Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Τι κερδίσαμε;


Από τη μια μεριά ήτανε τα όπλα και από την άλλη η πίστη. Από τη μια μεριά η παρανομία και από την άλλη η νομιμότητα. Από τη μια μεριά οι μηχανές και από την άλλη οι άνθρωποι. Κι όμως φαίνεται πως η πίστη, η νομιμότητα και ο άνθρωπος δεν κερδίζουν, κερδίζουν τα όπλα, η παρανομία και οι μηχανές. Μέσα βαθιά στην καρδιά μας, βέβαια, ευχόμασταν να είναι διαφορετικά τα πράγματα.
Ευχόμασταν να είναι διαφορετικός ο κόσμος και να βρεθούμε μια φορά μαζί με τους νικητές, μ' όλο που ξέραμε πως το τέλος θα είναι όπως το θέλουν οι δυνατοί και οι άνομοι, γιατί αυτοί κρατούνε τα όπλα και οι ίδιοι οδηγούνε τις μηχανές. Κι όμως δε διστάσαμε. Ούτε εμείς οι μεγάλοι και οι ψύχραιμοι ούτε οι μικροί και οι θερμόαιμοι. Κατεβήκαμε στους δρόμους. Απλώσαμε τις σημαίες και τα λάβαρα της ειρήνης. Φωνάξαμε συνθήματα. Ανάψαμε φωτιές. Τραγουδήσαμε τραγούδια του πολέμου, εμείς, οι ειρηνοφόροι.

Ξενυχτήσαμε περιμένοντας το μήνυμα της Νίκης και καταδικάσαμε μέσα στις ανυποχώρητες συνειδήσεις μας τους εισβολείς και τους δολοφόνους. Καταραστήκαμε τους φονιάδες των λαών και τους φωνάξαμε «γιούχα» και με τις σηκωμένες τις γροθιές μας τους δείξαμε το δρόμο της κόλασης, το δρόμο της καταδίκης. Τους απειλήσαμε. Αυτοί όμως έμειναν εκεί. Ατάραχοι και αδίστακτοι. Αγκιστρωμένοι στο ψέμα πως πολεμάνε για την ελευθερία και τη δημοκρατία, το δίκιο και την ισότητα. Και ντυμένοι με τις στολές του θανάτου, ζωσμένοι με τα όπλα του ολέθρου βγήκανε μπροστά, οι ξετσίπωτοι, για να μιλήσουν με αριθμούς νεκρών και να ζητήσουν συγνώμη για τα λάθη τους, για τα δάκρυα και το αίμα των μικρών παιδιών. Να μας διηγηθούν τα κατορθώματά τους, οι κακούργοι, απέναντι σε μια ανθρωπότητα που κρατούσε την ανάσα της και πάνω στους δρόμους της γης ζητούσε να σταματήσει ο πόλεμος, να μπουν τα μαχαίρια στις θήκες τους και να γυρίσουν οι στρατηγοί δολοφόνοι στους στρατώνες τους, εκεί όπου μόνο για το θάνατο κουβεντιάζουν και το θάνατο ετοιμάζουν. Ούτε την «άμυνα» προετοιμάζουν ούτε τις πατρίδες τους προστατεύουν. Κι όμως κερδίζουν. Αργά ή γρήγορα, κερδίζουν. Μα πατάνε πάνω σε πτώματα, γκρεμίζουν πολιτείες και σταματούν τις ζωές των αμάχων, στο τέλος κερδίζουν. Γι' αυτό και το βασανιστικό ερώτημα είναι: εμείς τι κερδίζουμε; Από τον τελευταίο ξεσηκωμό μας, στ' αλήθεια, τι κερδίσαμε; Πήγανε χαμένες οι φωνές μας και τα τραγούδια μας πήγανε στράφι; Οι γροθιές μας οι σηκωμένες δε φοβίσανε κανέναν; Και οι απειλές μας δεν έπιασαν τόπο;

Οχι! Χιλιάδες φορές όχι. Μπορεί αυτοί να κέρδισαν σε νεκρούς και δάκρυα, σε κατάρες και ζητωκραυγές δολοφόνων. Μπορεί αυτοί να μετρήσουν σε λίγο τα λάφυρα των θανάτων και να παζαρέψουν το μερτικό τους. Εμείς κερδίσαμε τη ζωή. Τα στήθια μας γέμισαν με τον άνεμο της ειρήνης κι αυτός ο άνεμος δε μετριέται, ούτε με δολάρια ούτε με ευρώ, γιατί βγαίνει από τις ανάσες των ζωντανών ανθρώπων και όχι από το ψυχορράγημα των θυμάτων, που άφησαν πάνω στους έρημους δρόμους οι «νικητές». Εμείς κερδίσαμε τα μηνύματα όλης της Γης που είναι με την ειρήνη και τη ζωή. Και μ' αυτά τα μηνύματα φυτεμένα στις αειφόρες καρδιές μας θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε. Τώρα είμαστε πιο αποφασισμένοι. Τώρα που είδαμε ακόμα μια φορά τον πόλεμο από κοντά, είμαστε πιο γενναίοι. Τώρα πιστέψαμε πιο πολύ πως τη ζωή δε μας τη χαρίζει κανένας. Εμείς μόνοι μας την κερδίζουμε, με το τραγούδι και τη γροθιά. Οχι με τις ρουκέτες του θανάτου, αλλά με τα τριαντάφυλλα της ζωής και του αγώνα!

Γ. Χ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ
Ριζοσπάστης, 13/4/2003

Δεν υπάρχουν σχόλια: