Τον Καζαντζίδη ή θα τον αγαπήσεις βαθιά ή θα του κλείσεις την πόρτα.
Άλλη σχέση μαζί του δεν πιάνεις. Αθόρυβα δεν περνάει. Εκατομμύρια τον
λάτρεψαν, κάποιοι τον μισούν και μετά θάνατο. Αν βγάλεις στην πάντα τους
δήθεν και τους ψευτοκουλτουριάρηδες, που παραπατάνε στη σκιά του, άλλος
ποτέ δεν τον χτύπησε κάτω απ’ τη μέση.
«Μη χάνεις το θάρρος σου εμείς πάντα το ξέραμε πως δε χωράει μέσα στους τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο…»
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καζαντζίδης Στέλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καζαντζίδης Στέλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016
Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014
Μισός αιώνας μέσα από εργατικά τραγούδια που ερμήνευσε ο Στ. Καζαντζίδης
Εργατικά τραγούδια που ερμηνεύθηκαν από το μεγάλο λαϊκό βάρδο Στέλιο Καζαντζίδη,
τραγούδια που βρέθηκαν για δεκαετίες στα χείλη Ελλήνων εργατών όπου
Γης, τραγουδήθηκαν ξανά από τους καλλιτέχνες και τον κόσμο που
συμμετείχε στη συναυλία που διοργάνωσε, το Σάββατο 13/12, η ΤΟ Βιομηχανίας της ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ, στο κατάμεστο γήπεδο του Σπόρτιγκ.
Το ερασιτεχνικό συγκρότημα,
που έπαιξε στην εκδήλωση, ταξίδεψε τους συμμετέχοντες σε αυτή σε μια
διαδρομή μισού αιώνα, μέσα από τραγούδια που ερμήνευσε ο Στ.
Καζαντζίδης: Από το «Απόψε μάνα σε συλλογιέμαι» του 1956 ως τις
«Φάμπρικες της Γερμανίας» και το «Βράχο - Βράχο» του 1961. Από το «Δεν
θέλω να μου δέσετε τα μάτια» του 1964 ως το «Ψωμί της ξενιτιάς» του
1970, το «Βουνά σας χαιρετώ» του 1974 και το «Ερχονται χρόνια δύσκολα»,
στο γύρισμα του 20ού αιώνα. Τραγούδια μέσα από τα οποία αντηχεί η
περπατησιά του λαού σε δίσεκτα χρόνια, που βάδιζε και βαδίζει ξέροντας
πως «Τα όνειρα χτίζονται» παλεύοντας.
Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014
Στέλιος Καζαντζίδης: Ριζωμένος στις καρδιές των ανθρώπων της βιοπάλης
Ο Στέλιος Καζαντζίδης βίωσε και με την απέραντη, βαθιά, εκφραστική φωνή του τραγούδησε τους καημούς, τους έρωτες, τις πίκρες, τις αδικίες του κόσμου, τον μόχθο του εργάτη, τον καημό του μετανάστη, την αγωνία και τους πόθους των απλών ανθρώπων. Φωνή - σύμβολο μιας κοινωνίας που αγωνιζόταν να σταθεί στα πόδια της και αιμορραγούσε στην ξενιτιά, ο Καζαντζίδης μίλησε στην καρδιά του λαού μας, ερμηνεύοντας σπουδαία λαϊκά τραγούδια. Γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 29 Αυγούστου του 1931.
Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014
Οικοδόμοι παλικάρια
Στη μνήμη του 47χρονου συνάδελφου που έχασε άδικα τη ζωή του πάνω στο μεροκάματο, σε νεοαναγειρόμενη οικοδομή στις Μοίρες Ηρακλείου. Εύχομαι κουράγιο και δύναμη στην οικογένειά του και στα δυο παιδιά του να είναι περήφανα για τον πατέρα τους...
Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013
Κατανοητά, σε όλους, από όλους. Πλην...
«Το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό το νερό της θολό και το στρώμα
σκληρό (...) Το ψωμί της ξενιτιάς είναι ξερό και με δάκρυ πικρό το 'χω
βρέξει κι εγώ (...)».
Λόγια κατανοητά. Σε όλους.Πλην ναζιστών, ρατσιστών και ομοειδών φασιστών και τραμπούκων.
Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013
…είπε ο Στέλιος στον Πάνο Γεραμάνη
Στέλιος
Καζαντζίδης και Πάνος Γεραμάνης. Μια σχέση με γερά θεμέλια, μια φιλία που
κράτησε πολλά χρόνια και έπαψε να υπάρχει μόνο όταν έφυγαν και οι δυο, πρόωρα, (πρώτα
ο Στέλιος και μετά ο Πάνος) απ’ τη ζωή. Από
τον Ιούλη του 1963 μέχρι τον Απρίλη του
1999 ο αγαπημένος δημοσιογράφος με τη μέγιστη προσφορά στην καταγραφή της ιστορίας του λαϊκού μας τραγουδιού, πήρε από τον
μέγιστο λαϊκό βάρδο 55 συνεντεύξεις! Το
ανθολόγιο των δηλώσεων του Στέλιου προέρχεται από αυτές.
Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013
Ο Στέλιος μας
Σαν
σήμερα, το 1931, γεννήθηκε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Με την μοναδική και ανεπανάληπτη
φωνή του και την ψυχούλα του, τραγούδησε τους καημούς και τις πίκρες μας, την κοινωνική
αδικία, την ξενιτιά, τις φουρτούνες του έρωτα και τη δύναμη της αγάπης. Ο Στέλιος
μας.
Σάββατο 23 Μαρτίου 2013
15+1 βαριά ζεϊμπέκικα για τον θάνατο
Ο
Καζαντζίδης έλεγε πως «λαϊκό τραγούδι σημαίνει πόνος». «Λαϊκός τραγουδιστής»
έλεγε, «είναι αυτός που βγάζει από μέσα του πόνο, γιατί μόνο έτσι απαλύνει τον πόνο αυτών που τον ακούνε». Ο
πόνος έχει πολλά πρόσωπα και πολλές φορές έρχεται όταν δεν τον περιμένεις.
