Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

Πού το πάνε;

Φωτό από το "ΕΘΝΟΣ"

Για δεύτερη μέρα σήμερα χιλιάδες διαδηλωτές,  κατέκλυσαν τους δρόμους γύρω από τη Βουλή. Αποφασισμένοι να διαδηλώσουν την αντίθεσή τους στα βάρβαρα σχέδια και προσανατολισμούς της κάστας των δυναστών που κυβερνούν αυτή τη χώρα, χωρίς πια τη συγκατάθεση του «κυρίαρχου» - κατά πως τους βολεύει - λαού.

Την ώρα που τα ηγετικά στελέχη της κυβέρνησης έδιναν «αγώνα δρόμου» για να «κάμψουν» τις «αντιστάσεις» κάποιων βουλευτών τους, χρησιμοποιώντας αισχρά εκβιαστικά διλήμματα για το «μέλλον της πατρίδας». Την ώρα που βουλευτές - σκέτα ράκη - μιλούσαν από τα μικρόφωνα του κοινοβουλίου εκλιπαρώντας την κατανόησή μας για τη στάση τους, η φωνή του λαού έκανε τα τζάμια της Βουλής να τρίζουν. Τους έστελνε το μήνυμά του.

Οι ώρες περνούσαν και όλο και περισσότεροι έφταναν στο Σύνταγμα από κάθε γωνιά της Αττικής. Οι δημοσιογράφοι των καναλιών γύρναγαν με τις κάμερες και τα ανοιχτά μικρόφωνα, και στον ουρανό πάνω από τα κεφάλια των διαδηλωτών, το ελικόπτερο του σκάι, μετέφερε εικόνα στο στούντιο, όπου από το πρωί και σε όλες τις εκπομπές του σταθμού κυριαρχούσε το θέμα του συλλαλητηρίου και της συνεδρίασης της Βουλής για το πολυνομοσχέδιο.

Οι διαδηλωτές του ΠΑΜΕ είχαν στήσει πολλαπλές αλυσίδες περιφρούρησης της συγκέντρωσης, κάτι που ήταν «πρωτοφανές σε τέτοιο βαθμό» για τον κ. Ν. Γ. Ξυδάκη, αρχισυντάκτη της Καθημερινής, που σχολίαζε τη «μετάδοση» του ξεσηκωμού του λαού. Κι ενώ όλα κυλούσαν «ομαλά», «ήρεμα» και ο λαός διαμαρτύρονταν «πολιτισμένα» (εντός εισαγωγικών οι εκφράσεις των σχολιαστών), η συγκέντρωση έγινε …μπάχαλο!

Τί συνέβη;

Μια ομάδα «κουκουλοφόρων», των λεγόμενων «γνωστών-αγνώστων», επιτέθηκε στη συγκέντρωση με βόμβες μολότωφ (!!!!!) και πέτρες-μάρμαρα (!!!!!) που λίγο πριν κατεδάφιζαν, ανενόχλητοι από την αστυνομία και τις μονάδες των ματ, μπροστά από τις εισόδους των ξενοδοχείων της πλατείας Συντάγματος. Πέτρες, μάρμαρα και μολότωφ, αδιάκριτα και τυφλά, δολοφονικά χτυπήματα από μια ομάδα πιτσιρικάδων δήθεν «αντιεξουσιαστών», δήθεν «αναρχικών», δήθεν «αγωνιστών», δήθεν «πολέμιων» του συστήματος.

Η περιφρούρηση του ΠΑΜΕ αντέδρασε ως όφειλε για να προστατέψει τη διαδήλωση αλλά και τους εαυτούς τους από τα χειρότερα, να αποτρέψει ένα  μακελειό. Μάχες σώμα με σώμα, ξύλο, πέτρες, ανοιγμένα κεφάλια, σπασμένα πόδια, αίμα, φωτιές, τραυματίες ηλικιωμένοι διαδηλωτές, ασθενοφόρα…

Για περίπου σαρανταπέντε λεπτά της ώρας, μια μεγάλη μερίδα διαδηλωτών αποσύρθηκε από το χώρο μπροστά στη Βουλή, και τη θέση τους πήρε η προβολή ενός έργου που το βλέπουμε πολλές φορές σε ανάλογες περιπτώσεις, αλλά με διαφορετικό τον ένα από τους δύο πρωταγωνιστές. Ο ένας λοιπόν από τους δύο μόνιμους πρωταγωνιστές, οι δυνάμεις καταστολής, αυτή τη φορά είχε το ρόλο του θεατή των επεισοδίων.

