Δεν
είδε άσπρη μέρα κοντά του. Έτσι λέγανε στο χωριό, αλλά ποιος μπορεί να ξέρει.
Όλοι τότε απόρησαν. Το άρρωστο; Το άρρωστο, το ανάπηρο, το δολιοπαίδι, τέτοια
και παρόμοια έλεγαν. Έγινε ο γάμος και την ίδια μέρα ζεύτηκε. Στα λόγγα για
κλαρί, στις γαύρες και στα ξερικά, όργωμα, θέρο, στην αράδα με τις αίγες. Όλη
την μέρα, όλα τα χρόνια και κόντευαν τριάντα τόσα. Όσο άργαζαν και σκλήραιναν
τα χέρια της, τόσο αυτός άσπριζε και μαλάκωνε απ' την κλεισούρα και το καθιστό,
Πόσες φορές γύρισε από τον άλλο κόσμο; Τώρα και τώρα θα πεθάνει και την άλλη
μέρα τον έβλεπαν να λιάζεται, στην πάνινη καρέκλα, με κουβέρτες στα πόδια.
Μοσκοβόλαγαν κι αυτός κι οι κουβέρτες. Γιατρούς, γιατρικά, νοσοκομεία κάθε
τόσο.
«Μη χάνεις το θάρρος σου εμείς πάντα το ξέραμε πως δε χωράει μέσα στους τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο…»
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημητρίου Σωτήρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημητρίου Σωτήρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012
Τρίτη 28 Αυγούστου 2012
Ο κίτσος
Η
ξυλεία για την ανοικοδόμηση μετά τον ανταρτοπόλεμο ερχόταν μέχρι τον Άγιο
Πάντο. Μέχρι εκεί πήγαιναν τα αυτοκίνητα του στρατού, απέκει και πάνω ήταν
μονοπάτια. Κατέβαινε ο μαυρο-κόσμος με γομαρομούλαρα – απ’ το Μπαμπούρι, απ’
τον Τσαμαντά, απ’ του Λια, απ’ την Πόβλα – για να την φορτώσουν. Μια φορά η
μάνα έστειλε εμένα με τον κίτσο. Άντα βρέχει κοπέλες, μας ήλεγαν, το μεροκάματο
μέσα, στον αργαλειό. Άντα δεν βρέχει
όξω.
Ήταν
άλλο θάμα γομάρι ο κίτσος. Είχε μας κουναρήσει την φαμίλια, την είχε ζήσει.
Προπολεμικά όταν έχτιζαν τον Αϊ-Νικόλα και τον Αϊ-Θανάση ήφερνε άμμο απ’ το
ποτάμι. Ένα μεροκάματο ο πατέρας, ένα ο κίτσος. Στον τρύγο, ξύλα απ’ την
Θελεσουριά, βαρέλες με νερό απ’ την τρόμπα του Κούντουρου και τι δεν είχε
κουβαλήσει ο μαυρο-κίτσος. Ήτανε πράολο ζώο αλλά ήτανε και πονηρό. Σαν άνθρωπος
ήβλεπε που ήταν η νοικοκυρά στο αμπέλι και της έτρωγε το ψωμί απ’ το σακούλι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