Πόνος γίνεται ο ανεκπλήρωτος έρωτας, η αγάπη που δεν βρίσκει ανταπόδωση αλλά κι
ο χωρισμός. Πόνο προκαλεί η αδικία που γεννιέται από την κοινωνική ανισότητα, η
μετανάστευση, η από ανάγκη εγκατάλειψη του γενέθλιου τόπου, της πατρίδας, ο αποχωρισμός των αγαπημένων προσώπων. Όταν
δεν την επιδιώκεις, η μοναξιά σε πονάει. Ο φόβος είναι πόνος διαρκής και αβάσταχτος.
Η αρρώστια γίνεται και σωματικός πόνος. Η απώλεια πονάει. Απώλεια κεκτημένων, δυνατοτήτων,
ευκαιριών, προσώπων.
Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012
Η απόλυτη φωνή
Τα
πρώτα παιδικά μου χρόνια στην Κομοτηνή, τα έζησα σε μια φτωχογειτονιά με
πλίνθινα σπίτια. Εκεί είδα φτώχεια, που δε θα ξεχάσω ποτέ. Όλοι όσοι έμεναν
εκεί ήθελαν να ξεφύγουν απ’ τη μίζερη και αδιέξοδη ζωή τους. Ακόμα και η
διεύθυνση μας το θύμιζε καθημερινά. Οδός Πύργου - Αδιέξοδος Α. Στη διπλανή αυλή
έμενε μια οικογένεια με τέσσερα παιδιά. Τρία κορίτσια κι ένα αγόρι, που ήταν
τρίτο στη σειρά. Ο Χρήστος μόλις είχε τελειώσει τη θητεία του, αλλά τα
πραγματικά ζόρια τώρα άρχιζαν γι’ αυτόν. Θα έπρεπε πρώτα να παντρέψει τα
κορίτσια και ύστερα, αν του έμενε χρόνος και κουράγιο, θα έκανε κι αυτός
οικογένεια.
Τα
κορίτσια στο βελόνι κι ο Χρήστος εργάτης, που έκανε μεροκάματο, όταν και όπου
έβρισκε. Δύσκολες μέρες και το χειρότερο, χωρίς προοπτική. Υπήρχε όμως μια μέρα
που ξεχώριζε. Η Κυριακή. Τότε ο Χρήστος έβγαινε στην αυλή φορώντας ένα άσπρο
φανελάκι κασκορσέ, που τόνιζε το γεροδεμένο και ηλιοκαμένο του κορμί, στερέωνε
ένα καθρεφτάκι πάνω στο μουσλούκι (δοχείο με νερό κρεμασμένο στον τοίχο) και
καθώς ξυριζόταν, από ένα φορητό πικάπ άκουγε τα αγαπημένα του δισκάκια.
Αποκλειστικά Καζαντζίδη.
Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012
81 χρόνια Καζαντζίδης
Στις
οικοδομές η λάσπη ανέβαινε ορόφους με τους ντενεκέδες. Τα παλικάρια με τα
μουντζουρωμένα χέρια που ρίχνανε τα ζάρια στο τάβλι του καφενείου ήτανε παιδιά
της γειτονιάς. Και η φυματίωση βασάνιζε ταλαιπωρημένους από την Κατοχή
νοικοκυραίους. Σχεδόν κάθε σπίτι είχε μία ιστορία τραγική.
Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012
15 βαριά ζεϊμπέκικα για την κοινωνική αδικία
«Μπήκα
πια στη βιοπάλη. Αν θυμάμαι καλά, πρωτοπούλησα τσιγάρα. Είχα φτιάξει έναν
ταμπλά, έβαζα μέσα τσιγάρα και κατέβαινα στην Ομόνοια να τα πουλήσω. Άλλες
φορές στη μεγάλη κίνηση κατέβαινα με τον ηλεκτρικό και μετέφερα βαριά πράγματα
που είχαν μαζί τους οι επιβάτες και τα πήγαινα στις αφετηρίες των λεωφορείων.
«Να τα πάμε κύριος;» Κάτι άλλα παιδιά μου είπαν ότι βγάζεις πιο πολλά με το
νερό στη Λαχαναγορά. Γιατί με το «να τα πάμε κύριος;» μας κυνηγούσαν οι
αστυφύλακες. Υπήρχε ένας Λεωνίδας του 4ου που με είχε πολύ στο μάτι,
μου ‘ριχνε κάτι κλωτσιές, Παναγία μου! Πήδαγα δυο μέτρα. Κι όταν του ‘λεγα
«Εμένα βρήκες και κυνηγάς; Τόσα παιδιά είμαστε, γιατί εμένα;», «Εσένα βρε
πούστη», μου ‘λεγε, «εσένα, τσόγλανε».(1)
Τρίτη 3 Ιουλίου 2012
Άκου και μη μιλάς
Στο
σπίτι δεν ακούγαμε συχνά Καζαντζίδη. Ο πατέρας συνήθιζε να βάζει κασέτες με
αντάρτικα ή δημοτικά, και στο ραδιόφωνο ακούγαμε αραιά και που κανένα παλιό
λαϊκό. Καλά ήταν τα αντάρτικα –είχα μάθει απ’ έξω τους στίχους όλων των
τραγουδιών της κασέτας- και οι φωνές του Πανδή και της Δημητριάδη με
ανατρίχιαζαν, όμως τα τραγούδια του Στέλιου, από την πρώτη μας επαφή, άρχισαν
να μπαίνουν κι αυτά σιγά σιγά στο αίμα μου σαν μικρόβιο μέχρι που η "ασθένεια" εκδηλώθηκε σύντομα.
Πέμπτη 17 Μαΐου 2012
Για τους «κουρασμένους» συντρόφους και φίλους…
Τα
όνειρα που μένουνε μονάχα μες 'τη σκέψη
κανείς
μην τα πιστέψει τα σβήνει η ζωή
τα
όνειρα που χτίζονται αντέχουνε στο χρόνο
υφαίνονται
με πόνο, χωρίς αναπνοή.
Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012
Το μετεμφυλιακό λαϊκό τραγούδι και ο Στ. Καζαντζίδης
![]() |
| Π. Γεραμάνης, Θ. Δερβενιώτης, Στ. Καζαντζίδης |
Κατηγοριοποιώντας τα τραγούδια, ως ρεμπέτικο, λαϊκό και έντεχνο, μπορούμε να πούμε ότι το λαϊκό τραγούδι, έρχεται ως συνέχεια του ρεμπέτικου, αμέσως μετά τον πόλεμο και κυρίως αρχές της δεκαετίας του ’50.
Την περίοδο αυτή, απ’ τους επιζήσαντες, χιλιάδες είναι οι καταδικασμένοι σε θάνατο, σε εξορίες, σε ισόβια, άλλοι φεύγουν κυνηγημένοι ως πολιτικοί πρόσφυγες (και χιλιάδες παιδιά για να γλυτώσουν) ενώ οι πόλεις κατακλύζονται από εσωτερικούς πρόσφυγες, οι οποίοι γίνονται έρμαια της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
Είναι μια περίοδος όπου ο εμφύλιος συνεχίζεται μονομερώς από το καθεστώς προς τον ηττημένο ελληνικό λαό. Μια περίοδος που το ταξικό μίσος των νικητών δείχνει όλη του την αγριότητα.
Την ίδια ώρα η φτώχεια και η πείνα «σαρώνει» τα λαϊκά στρώματα. Όσοι δεν είναι άνεργοι, αμείβονται με μεροκάματα πείνας. Οι οικογένειες ζουν στο ίδιο δωμάτιο, ενώ αρκετές μοιράζονται με άλλες το ίδιο σπίτι. Μόλις ένας στους δέκα έχει τρεχούμενο νερό, ρεύμα ένας στους τρεις, ενώ το λουτρό είναι είδος πολυτελείας. Από τροφή ενδεικτική είναι η μέση (καταλαβαίνουμε το μέση) κατανάλωση κρέατος που ανέρχεται σε 23,5 κιλά ετησίως κατά άτομο.
Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ο λαϊκός στιχουργός απεικόνιζε μια πραγματικότητα. Το «…το μαύρο χρώμα, η απαισιόδοξη διάθεση το πεισιθανάτιο ύφος δεν ήταν κάτι το αυθαίρετο, που ο στιχουργός επέβαλε στο λαϊκό γούστο. Ήταν κάτι που ξεκινούσε από την κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων κι ο στιχουργός το μορφοποίησε και το πέρασε μέσα στο τραγούδι...» μας λέει ο Νέαρχος Γεωργιάδης.
Κι «ο εξαθλιωμένος κόσμος μέσα α’ αυτό το τραγούδι έβγαζε τη δική του κραυγή», σημειώνει ο Κώστας Βίρβος. Η μουσική αυτού του τραγουδιού ακολουθούσε...
Ο Στέλιος Καζαντζίδης επέλεξε να τραγουδήσει αυτό τον πόνο, αυτά τα βάσανα και τον καημό της φτωχολογιάς. Κι αυτό το τραγούδι ήταν βάλσαμο για τον δοκιμαζόμενο λαό. Να μην ξεχνάμε ότι όντας ο Καζαντζίδης τοπ σταρ της εποχής του, η αστυνομία επιχειρούσε να ματαιώσει συναυλίες του (τέλη του ’50) για να μην ακουστούν τραγούδια όπως το «κοινωνία ένοχη», «θα πάω σ’ άλλες πολιτείες» ή «Μια καινούργια κοινωνία θε να χτίσω».
Και ο Καζαντζίδης τραγούδησε για τον λαό με συνέπεια μέχρι το τέλος του. Χαρακτηριστικό το τελευταίο εκπληκτικό του τραγούδι που ηχογράφησε στα 2001, «Έρχονται χρόνια δύσκολα» - (Φονιάδες μονοπώλια, παντού φωτιές ανάβουν, μας καίνε, μας δικάζουνε και την ψυχή μας βγάζουνε και ζωντανούς μας θάβουν).
Η επιλογή των τραγουδιών και η σημειολογία τους έχουν ως βάση αναφοράς τις συνεντεύξεις του Θ. Δερβενιώτη, στο βιβλίο "Ο Θόδωρος Δερβενιώτης και το μετεμφυλιακό τραγούδι "των Νέαρχου Γεωργιάδη - Τάνιας Ραχματούλινα {Σύγχρονη εποχή}.
ΤΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΟΥ Η ΜΑΝΑ (1958)
(Θεόδωρου Δερβενιώτη – Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου)
Μπρος στης φυλακής την πόρτα
περιμένει από βραδύς
του κατάδικου η μάνα αχ,
το παιδί της για να δει
Για φέρτε τον κατάδικο η μάνα τον ζητάει
δεν λογαριάζει σίδερα η μάνα σαν πονάει
Δεν τη νοιάζει δεν ρωτάει
τι έχει κάνει το παιδί
είναι άρρωστη η μάνα
και ζητάει να το δει
Λίγο πριν να φέξει η μέρα και χαράξει η αυγή
πήρε χάρη το παιδί της αχ, μα η μάνα είναι νεκρή
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Το τραγούδι αυτό που στιχούργησε η Παπαγιαννοπούλου, ξετυλίγει την πλοκή του σε μια ενότητα χώρου, χρόνου και δράσης. Το μόνο πρόσωπο που μπορούσε να επισκεφτεί και να δει« άφοβα» στη φυλακή έναν πολιτικό κρατούμενο και μάλιστα καταδικασμένο σε θάνατο είναι η μάνα, που δεν λογαριάζει σίδερα σαν πονάει. Το δράμα της μάνας αλλά και του κατάδικου αποκορυφώνεται με το αναπάντεχο κι αιφνιδιαστικό τέλος, που σίγουρα έκανε πολλούς να δακρύσουν. Ο ίδιος ο Καζαντζίδης ομολόγησε ότι έκλαιγε πολλές φορές τραγουδώντας τέτοια πονεμένα τραγούδια.
