του ΕΙΡΤ .
Το πρώτο ολοκληρωμένο φιλμ της ΔΕΗ γυρίστηκε στα 1960: ήταν τα πρώτα «Δωδώνεια», με πρωτεργάτη τον Κώστα Μπαλάφα,ο οποίος έκτοτε καθιερώθηκε και ως καμεραμάν. Τελικά γυρίστηκαν γύρω στις εξήντα ταινίες, που μαζί με το υπόλοιπο φωτογραφικό υλικό επί πολλά χρόνια φυλάσσονταν σε κάποιες γωνιές του φιλόξενου σπιτιού του φωτογράφου στο Χαλάνδρι.
Όπως για τη φωτογραφία, που χάρη σ’ αυτόν αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, έτσι και για τον κινηματογράφο, ο Μπαλάφας έχει κάνει σειρά διαλέξεων στους σπουδαστές της Ακαδημίας Δημιουργικής Φωτογραφίας Leica,η οποία προς τιμήν της έχει προβεί σε τρεις εξαίρετες εκδόσεις για τα παραπάνω θέματα. Το 2007 δώρισε το έργο της ζωής του στο Μουσείο Μπενάκη.
Έχουν εκδοθεί πολλά λευκώματα με φωτογραφίες του καθώς και βιβλία με διαλέξεις του για τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο.
Δείτε εδώ ένα επεισόδιο της σειράς ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ, «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΟΥ» που παρουσιάζει τον ΚΩΣΤΑ ΜΠΑΛΑΦΑ, εστιάζοντας σε μια χρονολογία κομβική τόσο για το έργο του όσο και για την Ελλάδα, το 1953. Μέσα από την προσωπική του αφήγηση και με σημείο αναφοράς το φωτογραφικό του έργο, ξετυλίγεται η ιστορία της ελληνικής υπαίθρου και ιδιαίτερα της Ηπείρου στην περίοδο της Κατοχής αλλά και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το ντοκιμαντέρ ολοκληρώνεται με πλάνα από την αναδρομική έκθεση με φωτογραφίες του, που διοργάνωσε το Μουσείο Μπενάκη το 2003. Την αφήγηση του ΚΩΣΤΑ ΜΠΑΛΑΦΑ στην εκπομπή πλαισιώνουν πλούσιο φωτογραφικό υλικό, πλάνα αρχείου και έντυπο αρχειακό υλικό με ιστορικά γεγονότα της εποχής.
Τα βιογραφικά στοιχεία, από το βιβλίο του Κ. Μπουμπουρή "ο Κώστας Μπαλάφας και η Ελλάδα του".
Το ιστολόγιο θα επανέλθει και με άλλες αναφορές στον Κώστα Μπαλάφα, στο μέλλον.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