Άλλο που δεν ήθελε ο κ. Ν. Γ. Ξυδάκης: «γνωρίζουμε την προέλευση της μιας ομάδας των διαδηλωτών (ΠΑΜΕ)» αλλά «δεν ξέρουμε την ταυτότητα της άλλης ομάδας». «Επικρατεί ένας  πρωτόγνωρος κανιβαλισμός» και το …καλύτερο, «οι δυο ομάδες που εμπλέκονται στα επεισόδια, μάχονται για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στη διαδήλωση».

Δεν …είδε ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας του Αλαφούζου, ούτε ποιος ξεκίνησε τα επεισόδια, ούτε ποιος αμύνθηκε. Έπρεπε φυσικά και αυτός να ακολουθήσει για άλλη μια φορά τη γνωστή σιχαμερή και ξεδιάντροπη αντιΚΚΕ γραμμή του συγκροτήματος Αλαφούζου, αγνοώντας περιφρονητικά τα χιλιάδες μάτια των τηλεθεατών του, που έβλεπαν – από τις κάμερες του σταθμού - τι ακριβώς γινόταν στην πλατεία.

Επανέρχομαι όμως στα παλικαράκια με τις κουκούλες. Για άλλη μια φορά απέδειξαν τον προβοκατόρικο ρόλο τους σε σχέση με το εργατικό κίνημα και τις κινητοποιήσεις του λαού. Δεν μπορώ φυσικά να πιστέψω πως ό,τι συνέβη σήμερα το απόγευμα έξω από τη Βουλή, ήταν τυχαίο.

Ήταν τυχαία μήπως η χρονική στιγμή που έκαναν το «ντου» στους συγκεντρωμένους διαδηλωτές;

Ήταν τυχαίο το γεγονός πως δεν αναμίχτηκε στη συμπλοκή η αστυνομία;

Ήταν τυχαίο που ο κόσμος, προς στιγμή, άρχισε να διασκορπίζεται στους γύρω δρόμους για να γλιτώσει το κεφάλι του;

Τα ερωτήματα δε νομίζω πως χρήζουν πολλής σκέψης. Και βέβαια δεν ήταν τυχαία όλα αυτά. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Ήταν ένα σενάριο που ακολουθήθηκε για άλλη μια φορά, μόνο που  σήμερα, άλλαξαν για λίγο οι πρωταγωνιστές.

Ο βασικός πρωταγωνιστής όμως, παραμένει ο ίδιος, χρόνια τώρα. Τα παιδιά  με τις κουκούλες!

Ποια πρόσωπα σκεπάζουν οι κουκούλες;

Τί κρύβεται βαθιά μέσα στον εγκέφαλο αυτού που εκσφενδονίζει μέσα στο πλήθος φωτιά και πέτρες;

Ξέρει πως έτσι μπορεί να σκοτώσει;

Επιδιώκει κάτι τέτοιο;

Δεν είμαι σίγουρος για την απάντηση των τελευταίων ερωτημάτων μου. Για ένα πράγμα όμως είμαι βέβαιος, πρόκειται για χούλιγκανς των διαδηλώσεων. Κατευθυνόμενους.

Δεν έχουν καμιά ιδεολογία, δεν έχουν καν έναν ορθολογικό τρόπο σκέψης. Η συντριπτική τους πλειοψηφία είναι παιδάκια 15-16χρονών, τα ίδια παιδάκια που εκφράζονται σε συνθήκες όχλου, στα γήπεδα ή στις διαδηλώσεις. Είναι κάφροι χωρίς ίχνος σεβασμού στην ανθρώπινη ζωή (πως αλλιώς να εκλάβω τη ρίψη μολότωφ και κοτρόνων μέσα στο πλήθος των διαδηλωτών;). Δεν καταλαβαίνουν πως τους χρησιμοποιεί το ίδιο σύστημα που οι ίδιοι θέλουν να πιστεύουν πως το πολεμούν.

Αυτοί όμως που τους καθοδηγούν, αυτοί που τους οπλίζουν το χέρι, ξέρουν πολύ καλά τη ζημιά που καταφέρνουν στους λαϊκούς αγώνες και διεκδικήσεις. Πετυχαίνουν το στόχο τους που είναι ο αποπροσανατολισμός του λαού από το δρόμο του αγώνα. Ο εκφοβισμός του. Ο στόχος τους είναι να κλειστούμε στο σπίτι. Να μην κατέβουμε στη διαδήλωση. Να φοβηθούμε.

Εκεί το πάνε.

Η κυβέρνηση και τα αφεντικά της μας εξαθλιώνουν, μας ξεζουμίζουν, μας εξευτελίζουν, μας τρομοκρατούν. Χρησιμοποιούν την προπαγάνδα των ΜΜΕ τους , τους κουκουλοφόρους τους, κάθε τι που μπορεί να υποτάξει την αντίδρασή μας. Μας θέλουν υποζύγια, να μη σηκώσουμε κεφάλι. Να βογγάμε αλλά να λέμε πως αυτή είναι η μοίρα μας. Πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα.

Ε, όχι λοιπόν. Δεν είναι αυτή η μοίρα μας. Χτες και σήμερα δείξαμε πως μπορούμε, ν’ ανταμώσουμε στους δρόμους, να εκφραστούμε, να προτείνουμε. Τους δείξαμε πως είμαστε πολλοί, είμαστε ο λαός, πως δεν έχει άλλη ανοχή στα σχέδιά τους, τέρμα στην «υπομονή». Τέλος η αναμονή. Βλέπουμε πεντακάθαρα πια πως δίνουν τα ρέστα τους, δεν έχουν άλλες αντοχές. Ακόμα κι αν ψηφίσουν το πολυνομοσχέδιο, μετράνε μέρες στην κυβέρνηση.

Να καταλάβουμε επιτέλους τη δύναμή μας. Πως μπορούμε να πάρουμε το μέλλον στα χέρια μας. Πως αυτοί μας φοβούνται. Θα έρθουν ακόμα χειρότερες μέρες, αν μείνουμε εδώ, στις 19-20 Οκτώβρη. Εμείς, ο λαός, να το καταλάβουμε αυτό και να μην κάνουμε πίσω, τώρα. Να μη χύσουμε την καρδάρα με το γάλα…

Σημείωση εκ των υστέρων:

όταν γράφτηκαν αυτές οι γραμμές, δεν είχε γίνει γνωστός ο θάνατος του συναδέλφου οικοδόμου και συναγωνιστή Δ. Κοτζαρίδη, θύμα της επίθεσης των κουκουλοφόρων. Χοντραίνουν το "παιχνίδι" λοιπόν οι προβοκάτορες κουκουλοφόροι και οι προστάτες-καθοδηγητές τους. Να μη "μασήσουμε" όμως. Να μην κάνουμε πίσω. Να βαδίσουμε εμπρός πιο μαχητικά, πιο οργανωμένα και πιο αποφασιστικά. Να πάρει ο λαός την κατάσταση στα χέρια του. Και να βάλει τον κάθε κατεργάρη στον πάγκο του.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Δεν περισσεύει κανείς!

Σε λίγες ώρες ξημερώνει μια άλλη μέρα...

Σήμερα πήραν μια γεύση!



Αύριο θα δίνουμε τη μάχη άπ' εξω...

...να μην περάσουν μέσα τα σχέδιά τους!



Δεν είμαστε μόνοι!

Δεν μπορούν να σταματήσουν το δίκιο!

ΔΕΝ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ!

Απεργία - Ρήγας Γκόλφης

Ρήγας Γκόλφης (1886-1958)

Ένα ποίημα του Ρήγα Γκόλφη που γράφτηκε μάλλον το 1908, η ορθογραφία είναι του ποιητή:

Απεργία

Στη στράτα αργοδιαβαίνει της εργατιάς το πλήθος.
Φαρμάκι έχει στα χείλη, κομένη την ορμή,
κι ο πόνος που συντρίβει τα’ αράθυμό του στήθος
θεριέυει το κορμί.

Πού πάει συμαζωμένο, το έλεος να γυρέψει;
Ποιος άρχοντας θ’ ακούσει, ποια πόρτα θ’ ανοιχτεί;
Με τα’πραγα τα λόγια τί πάει να ζητιανέψει,
να γείρει να κλαυτεί;

Το τέρας της ανάγκης που τη ζωή του θλίβει,
νεκρώνει την αγάπη, μαραίνει τα’ αγαθά,
θα πάψει να τραντάζει το μαύρο του καλύβι,
το Χάρο να βοηθά;

Ω συνοδειά θλιμένη, του δίκιου τον αγώνα
σα θέλεις να κερδίσεις, μη σκύβεις και δειλιάς.
Και πως θα διαφεντέψεις με λυγισμένο γόνα
τη μοίρα της δουλειάς;

Τη δύναμή σου νιώσε κ’ υψώσου προς τον ήλιο.
Την πάναγνή σου ρώτησε, τη σιδερένια υγειά,
θεούς να τα λατρέψεις. Του κόσμου το βασίλειο
ζωντάνεψε, ραγιά.

Το πείσμα του δυνάστη, που τη χαρά μολεύει,
τα λούλουδα σκοτώνει, στερεύει την πηγή,
θα το συντρίψει, μάθε, το χέρι που δουλεύει
κι αναμετρά τη γη.