ΜΕ ΦΩΝΑΖΟΥΝ ΕΝΟΧΟ (1955)
(Θεόδωρου Δερβενιώτη - Χρήστου Κολοκοτρώνη]
Με λένε όλοι ένοχο
για ξένες αμαρτίες
για να βρει κάτι στην καρδιά
για μένα είπε μια βραδιά
βαριές συκοφαντίες
Είναι μεγάλο μπλέξιμο
να σε φωνάζουν ένοχο
χωρίς κανένα φταίξιμο
Θα δώσω τόπο στην οργή
κι ας είναι αδικία
αυτοί που με κατηγορούν
να με δικάσουν δεν μπορούν
χωρίς απολογία
Μια μέρα θ' απολογηθώ
ελάτε εχθροί και φίλοι
ν' ακούστε το κατηγορώ
αυτό που θα σας πω κι εγώ
με τα δικά μου χείλη
Τρομερό τραγούδι που «ανταποκρινόταν στις μυριάδες καταδίκες και φυλακίσεις ατόμων, που δεν τους είχε δοθεί καν η δυνατότητα μιας απολογίας και μιας κανονικής δίκης». Η υπεράσπιση των ιδανικών και των αντιλήψεων εκφράζεται με το «...μια μέρα θ' απολογηθώ, ελάτε εχθροί και φίλοι, ν' ακούστε το κατηγορώ αυτό που θα σας πω εγώ με τα δικά μου χείλη...»
Η ΦΥΛΑΚΗ ΚΙ Η ΞΕΝΙΤΙΑ (1954)
(Μανώλη Χιώτη - Χρήστου Κολοκοτρώνη)
Είμαι μια μάνα έρημη
που ζω δυστυχισμένα
δυο παλικάρια ανάθρεψα
δεν χάρηκα κανένα
Η φυλακή κι η ξενιτιά
μ' αφήσανε χωρίς παιδιά
Το πρώτο παλικάρι μου
τι κρίμα κι αμαρτία
το χαίρεται η φυλακή
γυναίκα είναι η αιτία
Ο άλλος λεβέντης μου
ταξίδεψε στα ξένα
τον χαίρεται η ξενιτιά
κι αλίμονο σε μένα
Συνοδεύει η Καίτη Γκρέυ
Στο μπουζούκι ο Μανώλης Χιώτης
Η χρησιμοποίηση της γυναίκας και της ξενιτιάς ως αιτίες, είναι απαραίτητα στοιχεία για να περάσει απ' τη λογοκρισία, αυτό το κατ' εξοχήν πολιτικό τραγούδι της μετεμφυλιακής περιόδου.
ΘΑ ΠΑΩ Σ’ ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ (1958)
(Μάνα την ευχή σου δώσ' μου)
(Απ. Καλδάρα - Ευτ. Παπαγιαννοπουλου)
Θα πάω σ' άλλες πολιτείες
να βρω ανθρώπους με καρδιά
γιατί εδώ η κοινωνία
μου φέρθηκε σαν μητριά
Μάνα, αχ μάνα μου
την ευχή σου δώσ' μου
φεύγω και πάω
στην άκρια του κόσμου
Σφίχ’ την καρδιά σου
γλυκιά μου μάνα
πες πως δεν είχες κι εσύ παιδί
πέστε σε κείνη
που μ' αγαπάει
θα κάνει χρόνια για να με δει
Θα πάω σ' άλλες πολιτείες
σε ξένες χώρες και μακρινές
ίσως και βρω μια στάλα πόνο
μέσα σ' ανθρώπινες καρδιές
Συνοδεύει η Μαρινέλλα.
Μπουζούκι παίζουν οι Κ. Παπαδόπουλος, Λ. Καρνέζης
Ο Δερβενιώτης πιστεύει"... ότι ένα μεγάλο μέρος των μεταναστών ήταν κυνηγημένοι του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Φεύγανε κι αφήνανε πίσω τους το μαύρο παρελθόν, για να βρούνε μια καλύτερη τύχη, σε άλλες χώρες σε άλλους ηπείρους, όπου δεν θα τους κυνηγούσε ο «φάκελος του αριστερού» ή «του συνοδοιπόρου»...". Η ελπίδα και η πίστη ότι υπάρχουν καλύτερες κοινωνίες είναι έκδηλη στους ηττημένους.
ΜΕ ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ ME ΠΕΡΝΟΥΝ (1957)
(Θεόδωρου Δερβενιώτη – Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου)
Με χειροπέδες με περνούν
απ' το δικό σου δρόμο
για την αγάπη σου εγώ
θα δικαστώ απ' το νόμο
Τις παλιές σου τις παρτίδες
μ' έβαλες να καθαρίσω
κι οπωσδήποτε για σένα
φυλακή θα καταντήσω
Τα χέρια που σ' αγκάλιαζαν
είναι αλυσοδεμένα
κι ακόμα πιο χειρότερα
θα πάθω εγώ για σένα
η μοίρα μου με δίκασε
τρελά να σ' αγαπήσω
με χειροπέδες να δεθώ
στην φυλακή να σβήσω
Μπουζούκι παίζουν οι Λάκης Καρνέζης, Ανέστος Αθανασίου
«...Όταν λέμε Με χειροπέδες με περνούν..., δεν λέμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι υπόδικος ή κατάδικος. Λέμε ότι δήθεν αιτία του κακού είναι μία γυναίκα... Κι έτσι καμουφλάρεται το πολιτικό μήνυμα, ο κόσμος, όμως, το καταλάβαινε...» Θ. Δερβενιώτης
ΕΧΑΣΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΟΥ (1953)
(Θεόδωρου Δερβενιώτη - Χρήστου Κολοκοτρώνη]
Αφού ρωτάτε να σας πω
γιατί πονώ και κλαίω
το μυστικό που έκρυβα
απόψε σας το λέω
Έχασα τον άνθρωπο μου
της ζωής τον σύντροφο μου
Ματώνει η δόλια μου η καρδιά
και άλλο δεν αντέχει
ο άδικος ο χωρισμός
παρηγοριά δεν έχει
Μια μαύρη σκέψη τριγυρνά
απόψε στο μυαλό μου
τι να την κάνω τη ζωή
χωρίς τον άνθρωπο μου
Συνοδεύει η Ρένα Στάμου
... Εκείνη την πρώτη μετεμφυλιακή εποχή μυριάδες ζευγάρια, είτε παντρεμένα είτε αρραβωνιασμένα είτε απλώς ερωτευμένα, χώριζαν υποχρεωτικά, επειδή ο άντρας, η γυναίκα ή και οι δυο ταυτόχρονα βρίσκονταν φυλακισμένοι, κρατούμενοι, εκτοπισμένοι σε στρατόπεδα και ξερονήσια, ή εξόριστοι εκτός Ελλάδας, στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού. Το πρώτο τραγούδι του Δερβενιώτη, που είπε ο Καζαντζίδης, ήταν σε στίχους Κολοκοτρώνη, είχε τίτλο Έχασα τον άνθρωπο μου και καταπιανόταν ακριβώς με τούτο το θέμα...
Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΜΟΥ ΚΑΡΔΙΑ (1954)
(Θόδωρου Δερβενιώτη - Χρήστου Κολοκοτρώνη)
Η πληγωμένη μου καρδιά,
δεν βρίσκει πια παρηγοριά
αφού δεν έχω γιατρειά
και πάω στα χειρότερα
καλύτερα ο θάνατος
μια ώρα γρηγορότερα
η πληγωμένη μου καρδιά
δεν βρίσκει πια παρηγοριά
Τα νιάτα μου και το κορμί,
η μαύρη γη θα τα χαρεί
ο κόσμος μ' εγκατέλειψε,
κανένας δεν με πόνεσε
και η δική σου η καρδιά
κι αυτή με περιφρόνησε
η πληγωμένη μου καρδιά
δεν βρίσκει πια παρηγοριά
Αχ τι κακό μες στο ντουνιά,
να σε πληγώνει η απονιά
αργοπεθαίνω μόνος μου,
χωρίς κανέναν στο πλευρό
κανείς δεν ήρθε να με δει
το 'χω παράπονο πικρό
η πληγωμένη μου καρδιά
δεν βρίσκει πια παρηγοριά
«...Ένα από τα πρώτα τραγούδια του Δερβενιώτη που τραγούδησε ο Καζαντζίδης είχε τίτλο, Η πληγωμένη μου καρδιά. Οι στίχοι του Κολοκοτρώνη μιλούν για έναν νέο που η καρδιά του είναι βαριά κι αθεράπευτα πληγωμένη από την απονιά του ντουνιά, δηλαδή της μετεμφυλιακής κοινωνίας Ο νέος περιμένει το θάνατο , πράγμα που υπαινίσσεται ότι πιθανότατα είναι φυλακισμένος, κατάδικος ή υπόδικος Κανένας δεν είναι στο πλευρό του, που κι αυτό παραπέμπει στο φόβο της εποχής μήπως χαρακτηριστεί κανείς συνοδοιπόρος ή συνένοχος του κυνηγημένου ανθρώπου. Αυτό που χρησιμοποιείται για καμουφλάρισμα, προκειμένου οι στίχοι να περάσουν από τη λογοκρισία είναι η έννοια της αρρώστιας...»
ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΦΟΡΕΣ (1954)
(Θεόδωρου Δερβενιώτη - Χρήστου Κολοκοτρώνη)
Καταστροφές και συμφορές
ερείπια ρημάδια
κορμάκι μου μαράζωσες
σε τρών' τα χτυποκάρδια
Ποιος άνθρωπος μπορεί
μαζί μου να μην κλάψει
και ποια καρδιά είναι αυτή
που δεν θ'αναστενάξει
Παλιοζωή κατήντησες
για μένα τυραννία
πρωί και βράδυ βάσανα
λαχτάρες κι αγωνία
Τι έχουν δει τα μάτια μου
κι ακόμα τι θα δούνε
μονάχα μες στη μαύρη γη
μπορούν να ξεχαστούνε
Μπουζούκι παίζουν: Σπηλιόπουλος Β., Βαμβακάρης Αργύρης
«...Τραγούδι της τριανδρίας Δερβενιώτη - Κολοκοτρώνη -Καζαντζίδη, που παρουσιάζει το γεωγραφικό και ψυχολογικό σκηνικό της εμφυλιακής και της πρώτης μετεμφυλιακής περιόδου. Καταστροφές και συμφορές ερείπια, ρημάδια είναι οι κυριολεκτικές και μεταφορικές συνέπειες του Εμφύλιου πάνω στο τοπίο, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων. Καταπίεση και τυραννική διακυβέρνηση κάνουν την καθημερινή ζωή τόσο ανυπόφορη, ώστε ο χαρακτηρισμός "παλιοζωή" να είναι φυσικός και αυτονόητος. Τα βάσανα, η λαχτάρα κι η αγωνία είναι οι συνέπειες της ψυχροπολεμικής εποχής πάνω στις ψυχές των Ελλήνων. Κι αυτό το ψυχικό κλίμα είναι το ιδιαίτερο κλίμα που χαρακτηρίζει το μετεμφυλιακό τραγούδι. Το κλίμα αυτολογοκρισίας σιωπής και καμουφλαρίσματος στη σκέψη και στην έκφραση, όχι μόνο του τραγουδιού αλλά και όλων των κυνηγημένων ανθρώπων της εποχής εκφράζεται με την τελευταία στροφή, η οποία υπαινίσσεται τα πολλά τρομακτικά και ανείπωτα γεγονότα...»
