Ο Νίκος Καββαδίας (11 Γενάρη 1910 – 10 Φλεβάρη 1975) ύμνησε με το έργο του τον εργάτη της θάλασσας. Μετουσίωσε σε στίχους όσα διαδραματίζονται πάνω σ’ ένα βαπόρι που σκίζει τους ωκεανούς, με τα μακρινά του ταξίδια, στους πιο ξωτικούς προορισμούς, έχοντας για σημαία του την ελευθερία του νου και της ψυχής.
«Μη χάνεις το θάρρος σου εμείς πάντα το ξέραμε πως δε χωράει μέσα στους τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο…»
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καββαδίας Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καββαδίας Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017
Ο Κ. Βάρναλης για τον Ν. Καββαδία: «παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού...»
Ο Νίκος Καββαδίας (11 Γενάρη 1910 – 10 Φλεβάρη 1975) ύμνησε με το έργο του τον εργάτη της θάλασσας. Μετουσίωσε σε στίχους όσα διαδραματίζονται πάνω σ’ ένα βαπόρι που σκίζει τους ωκεανούς, με τα μακρινά του ταξίδια, στους πιο ξωτικούς προορισμούς, έχοντας για σημαία του την ελευθερία του νου και της ψυχής.
Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011
Καλό μήνα!
Όταν η ποίηση του Νίκου Καββαδία βρίσκει το ρούχο που της ταιριάζει στη μουσική του Θάνου Μικρούτσικου, γίνεται ένα μεγάλο τραγούδι, λαϊκό. Κι ας μην ακούγονται λαϊκά όργανα. Κι ύστερα, έρχονται αυτές οι υπέροχες εικόνες στο βίντεο και συμπληρώνουν το τραγούδι, κάνοντας κι άλλη απ’ τις αισθήσεις μας να συμμετέχει. Λέξεις, νότες, χρώματα. Αρμονία...
Καλό μήνα!
Federico Garcia Lorca
Ποίηση: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεύει: Γιάννης Κούτρας
Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι
Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του
Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει
Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια
Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά
Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