Ο Ρήγας Γκόλφης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Δημητριάδη) γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε στη συνέχεια ως συμβολαιογράφος. Συνεργάστηκε με το περιοδικό ο Νουμάς, στις σελίδες του οποίου δημοσίευσε αρχικά νομικά κείμενα και στη συνέχεια την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τα τραγούδια του Απρίλη (1909). Ακολούθησε η δεύτερη ποιητική συλλογή Ύμνοι, στην οποία ανιχνεύονται στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού σοσιαλιστικού προσανατολισμού. Στις επόμενες συλλογές του στράφηκε προς μια έντονα ερωτική και αισθησιακή γραφή. Η ποίηση του Γκόλφη κινήθηκε γενικότερα στα χνάρια της σχολής του Παλαμά και πρόβαλε τη δημοτικιστική γλωσσική έκφραση. Πέθανε στην Αθήνα.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Οι οικοδόμοι στην πρωτοπορία των αγώνων! (φωτογραφικό αφιέρωμα)

Μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου, και τη διάψευση των προσδοκιών του, ο λαός μας πάλευε από τη μια να επιβιώσει στις δύσκολες μέρες που του ξημέρωναν, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές του. Πολλές χιλιάδες αγωνιστών της Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού, πήραν  το δρόμο της υπερορίας.

Άλλοι, οι περισσότεροι, έφυγαν «κυνηγημένοι» από τα χωριά τους προς τις μεγάλες πόλεις και, κυρίως, την Αθήνα. Η «ατμομηχανή» της οικοδομής έπαιρνε μπρος, η ανοικοδόμηση γεννούσε συνεχώς ανάγκες για εργατικά χέρια, και το «ελεύθερο» επάγγελμα του οικοδόμου γινόταν περιζήτητο.

Όλος αυτός ο εργατικός κόσμος, άνθρωποι κατά κανόνα αγράμματοι ή έστω χαμηλής μόρφωσης, σήκωσαν με τις πλάτες τους τις πολυκατοικίες που στέκουν αγέρωχα ως σήμερα, πότισαν τα θεμέλιά τους με ποτάμια ιδρώτα, και πολλές φορές με το αίμα τους. Έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης από τους εργολάβους και το κράτος. Δούλεψαν με χαμηλά μεροκάματα, χωρίς ωράριο, χωρίς ασφαλιστικά δικαιώματα, χωρίς ιατρική περίθαλψη. Γέμισαν χρυσάφι,  με τη δύναμη των μπράτσων τους, τις τσέπες των αφεντικών, άλλοι σακατεύτηκαν, άλλοι δεν πήραν ποτέ σύνταξη.

Παρά την ύπαρξη εργατικών σωματείων ανά ειδικότητα, ιδρυμένα από τις αρχές του 20ου αιώνα, και μερικά από τα τέλη του 19ου, δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί ένα δυναμικό ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, ανάλογο άλλων κλάδων εκείνης της εποχής. Τέλη της δεκαετίας του ΄50, αρχές αυτής του ΄60, αναπτύσσεται στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας και πρώτα απ’ όλα στην Αθήνα, το δοξασμένο,  ταξικό, διεκδικητικό, συνδικαλιστικό κίνημα των οικοδόμων.

Οι οικοδόμοι, μαχητές στο γιαπί και στη ζωή, έβαλαν πλάτη στην ανασύνταξη των σωματείων τους σε ταξική κατεύθυνση, κατάφεραν να αποτινάξουν τους εγκάθετους εργατοπατέρες της Ομοσπονδίας τους αλλά και πολλών Εργατικών Κέντρων, πύκνωσαν τις γραμμές τους και άφησαν εποχή με τις ιστορικές απεργίες τους αλλά και άλλων μορφών κινητοποιήσεις, δείχνοντας το δρόμο της σύγκρουσης με την άρχουσα τάξη και τις κυβερνήσεις-εκφραστές της. Διεκδίκησαν και κατέκτησαν μια σειρά από δικαιώματα που έκαναν αίσθηση στην κοινωνία (π.χ. το πενθήμερο-εφτάωρο) και παρέσυραν κι άλλα κομμάτια της εργατικής τάξης στο μονόδρομο των αγωνιστικών διεκδικήσεων.