ΠΕΘΑΙΝΩ (1954)
(Θόδωρου Δερβενιώτη - Χρήστου Κολοκοτρώνη)
Πεθαίνω απόψε μοναχός
μέσα σε ξένους τόπους
μακριά απ' το σπιτάκι μου
κι απ' τους δικούς μου ανθρώπους
Που είναι η μανούλα μου
να με μοιρολογήσει
η αγάπη μου τον τάφο μου
λουλούδια να στολίσει
Πεθαίνω με παράπονο
βαθιά μες στην ψυχή μου
ήθελα στην πατρίδα μου
ν' αφήσω το κορμί μου
Που είναι η μανούλα μου
οι συγγενείς κι οι φίλοι
στον τάφο μου να κλάψουνε
ν' ανάψουν το καντήλι
Πεθαίνω κι ένα σας ζητώ
τα κόκαλα μου πάρτε
και δίπλα μου απ' του πατέρα μου
και τα δικά μου βάλτε
Που είναι η μανούλα μου
να με μοιρολογήσει
η αγάπη μου τον τάφο μου
λουλούδια να στολίσει
Μπουζούκι παίζουν οι: Β. Σπηλιόπουλος, κι ο αδελφός του Μάρκου Αργ. Βαμβακάρης.
«...Το τραγούδι αυτό μιλά για την επιθυμία του κάθε εξόριστου και ξενιτεμένου, η ταφή του να γίνει στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Με αυτόν τον τρόπο, η ξενιτιά, όπως κι η αρρώστια και προπαντός η γυναίκα, γίνεται ένα απ'τα προσχήματα, πίσω από τα οποία θα εκφραστεί ο πολιτικός λόγος του τραγουδιού την σκληρή εκείνη εποχή...»
ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ (1955)
(Θόδωρου Δερβενιώτη - Χρήστου Κολοκοτρώνη)
Καθένας με τον πόνο του
και 'γω με τον δικό μου
είναι μεγάλος ο καημός
και το παράπονο μου
Αχ, παλιοζωή
με βασανίζεις άπονα
κι έχω παράπονα, κι έχω παράπονα
Εγώ καταδικάστηκα
μονάχος μου το ξέρω
κάποια γυναίκα αγάπησα
και τώρα υποφέρω
Αχ, σκληρή καρδιά
με βασανίζεις άπονα
κι έχω παράπονα,
κι έχω παράπονα
Και συ αχάριστε ντουνιά
γιατί με κατακρίνεις
κι αντί καλό το άδικο
γι' αντάλλαγμα μου δίνεις
Αχ, παλιοντουνιά
με βασανίζεις άπονα
κι έχω παράπονα
κι έχω παράπονα
«...ο άνθρωπος που υποφέρει, όταν λέει πως καταδικάστηκε μονάχος του, υπονοεί πως θα μπορούσε να είχε αποφύγει τον κίνδυνο μιας βαριάς καταδίκης, αλλά επέλεξε αυτόν το δρόμο λόγω της ιδεολογίας του, εξ' αιτίας της προσπάθειας του να αλλάξει την κοινωνία προς το καλύτερο. Κι η οργανωμένη κοινωνία, το κράτος, αντί να του αναγνωρίσει τις καλές και ευγενικές προθέσεις, του ανταποδίνει το καλό με το κακό, για αντάλλαγμα του δίνει το άδικο. Και βέβαια, το ατομικό δράμα εντάσσεται μέσα στο συλλογικό δράμα της εποχής. Οι περισσότεροι Έλληνες έχουν ο καθένας το δικό του λόγο για να πονά και να υποφέρει. Το τραγούδι αυτό είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση, όπου η «γυναίκα» χρησιμοποιείται σαν καμουφλάζ, για να συγκαλυφθούν τα πραγματικά πολιτικά μηνύματα που υπάρχουν στους υπόλοιπους στίχους...»
http://www.youtube.com/
H ανάρτηση είναι αφιερωμένη ειδικά στους Έλληνες μετανάστες της Ολλανδίας και του Βελγίου, με ένα μεγάλο ευχαριστώ για την ιδιαίτερη προτίμηση και την αγάπη που δείχνουν στο ιστολόγιο, "αγκαλιάζοντάς" το από την αρχή της λειτουργίας του. (Οικοδόμος).
H ανάρτηση είναι αφιερωμένη ειδικά στους Έλληνες μετανάστες της Ολλανδίας και του Βελγίου, με ένα μεγάλο ευχαριστώ για την ιδιαίτερη προτίμηση και την αγάπη που δείχνουν στο ιστολόγιο, "αγκαλιάζοντάς" το από την αρχή της λειτουργίας του. (Οικοδόμος).
Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011
Η εργατική τάξη μέσα από το λαϊκό τραγούδι (2)
Τραγούδι λαϊκό, δημιούργημα λαϊκών ανθρώπων. Η έκφραση μέσα από τη μουσική και τους απλούς λιτούς στίχους των δημιουργών του που ήταν κατά κανόνα άνθρωποι απλοί αυτό που λέμε «λαΪκοί».
Αλλά και τραγούδι με λόγο ποιητικό, "έντεχνο". Και μουσική από μεγάλους συνθέτες που καταξιώθηκαν και σε άλλα είδη μουσικής, και με τη μαστοριά τους έφεραν την ποίηση κοντά στο λαό που την αγκάλιασε και την έκανε κτήμα του.
Τραγούδι που εξέφρασε τις ανάγκες του εργαζόμενου λαού, τα βάσανά του, τους έρωτες, τον πόνο της μάνας, τον καημό του μετανάστη, την απογοήτευση του φτωχού εργάτη, την απελπισία του αδικημένου από το κοινωνικό σύστημα.
Εξέφρασε όμως και την κριτική προς αυτήν ακριβώς την αδικία του κοινωνικού συστήματος εις βάρος των εργαζομένων, πέρασε «μηνύματα» κοινωνικής αισιοδοξίας. Σε κάποιες περιπτώσεις «αναζήτησε» και πρότεινε μια «άλλη κοινωνία».
Η επιλογή των τραγουδιών σ’ αυτό το αφιέρωμα αλλά και σε άλλα που θα ακολουθήσουν δεν μπαίνει σε «καλούπια» χρονικών περιόδων, θεματολογίας, κάποια σειρά κλπ. Ούτε προσφέρεται για κριτική και αναλύσεις, τουλάχιστον από αυτό το βήμα.
