Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

«Αν ο Ρίτσος δεν είχε επιλέξει να ενταχθεί στο ΚΚΕ, αν δεν είχε φυλακιστεί και υποφέρει για τα πιστεύω του, τότε πιθανόν να ήταν ένας καλός λυρικός ποιητής που θα εξυμνούσε το φεγγάρι, τα αστέρια, το Αιγαίο»

ΕΡΗ ΡΙΤΣΟΥ: Δεν υφίσταται η έννοια του απολίτικου και μη στρατευμένου

Μεγάλη τέχνη είναι αυτή που καλλιεργεί στον άνθρωπο τη βαθύτερη συνείδηση της ανθρωπιάς του, αυτή που τον κάνει δημιουργό της μοίρας του, «γιατί μονάχα η πραγματικότητα μας δείχνει πώς την πραγματικότητα να αλλάξουμε». Είναι το μήνυμα της εκδήλωσης που συνδιοργάνωσαν η Οργάνωση Βάσης Μουσικού - Θεατρικού και η Πολιτιστική Επιτροπή του ΚΣ της ΚΝΕ, την περασμένη Παρασκευή, στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Αθήνας. Η εκδήλωση - με ομιλήτριες την Ερη Ρίτσου, λογοτέχνη και υποψήφια Ευρωβουλευτή του ΚΚΕ και την Αλεξάνδρα Προυσανίδου, μέλος της Πολιτιστικής Επιτροπής του ΚΣ της ΚΝΕ - έγινε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας της Τομεακής Οργάνωσης Καλλιτεχνών του ΚΚΕ και της ΚΝΕ για δημιουργία πρωτότυπου καλλιτεχνικού έργου.

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Ν. Μπογιόπουλος: «Η ζωή θα σε πει σύντροφο, τα έργα σου θα σε κάνουν σύντροφο, να αξίζουν τα έργα σου» (Γιάννης Ρίτσος)


«Ανάμεσα σε τόσες νύχτες, τόσους βράχους, τόσους σκοτωμένους - είπε - εσύ Επανάσταση, μας άνοιξες τις φαρδιές λεωφόρους/ για μια πανανθρώπινη συνάντηση. (…)/  Αν τίποτ' άλλο δεν κερδίσαμε, - είπε - μάθαμε τουλάχιστον/ πως αύριο θα συναντηθούμε (…)»
Το 1972, ο Πάμπλο Νερούδα, όταν παρέλαβε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, δήλωσε:

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής της εργατικής τάξης


Ο ποιητικός, αγωνιστικός και ανθρώπινος δρόμος του Γιάννη Ρίτσου δεν έχει σύνορα, δεν μπορεί να χωριστεί σε κατηγορίες. Κανείς δεν μπορεί να τον προσεγγίσει από μια πλευρά, χωρίς να διαπλακεί με τις άλλες. Ολες μαζί βρήκαν την ολοκλήρωσή τους στον σπουδαίο άντρα της άγριας και περήφανης Μονεμβασιάς, που ευτύχησε να δώσει στη χώρα και στο λαό μας την Πρωτομαγιά του 1909 τον ποιητή που έμελλε να γίνει ο ποιητής του λαού μας. Ασυμβίβαστη και αυτή όπως και το παιδί της, μας τον ξαναπήρε κοντά της στις 11 του Νοέμβρη 1990.

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Στους δρόμους του αγώνα η δική μας Ανάσταση!

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι π στερι κα θάλασσα
λοι πειννε, λοι σκοτώνονται κα κανένας δν πέθανε -
πάνου στ καραούλια λάμπουνε τ μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτι κατακόκκινη
κα κάθε αγ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν π᾿ τ χέρια τους
γι τς τέσσερις πόρτες το ρίζοντα.
[…] Κάτου π᾿ τ χμα, μς στ σταυρωμένα χέρια τους
κρατνε τς καμπάνας τ σκοιν - περμένουνε τν ρα,
δν κοιμονται, περμένουν ν σημάνουν τν νάσταση.
[…]Σώπα, που νναι θ σημάνουν ο καμπάνες.
Γ. Ρίτσος

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Επιτάφιος


Η μάνα του δολοφονημένου απεργού Τάσου Τούση από τη Θεσσαλονίκη, είναι η ίδια μάνα, του δολοφονημένου Παλαιστίνιου Αμτζάντ Μλεϊτάτ από τη Ναμπλούς, είναι οι μάνες των Πακιστανών Χομαγιούν Ανγάρ και Βακάρ Αχμέντ, που θυσίασαν   τη ζωή τους στο Κρυονέρι, είναι η μάνα του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Συρίας, όλου του κόσμου. Η μάνα όποιου αγαπάει τη ζωή και γι’ αυτό την προσφέρει απλόχερα στους συνανθρώπους του. Η χαροκαμένη μάνα θρηνεί το σπλάχνο το μονάκριβό της. Τον θρήνο της πήρε η Τέχνη και τον πέρασε στην Αθανασία, σαν το μονάκριβο παιδί της.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο


«Σήμερα το στρατόπεδο σωπαίνει.

Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή

όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα.

Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος.

Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα και την ακούμπησαν στη γη.

Μες στο χαλκό της καρδιοχτυπά η ειρήνη.

Σιωπή. Ακούστε τούτη την καμπάνα.

Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους

το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.

Οι δολοφόνοι κρύβονται πίσω από τα μαχαίρια τους.

Τραβηχτείτε πέρα δολοφόνοι. Τραβηχτείτε πέρα.

Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους

το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.

Τους σκότωσαν. Τους σκότωσαν.

Ενας άνεμος που πέρασε μες απ' το σκοτεινό τούνελ της σιωπής μας έφερε το μαντάτο.

Τους σκότωσαν. Τους σκότωσαν.

Δυο ξεχασμένοι γλόμποι ξεθωριάζουνε στην ξώπορτα της μέρας.

Τους σκότωσαν.

[...]

Ηταν πικρό το τσάι σήμερα. Αφουγκραζόμασταν

ένα μεγάλο αμάξι που σταμάτησε στο δρόμο -

ένας τροχός του χτύπησε στο βράχο.

Μπορεί να 'ταν ο τροχός της ιστορίας.

Γιατί η γριούλα που βούρτσιζε στην μπαλκονόπορτα

το μαύρο κυριακάτικο φουστάνι της

πέτρωσε εκεί σα να κατάλαβε

τι μαύρο που 'ναι το μαύρο χρώμα

σα να 'δε ανεβασμένη μια μαύρη σημαία στο κατάρτι του χρόνου.

Λογαριάζαμε στα δάχτυλα: μεθαύριο,

μεθαύριο, ναι, μπαίνει ο Απρίλης.

Λέγαμε: θα βρούμε στο πανέρι της άνοιξης

πολλές χρυσές βελόνες, πολλές χρωματιστές κουβαρίστρες

να μπαλώσουμε το γέλιο του παιδιού

να μπαλώσουμε τις ρυτίδες της μάνας

να ράψουμε ακόμα κι ένα κομμένο πόδι, ένα σπασμένο κρανίο - λέγαμε.

Μια καρδιά χωρισμένη στα δύο,

απ' τη μια το ψωμί και το φιλί

απ' την άλλη το χρέος - θα σμίξει, λέγαμε,

μεθαύριο Απρίλης. Κάτου απ' τα δέντρα η ειρήνη,

θα χαιρετιούνται οι άνθρωποι μες απ' τα δίχτυα των αχτίνων

το φως θα κλείσει με τη φούχτα του την υψωμένη κάννη

θα χαμηλώσει η κάννη και θα γράψει στο χώμα

ένα μικρό κύκλο σαν το μηδέν

κι ύστερα γύρω στο μηδέν γραμμές - γραμμές

σαν τις αχτίνες του ήλιου που χαράζουν τα παιδιά στον άμμο.

Λογαριάζαμε στα δάχτυλα:

μεθαύριο Απρίλης και το Πάσχα

θα φιληθούνε οι άνθρωποι.

Τους σκότωσαν.

Τούτα τα πρόσωπα είναι σαν τα σταματημένα ρολόγια.

Τι ώρα να 'ναι; Τι ώρα να 'ναι σήμερα;

Ποιος σταμάτησε τούτα τα ρολόγια;

Ποιος σταμάτησε στη μέση τον Απρίλη;

Ποιος έγραψε με κάρβουνο σταυρούς πάνου στις πόρτες;

Ποιος σταμάτησε το χαμόγελο στα μάτια της μάνας; Τι ώρα να 'ναι;

Ποιος έκοψε στα δυο την ελπίδα; Τι ώρα να 'ναι; Πέστε μου λοιπόν.

Η κυρα-Λένη γύρισε απ' την αγορά μ' άδειο το καλάθι της.

Δε θυμάμαι, είπε, γιατί πήγα.

Οπου πηγαίνω βρίσκουμαι μπροστά στους σκοτωμένους.

Αν έχεις κάτι να μου πεις θα το ξεχάσω.

Δεν ξεχνάω τους σκοτωμένους. Το φουστάνι μου

αγγριώνει στους σταυρούς. Οι νεκροί με κρατάνε.

Ο,τι μου πουν θα κάνω. Παιδί μου, παιδί μου,

αυτοί πέθαναν για να ζήσεις.

Μην το ξεχνάς. Αν το θυμάσαι αυτοί δε θα πεθάνουν.

[...]

Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους

το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.

Οχι δε σου ταιριάζει εσένα Μπελογιάννη τούτο το σιωπηλό πένθος

τούτες οι μαύρες κορδέλες άκρη άκρη στο φουστάνι της άνοιξης

τούτο το πράσινο σαπούνι που λιώνει ξεχασμένο στη σκάφη θολώνοντας το νερό.

Για σένανε είναι οι μεγάλες σάλπιγγες, τα μεγάλα τύμπανα,

οι μεγάλες καμπάνες και οι μεγάλες παρελάσεις,

ο μεγάλος όρκος των λαών πάνω στο φέρετρό σου

η μεγάλη μέρα της τριάντα του Μάρτη

που μπαίνει στο καινούργιο εορτολόγιο των ηρώων και των μαρτύρων της ειρήνης.

[...]

Εσύ σκαρφάλωσες στη ράχη του χάρου

κουρντίζοντας με γρήγορο χέρι το ρολόι του ήλιου.

Να φύγουν πιο γρήγορα οι δείχτες.

Να φύγει τούτη η μέρα.

Να φύγει το μαύρο απ' τα μάτια μας.

Να φύγει τ' άδικο απ' τον κόσμο.

[...]

Νίκο, είχες μια καρδιά γεμάτη απ' το αίμα του ήλιου.

Οταν περπατούσες στα ερείπια του φθινοπώρου

είχες πάντα στη μέσα τσέπη του σακακιού σου το σχέδιο της καινούργιας πολιτείας μας,

γι' αυτό χαμογελούσε ο λαός μέσα στα μάτια σου.

Εφυγες τώρα Νίκο

ανάβοντας μ' ένα γαρύφαλλο από φλόγα το κουράγιο του κόσμου,

ανάβοντας την ελπίδα στην καρδιά των λαών,

ανάβοντας τους αστερισμούς της ειρήνης στο στερέωμα του κόσμου,

πάνω απ' τις πεδιάδες τις σπαρμένες με κόκαλα.

Επεσες, Νίκο, με τ' αφτί σου κολλημένο στην καρδιά του κόσμου,

ν' ακούς τα βήματα της λευτεριάς να βαδίζουν στο μέλλον,

ν' ακούς το μέλλον να ξεδιπλώνει εκατομμύρια κόκκινες σημαίες

πάνω απ' το γέλιο των παιδιών και των κήπων.

[...]

Η νύχτα κόβει με το σουγιά της μικρά κομμάτια τ' όνειρο.

Ενα δέντρο κάνει φτερά. Ενα παιδί μεγαλώνει.

Ορκιστείτε να 'χει το παιδί το ψωμί του και το βιβλίο του

να μάθει να γράφει σ' αγαπώ,

να κρατάει μπράτσο τον ήλιο σ' ένα ανθισμένο περιβόλι.

Ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου,

η λευτεριά και η ομορφιά του κόσμου. Ορκιστείτε.

[...]

Αύριο μεθαύριο θα επιστρέψουμε απ' το μεγάλο πόνο μας στις καθημερινές δουλειές μας,

θα φάμε το ψωμί μας. Το ψωμί είναι νόστιμο

όσο πικρές κι αν είναι οι μέρες μας. Πρέπει να φάμε το ψωμί μας.

Πρέπει να ζήσουμε, να διεκδικήσουμε τη ζωή μας και το δίκιο σας.

Μα και την ώρα που θα τρώμε θα 'μαστε έτοιμοι. Το ξέρουμε

είναι βαριά η κληρονομιά σου Μπελογιάννη -

θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας.

Συχνά δυσκολευόμαστε, θα δυσκολευτούμε πιότερο -

θα την κρατήσουμε στους ώμους μας.

Η πληγή μας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, το ίδιο κι η πίστη μας.

Θα φέρουμε την κληρονομιά σου στους ώμους μας,

ως την πόρτα του ήλιου, Μπελογιάννη.

Καλημέρα αδέρφια μου.

Καλημέρα ήλιε

Καλημέρα κόσμε.

Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά

πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.

Μ' ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.

Μ' ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώνει.

Καλημέρα σύντροφοι

Καλημέρα ήλιε

Καλημέρα Μπελογιάννη.

Τώρα, ας βροντήσουνε της λευτεριάς τα τύμπανα κι οι σάλπιγγες.

Καλημέρα Μπελογιάννη.

Ακόμη μια φορά. Ακόμη μια φορά

εσύ Νίκο πολέμησες για όλους μας

εσύ νίκησες για όλους μας

εσύ απόδειξες

πόσο μικρά είναι αυτή την ώρα τα μικρά όνειρα,

[...]

μπροστά στο μπόι της χαράς να πεθαίνεις

για τη χαρά του κόσμου.

[...]

Πόσο μικρή είναι τούτη η λευτεριά μπροστά στην άγρια λευτεριά

να βγάζεις την καρδιά σου σα γαρύφαλλο απ' τον κόρφο σου

για να μοσκοβολάν τα σύμπαντα θυσία και ειρήνη.

[...]

Καλημέρα ανθρώποι μου

Καλημέρα ήλιε

Καλημέρα Μπελογιάννη».

(Tο ποίημα «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος τη μέρα της εκτέλεσης του Μπελογιάννη, στον Αη  Στράτη όπου βρισκόταν ο ίδιος εξόριστος. Σαν σήμερα, το 1915, γεννήθηκε ο Νίκος Μπελογιάννης.)