Είναι τραγούδια με το άκουσμα των οποίων μεγάλωσα. Τραγούδια που με νανούρισαν πολλά ζεστά μεσημέρια, όταν σαν μικρό παιδί «έπρεπε» να κοιμηθώ. Τραγούδια που έφερνε το δροσερό αεράκι, από κάποιο γειτονικό ραδιόφωνο, στο δωμάτιό μου από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα όταν εγώ είχα διάβασμα, και έβρισκα τη δικαιολογία πως με «ενοχλούσε».
Τραγούδια που συνόδευσαν τους πρώτους έρωτες, τα πρώτα ξενύχτια, τις πρώτες …κρασοκατανύξεις. Αλλά και τραγούδια που συνόδευσαν τις πρώτες διαδηλώσεις, τις πρώτες απεργίες, τις πρώτες πορείες. Τραγούδια που αγαπώ.
Το κριτήριο της επιλογής των τραγουδιών …αυστηρά προσωπικό!
Σας εύχομαι καλή ακρόαση!
1. ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ
Μ' αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ' τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά
Το 'δερνε αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.
Πάρ' το στεφάνι μας, πάρ' το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί
Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός
κάθε παράθυρό του κι ουρανός
Μα όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά
Πάρ' το στεφάνι μας, πάρ' το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεύει: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
2. ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ΧΤΙΖΟΝΤΑΙ
Τα όνειρα που μένουνε
μονάχα μες στη σκέψη
κανείς μην τα πιστέψει
τα σβήνει η ζωή.
Τα όνειρα που χτίζονται
κι αντέχουνε στο χρόνο
υφαίνονται με πόνο
χωρίς αναπνοή.
Είναι τόσο σκληρός ο αγώνας
μα τόσο γλυκός,
είναι τόσο μεγάλη η ζωή
όταν ζεις διαρκώς,
κι έτσι φτάνεις στο τέρμα
χωρίς να ‘χεις νιώσει μικρός
και παλεύεις, πεθαίνεις, περνάς
μα δεν είσαι νεκρός.
Τα όνειρα που παίρνουνε
για λίγο το μυαλό μου
μερώνουν τον καημό μου
μια τόση δα στιγμή.
Στα όνειρα που χτίζονται
το είναι μου κι αν δώσω
αξίζει να ΄ναι τόσο
βαριά η πληρωμή.
Είναι τόσο σκληρός ο αγώνας
μα τόσο γλυκός,
είναι τόσο μεγάλη η ζωή
όταν ζεις διαρκώς,
κι έτσι φτάνεις στο τέρμα
χωρίς να ‘χεις νιώσει μικρός
και παλεύεις, πεθαίνεις, περνάς
μα δεν είσαι νεκρός.
Στίχοι: Άκης Πάνου
Μουσική: Άκης Πάνου
Ερμηνεύει: Στέλιος Καζαντζίδης
3. ΛΙΩΝΟΥΝ ΤΑ ΝΙΑΤΑ ΜΑΣ
Όλη μέρα στα λιμάνια και στα ναυπηγεία
στου θανάτου τα καζάνια στα μηχανουργεία
Λιώνουν τα νιάτα μας στη βιοπάλη
με τα κομμάτια μας δένει τ' ατσάλι
Στο πετσί μας η μουντζούρα που δε λέει να φύγει
η ζωή βαρειά σκοτούρα κι η χαρά μας λίγη
Λιώνουν τα νιάτα μας στη βιοπάλη
με τα κομμάτια μας δένει τ' ατσάλι
Όσο κι όσο τ' αγοράζουν το φτωχό κορμί μας
και περίσσια κέρδη βγάζουν απ' τη δύναμή μας
Λιώνουν τα νιάτα μας στη βιοπάλη
με τα κομμάτια μας δένει τ' ατσάλι
Στίχοι: Φώντας Λάδης
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Ερμηνεύει: Γιώργος Νταλάρας
4. ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ
Στο Μεταξουργείο
σβήσανε τα φώτα
έπεσε σκοτάδι κι εγώ κρύωνα
Και το κλάμα αρχίσαν
μες στα συνεργεία
τα σιδεροπρίονα
Κι όλα ξεχασμένα
παραπεταμένα
τ άφησες κι εχτές
Κι έγινε η Ελλάδα
όπως του Σπαθάρη
ο παλιομπερντές
Τώρα το φεγγάρι
σαν τον σκουπιδιάρη
σάρωσε αγάπες κι αμαρτήματα
Κι ο βραχνάς κουρνιάζει
σαν το νυχτοπούλι
μες στα παραπήγματα.
σβήσανε τα φώτα
έπεσε σκοτάδι κι εγώ κρύωνα
Και το κλάμα αρχίσαν
μες στα συνεργεία
τα σιδεροπρίονα
Κι όλα ξεχασμένα
παραπεταμένα
τ άφησες κι εχτές
Κι έγινε η Ελλάδα
όπως του Σπαθάρη
ο παλιομπερντές
Τώρα το φεγγάρι
σαν τον σκουπιδιάρη
σάρωσε αγάπες κι αμαρτήματα
Κι ο βραχνάς κουρνιάζει
σαν το νυχτοπούλι
μες στα παραπήγματα.
Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης
Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος
Ερμηνεύει: Σωτηρία Μπέλλου
5. ΤΟ ΨΩΜΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΛΥΚΟ
Τον πρώτο χρόνο φάμπρικα
τον άλλον στα ψυγεία
χωρίς να θέλω βρέθηκα
μες στα μηχανουργεία
Μα το ψωμί μου είναι γλυκό
και το κρασί ζαλίζει
τώρα που έ- τώρα που έμαθα κι εγώ
η ρόδα πως γυρίζει
Την πρώτη μέρα γέλασες
την άλλη μου μιλούσες
χωρίς να ξέρω έπαιρνα
το δρόμο που γυρνούσες
τον άλλον στα ψυγεία
χωρίς να θέλω βρέθηκα
μες στα μηχανουργεία
Μα το ψωμί μου είναι γλυκό
και το κρασί ζαλίζει
τώρα που έ- τώρα που έμαθα κι εγώ
η ρόδα πως γυρίζει
Την πρώτη μέρα γέλασες
την άλλη μου μιλούσες
χωρίς να ξέρω έπαιρνα
το δρόμο που γυρνούσες
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Ερμηνεύει: Αντώνης Καλογιάννης
6. Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ
Η φάμπρικα, η φάμπρικα δε σταματά,
δουλεύει νύχτα μέρα
και πώς τον λεν το διπλανό
και τον τρελό τον Ιταλό
να τους ρωτήσω δεν μπορώ
ούτε να πάρω αέρα
Δουλεύω μπρος στη μηχανή
στη βάρδια δύο δέκα
κι από την πρώτη τη στιγμή
μου στείλανε τον ελεγκτή
να μου πετάξει στο αυτί
δυο λόγια νέτα σκέτα
Άκουσε φίλε εμιγκρέ
ο χρόνος είναι χρήμα
με τους εργάτες μη μιλάς
την ώρα σου να την κρατάς
το γιο σου μην το λησμονάς
πεινάει κι είναι κρίμα.
Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός
ξεχνάω τη μιλιά μου
είμαι το νούμερο οχτώ
με ξέρουν όλοι με αυτό
κι εγώ κρατάω μυστικό
ποιο είναι τ' όνομά μου.
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης
Ερμηνεύει: Λάκης Χαλκιάς
7. ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ
Η φάμπρικα, η φάμπρικα δε σταματά,
δουλεύει νύχτα μέρα
και πώς τον λεν το διπλανό
και τον τρελό τον Ιταλό
να τους ρωτήσω δεν μπορώ
ούτε να πάρω αέρα
Δουλεύω μπρος στη μηχανή
στη βάρδια δύο δέκα
κι από την πρώτη τη στιγμή
μου στείλανε τον ελεγκτή
να μου πετάξει στο αυτί
δυο λόγια νέτα σκέτα
Άκουσε φίλε εμιγκρέ
ο χρόνος είναι χρήμα
με τους εργάτες μη μιλάς
την ώρα σου να την κρατάς
το γιο σου μην το λησμονάς
πεινάει κι είναι κρίμα.
Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός
ξεχνάω τη μιλιά μου
είμαι το νούμερο οχτώ
με ξέρουν όλοι με αυτό
κι εγώ κρατάω μυστικό
ποιο είναι τ' όνομά μου.
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης
Ερμηνεύει: Λάκης Χαλκιάς
7. ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ
Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω.
Μου γράφει η γιαγιά τους πως ρωτάνε
τα τρένα που 'ναι στο σταθμό πού πάνε.
Αδύνατος μου γράφει ο Στελάκης
έχει ανάγκη θάλασσας ο Τάκης
αρχίζει το σχολείο η Μαρίνα
θέλει να γίνει κάποτε γιατρίνα.
Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω.
Αγόρασα λαχείο στ' όνομά τους
αχ να κερδίσω να σταθώ σιμά τους
Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ερμηνεύει: Βίκυ Μοσχολιού
8. ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ 1942-1953
Εφτά νομά- σ’ ένα δωμά-
πού να ξαπλώ- να κλείσεις μά- ;
Ο ένας πάει σινεμά
ο άλλος πέφτει και κοιμά-
ύπνος με βάρδια δηλαδή
στην πόρτα σύρμα για κλειδί.
Εφτά νομά- δυστυχισμέ-
σ’ ένα δωμά- φυλακισμέ-
δικαίως αγανακτισμέ-
και με τα πάντα αηδιασμέ- .
Πώς τα ’χεις έτσι μοιρασμέ-
ντουνιά ψευτοπολιτισμέ- ;
Οι δυο δουλε- απ’ τους εφτά
από τα χρέ- τι να προφτά- ;
Σαν τα τσουβά- , σαν τα σκουπί-
εφτά νομά- χωρίς ελπί-
σ’ ένα δωμά- μισογιαπί.
Ποιος να φωνά- και τι να πει;
Στίχοι: Άκης Πάνου
Μουσική: Άκης Πάνου
Ερμηνεύει: Γιώργος Νταλάρας
9. ΒΓΗΚΕ Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΤΟ ΣΦΥΡΙ
Βγήκ' η ζωή μας στο σφυρί,
μας παίρνουν, μας πουλάνε,
στα ξένα χάνετ' η ζωή,
μας στίβουν, μας πετάνε.
Βγήκ' η ζωή μας στο σφυρί,
σ' Αμερική κι Ευρώπη,
άνθρωποι μας γεννήσανε
και μας πουλάν ανθρώποι.
Για μεροκάματο διπλό
τον ουρανό μας κρύψανε,
δεν έχει φως να ζήσουμε.
Η φτώχεια κει, η νύχτα εδώ,
μάνα, οι τόποι λείψανε
τη μοίρα μας να χτίσουμε.
Στίχοι: Φώντας Λάδης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεύει: Αντώνης Καλογιάννης
10. ΠΟΥ ΝΑ ΧΩΡΕΣΕΙ Τ' ΟΝΕΙΡΟ
Δρόμοι όλο λάσπη και σπίτια ρημαδιό
Δρόμοι όλο λάσπη και σπίτια ρημαδιό
πού να χωρέσει τ' όνειρο σε κάμαρη δυο πήχες.
Έλα καλή μου, φόρεσε τ' άσπρο μαντήλι που είχες
και τ΄αύριο πιο καλό απ΄το χθες, για μας τους δυο.
Σφυρίζει η φάμπρικα, η βάρδια μου τελειώνει
κι αν θες ν' αλλάξουμε ζωή, να πάμε σε μιαν άλλη,
έλα καλή μου, φόρεσε τ' άσπρο μαντήλι σου πάλι
και τ' αύριο πιο καλό απ' το χθες για μας τους δυο.
Πέφτει σκοτάδι στους δρόμους τους στενούς
και τα παιδιά μαζεύτηκαν τριγύρω στο μαγκάλι.
Έχουμε οι δυο μας δύναμη να ξαναρχίσουμε πάλι
σε κόσμους άλλους κι ουρανούς, πιο φωτεινούς.
Στίχοι: Μιχάλης Παπανικολάου
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Ερμηνεύει: Γιάννης Θωμόπουλος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