Αυτοί οι αγώνες αποτυπώνονται – εν μέρει -  στις φωτογραφίες αυτές. Από την ιστορική απεργία του Δεκέμβρη του 1960, μέχρι τις μέρες μας. Διακρίνω σ’ αυτές πολλούς παλιούς – κυρίως – συναδέλφους, κάποιοι δε βρίσκονται στη ζωή, ξεχωρίζω νεότερους συναδέλφους, γνωστούς, κάποιους φίλους, παλιούς γείτονες. Στις φωτογραφίες αυτές – κυρίως στις ασπρόμαυρες - κυριαρχεί η μορφή του πατέρα μου, παλιού αγωνιστή συνδικαλιστή, και - επιτρέψτε μου την προσωπική αναφορά -  σε κάποιες, λίγες, είμαι δίπλα του, έφηβος γεμάτος ενθουσιασμό και ορμή. Και σε άλλες βέβαια, αργότερα, όντας συνειδητοποιημένος πια οικοδόμος, μαζί με άλλους φίλους συναδέλφους.

Αυτό το φωτογραφικό αφιέρωμα στους αγώνες των οικοδόμων έχει διπλή σημασία. Είναι ένας φόρος τιμής σε όλους αυτούς τους παλιούς συναδέλφους που αγωνίστηκαν για να έρθουν οι καλύτερες μέρες στον τόπο μας, που βράχνιασαν οι φωνές τους, που πρήστηκαν τα ποδάρια τους, που ακόνισαν τη σκέψη και τη συνείδησή τους με τη δύναμη των ιδεών του δίκιου και της κατάργησης της εκμετάλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Που μαζί με τις διεκδικήσεις τους για εργασιακά, ασφαλιστικά και άλλα δικαιώματα, φύτευαν το σπόρο του αγώνα για αλλαγή αυτού του άδικου και απάνθρωπου καπιταλιστικού συστήματος και το χτίσιμο μιας κοινωνίας δίκαιης, ανθρώπινης, σοσιαλιστικής.

Σήμερα, που ο λαός μας δοκιμάζεται σκληρά από την κρίση των καπιταλιστών και των μεταξύ τους αντιθέσεων, σήμερα που στέκεται στην άκρη του βούρκου, παρακολουθώντας τρομαγμένος τη μάχη των βουβαλιών-κερδοσκόπων, το ζητούμενο είναι να αντιδράσει. Να αντιδράσουμε. Να διδαχτούμε από τους αγώνες των παλαιότερων, από την αποφασιστικότητα, από τη μαχητικότητα τους, από τα νικηφόρα αποτελέσματά τους. Τα περιθώρια στενεύουν. Η θηλιά που μας πέρασαν στο λαιμό, σφίγγει ολοένα και πιο πολύ.

Στις 19-20 του Οκτώβρη, Τετάρτη και Πέμπτη, πρέπει να πλημμυρίσουμε το κέντρο της Αθήνας. Να βουλιάξει η πλατεία Συντάγματος. Να τους δείξουμε ότι βγαίνουμε από τη γωνία. Μπαίνουμε στο προσκήνιο. Πρωταγωνιστές. Είμαστε πολλοί και είμαστε εδώ! Το χρωστάμε στους παλιούς αγωνιστές. Το χρωστάμε στα παιδιά μας. Το χρωστάμε στη συνείδησή μας. Πρέπει στη δυσαρέσκεια, στην πίκρα, στον πόνο, στην αηδία, στο μίσος, στην απογοήτευση, στο φόβο, στην απελπισία, στον τρόμο για το αβέβαιο μέλλον μας, να δώσουμε διέξοδο. Η μόνη διέξοδος είναι ο αγώνας. Αγώνας οργανωμένος, συντεταγμένος και αποφασιστικός, μέχρι την πρώτη μικρή μας νίκη που θα μας σπρώξει σε άλλες, μεγαλύτερες, μέχρι την τελική δικαίωση…

Και οι οικοδόμοι θα είναι πάλι στην πρωτοπορία!


1960

1960

1960
 
1960

1960

1960

1966


1977

1977

1980

1981

1981

1982


1984

1985

1985

1985

1985

1985

1987

1989

1992

1996

2000

2001

2001

2001

2001

2001

2002

2004

2004

2004

2004

2005

2007

2009

2011

Αγώνας μέχρι τη νίκη!

Πηγές φωτογραφιών:
«Οικοδόμος» (αρχείο)
Ομοσπονδία Οικοδόμων
ΑΣΚΙ
«Ριζοσπάστης»
«Αυγή»

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

"Ντέρμπι" δυο κόσμων


Να καρφώσουμε τη "μπάλα" στα δίχτυα τους!

Η αναζήτηση ενός παλιού βιβλίου με οδήγησε σήμερα στην οδό Ιπποκράτους. Κατέβηκα την Αλεξάνδρας με τα πόδια, από το σταθμό του μετρό. Η ατμόσφαιρα μουντή, ο ουρανός φορτωμένος με μπόλικη βροχή που τελικά δεν έπεσε. Ανάλογη και η ατμόσφαιρα στο λεωφορείο και στο μετρό. Πρόσωπα σιωπηλά, σκοτεινά και ανέκφραστα. Μόνο κάποιοι πιτσιρικάδες διατάρασσαν την «ησυχία», κι ένας πλανόδιος μουσικός καλλιτέχνης. Στο πεζοδρόμιο ήθελε μια επιδεξιότητα να ελιχθείς ανάμεσα στους σωρούς των σκουπιδιών και άλλες ακαθαρσίες.

Περνώντας έξω από ένα περίπτερο κοντοστάθηκα για να χαζέψω τους τίτλους των εφημερίδων. Η ματιά μου έπεσε στα μεγάλα κόκκινα γράμματα μιας από τις λεγόμενες «αθλητικές» εφημερίδες: «ΝΤΕΡΜΠΙ ΔΥΟ ΚΟΣΜΩΝ». Αναφορά στην αποψινή αναμέτρηση, στο ντέρμπι μεταξύ των ομάδων ποδοσφαίρου της ΑΕΚ και του Ολυμπιακού. Όπως πάντα, υπερβολές, τροφή για πεινασμένους φανατικούς οπαδούς…

Ο συνειρμός αναπόφευκτος, με την άλλη - την πραγματική - αναμέτρηση που διεξάγεται στο «τερέν» της καθημερινότητας. Μιας πραγματικά δύσκολης και σκληρής αναμέτρησης, που το αποτέλεσμά της θα κρίνει το μέλλον μας αλλά και κάμποσων επόμενων γενεών. Ένα «ματς» - καθοριστικής σημασίας - για την τελική έκβαση αυτής της διαρκούς αναμέτρησης θα διεξαχθεί στις 19-20 του Οκτώβρη. Η 48ωρη απεργία που κήρυξαν συνδικαλιστικοί φορείς και ταξικά συνδικάτα και ενώσεις, το ΠΑΜΕ. Ένα «ματς» δίχως αύριο!

Εδώ λοιπόν συγκρούονται δύο «ομάδες», δύο πραγματικά διαφορετικοί κόσμοι. Από τη μια το καπιταλιστικό σύστημα. Το μεγάλο κεφάλαιο και η πλουτοκρατία. Βιομήχανοι, εφοπλιστές, τραπεζίτες, η κυβέρνησή τους και τα δεκανίκια της, άλλα κόμματα που στηρίζουν την πολιτική της και κομματάρχες, πουλημένοι «συνδικαλιστές», οι μηχανισμοί καταστολής και τρομοκρατίας, ιδεολογικής, σωματικής και ψυχολογικής. Πρόκειται για την ακριβή ομάδα. Εδώ πέφτουν τα πολλά λεφτά, σε έμψυχο δυναμικό και σε υποδομές.

Δικά τους τα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια, οι μεγάλες εφημερίδες και οι μεγάλοι ραδιοφωνικοί σταθμοί. Με τα λεφτά τους αγόρασαν εύκολα τις συνειδήσεις αυτών που ιδρώνουν μπροστά στους τηλεοπτικούς προβολείς για να πείσουν το λαό πως η πολιτική της κυβέρνησης έχει στόχο το καλό της πατρίδας. Οι ίδιες αυτές πουλημένες συνειδήσεις κατατρομοκρατούν το λαό όταν πάει ν’ αμφισβητήσει αυτή την πολιτική, ν’ αντιδράσει. Κι όταν δεν μπορούν πια να τον πείσουν, κι ο λαός βγει στο δρόμο, αναλαμβάνουν δράση οι «άλλες» δυνάμεις.

Μπορεί για όλους εμάς να υπάρχει η «κρίση». Τα παιδιά μας να προσπαθούν να μάθουν γράμματα σε σχολεία χωρίς δασκάλους και βιβλία. Να ευχόμαστε να μην αρρωστήσουμε γιατί τα δημόσια νοσοκομεία – όσα θα αποφύγουν το κλείσιμο – ακρίβηναν τις - «δωρεάν» κατά τα άλλα - υπηρεσίες τους. Στις κρατικές υπηρεσίες κάποιοι ευσυνείδητοι υπάλληλοι να αγοράζουν ρεφενέ χαρτί και μελάνια. Το κράτος να χρωστάει στους πολίτες και να μην πληρώνει τις υποχρεώσεις του.

Υπάρχει όμως ένας τομέας που και προσλήψεις προσώπων γίνονται, και προμήθειες καινούργιων όλο και πιο σύγχρονων  μέσων, και «αναλώσιμα υλικά» αγοράζονται και ξοδεύονται αβέρτα. Η καταστολή των λαϊκών κινητοποιήσεων και τα όργανά της δεν ξέρουν τι θα πει «κρίση». Αλλά είπαμε, πρόκειται για την πλούσια ομάδα.

Απέναντι σ’ αυτή την ομάδα, με τα πολλά λεφτά και τα μεγάλα αστέρια, που έχει παραταχθεί, πλήρης, πανέτοιμη και απαστράπτουσα, έρχεται να σταθεί μια άλλη ομάδα. Μην περιμένετε να δείτε εδώ τηλεσελέμπριτις, ολόλευκες οδοντοστοιχίες και βαρύτιμα ρολόγια σε κομψούς καρπούς.

Εδώ συμπαρατάσσονται πρόσωπα συνταξιούχων σκαμμένα απ’ την αξίνα του χρόνου, με άγουρα χαμόγελα μαθητών και φοιτητών. Τα ροζιασμένα χέρια εργατών, με τα κουρασμένα μάτια των γραφιάδων. Νοικοκυρές σε απόγνωση για το παρόν και το μέλλον των οικογενειών τους, με μέλη της λεγόμενης "μεσαίας" τάξης. Δοκιμαζόμενοι ιδιοκτήτες μικρομάγαζων με απελπισμένους άνεργους.

Ομάδα χωρίς πλούσιους χορηγούς, χωρίς σύγχρονα τεχνικά μέσα. Έχει όμως κάτι αυτή η ομάδα που λείπει από τους πλούσιους αντιπάλους της: ψυχή. Φτάνει όμως αυτό για να νικήσεις; Ο αντίπαλος είναι πανίσχυρος, απαρτίζεται από βιρτουόζους που ξέρουν να παίζουν πολλά συστήματα, δεν κερδίζεται με γιουρούσια και «αέρααα».

Χρειάζεται πρώτα απ’ όλα να κατανοήσουμε τη θέση μας στο γήπεδο-κοινωνία. Ποια είναι η τάξη μας, ποια τα συμφέροντά μας, ποιους έχουμε απέναντί μας. Πως δε μας ενώνει τίποτα μαζί τους. Αντίθετα, μας χωρίζουν τα πάντα. Ξεκινάμε τον αγώνα με καλές προϋποθέσεις, δεν είμαστε χαμένοι από χέρι. Μπορεί να φαντάζουν ανίκητοι αλλά δεν είναι. Έχουν τρωτά σημεία. Να καταλάβουμε τη σπουδαιότητα της αναμέτρησης. Ότι είναι ματς δίχως αύριο. Τελικός.  Πρέπει να τα δώσουμε όλα!

Έπειτα, έχουμε ένα έγκυρο και αξιόπιστο αγωνιστικό πλάνο από έναν, δοκιμασμένο στα δύσκολα ματς, έμπειρο προπονητή-καθοδήγηση του αγώνα. Αυτός θα οργανώσει όλες τις δυνάμεις που διαθέτει η ομάδα. Θα εμφυσήσει στους αγωνιζόμενους την πειθαρχία, την αισιοδοξία και την πίστη για το νικηφόρο τελικό αποτέλεσμα. Αυτός αλλά και η απόδοση της ομάδας στα πρώτα λεπτά του αγώνα, θα ανεβάσουν το ηθικό των παικτών. Ή το αντίθετο.

Και όπως σε όλες τις αναμετρήσεις, τη διαφορά θα την κάνει ο λεγόμενος «δωδέκατος παίκτης». Η κερκίδα, η συμμετοχή του λαού! Πρέπει ο καθένας μας να καταλάβει την κρισιμότητα των στιγμών. Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη αναμέτρηση. Κρίνονται πολλά από το αποτέλεσμα του αγώνα της 19-20 Οκτώβρη. Να κατακλύσουμε το "γήπεδο". Να γίνουμε ένα με την ομάδα. Είμαστε όλοι μέλη αυτής της ομάδας. Να γίνουμε πρωταγωνιστές. Η αγανάκτηση, η οργή και ο πόνος , που πηγάζουν από τη διαμορφούμενη εξαθλίωσή μας, να γίνουν ωκεανός και να τους πνίξει.

Βαρεθήκαμε – δε νομίζετε; - να παίζουμε μια ζωή άμυνα. Να κρατάμε τα μετόπισθεν με νύχια και με δόντια, ν’ αποκρούουμε τις επιθέσεις του αντιπάλου και να μην περνάμε τη γραμμή του κέντρου του γηπέδου. Μας πήρανε χαμπάρι, σε λίγο οι αντίπαλοι θα πέφτουν στη μεγάλη μας περιοχή για να κερδίσουν το πέναλτι. Ο διαιτητής είναι δικός τους, τα’ χει πιάσει, θα τους το δώσει και μετά θα σφυρίξει τη λήξη του αγώνα. Τότε θα είναι αργά…

Πρέπει να βγούμε στην αντεπίθεση.  Θα χρειαστεί να επιστρατεύσουμε όλες μας τις δυνάμεις. Να ιδρώσουμε τη φανέλα και αν χρειαστεί να τη ματώσουμε κιόλας. Να διασπάσουμε την άμυνά τους. Να καρφώσουμε τη μπάλα στα δίχτυα τους. Μπορούμε να τους νικήσουμε!

Να καταλάβουμε όλοι εμείς που καθημερινά διαμαρτυρόμαστε στη δουλειά, στο σπίτι και στην παρέα μας, πως αν χάσουμε κι αυτό το «ματς», δεν θα έχουμε χάσει απλά έναν ακόμα αγώνα. Θα έχουμε "πέσει  κατηγορία", κι ο υποβιβασμός μας σε κάθε επίπεδο, θα είναι μια σκληρή και αδυσώπητη πραγματικότητα...

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Η ιστορία του εργατικού κινήματος μας διδάσκει


Στις αρχές του 1911, Γενάρη μήνα, απεργούν οι τραμβαγέρηδες της Αθήνας. Η Ηλεκτρική Εταιρεία είχε πάρει την απόφαση να διαλύσει το σωματείο τους. Έβλεπε πως οι εργάτες της όλο και σήκωναν κεφάλι και γι αυτό θέλησε να τους κάνει έναν αιφνιδιασμό και να τους χτυπήσει εκεί που χρειαζόταν. Έτσι η Εταιρεία έριξε το σύνθημα:

«Να διαλυθεί ο σύνδεσμος των τροχιοδρομικών.»

Οι τραμβαγέρηδες απάντησαν με απεργία, που δείχνει ολοφάνερα πως οι εργάτες – αν και την εποχή εκείνη ο Θεοδωροπουλικός ρεφορμισμός ήταν στις δόξες του – με το ταξικό τους ένστιχτο, γράφουν μια από τις πιο λαμπρές σελίδες της Ιστορίας του εργατικού μας κινήματος.

Η απεργία κηρύχτηκε στις 21 του Γενάρη. Η κίνηση αμέσως σταμάτησε ολότελα. Οι απεργοσπάστες είναι πολύ λίγοι. Οι δύο πρώτες μέρες πέρασαν ήσυχα. Την τρίτη όμως μέρα η Εταιρεία γυρεύει να βάλει σε κίνηση μερικά τραμ, χρησιμοποιώντας απεργοσπάστες. Αυτό το είχαν αποβραδίς μάθει οι απεργοί και από πρωί μπλοκάρουν το αμαξοστάσιο, φέρνουν μάλιστα μαζί τους και τις γυναίκες και τα παιδιά τους.

Έτσι η απεργία παίρνει επαναστατικό χαραχτήρα.

Το θέαμα της απεργιακής αυτής εξέγερσης δεν το ξανάδε η Αθήνα. Οι τραμβαγέρηδες, με την αποφασιστική τους στάση και τον ηρωισμό τους, δείξανε πως και στην Ελλάδα το εργατικό κίνημα έχει ζωντάνια. Η κυβέρνηση στέλνει στρατό και η συνοικία της Αγίας Τριάδας στρατοκρατείται. Η μάντρα της Λαχαναγοράς θαρρείς πως είναι στρατώνας. Οι απεργοί όμως δεν τρομοκρατούνται.

Είναι πρωί ακόμα (24 του Γενάρη) κι ακούονται φωνές και τραγούδια. Έρχεται μια ομάδα από τσιγαράδες κι αρβυλοεργάτες του Εργατικού Κέντρου. Μπροστά ανεμίζει το κόκκινο λάβαρο του Σοσιαλιστικού Ομίλου των τσιγαράδων, ενώ οι εργάτες σιγοτραγουδούν κάποιο σοσιαλιστικό μαρς. Οι απεργοί βάζουν αφτί ν ακούσουν το τραγούδι. Μερικοί, είναι αλήθεια, στραβομουτσουνιάζουν.

«Ουφ! κι αυτοί οι σοσιαλιστάδες. Τι τα θέλουμ εμείς αυτά…»

Οι πιο πολλοί, όμως, ενθουσιάζονται. Ο ερχομός των τσιγαράδων και των αρβυλοεργατών τούς δίνει κουράγιο. Είναι, μπορούμε να πούμε, ο αρραβώνας της εργατικής, της ταξικής αλληλεγγύης. Οι ώρες περνούν με συζητήσεις, φωνές, γέλια και λογής λογής σχόλια γύρω στην απεργία. Πλησιάζει δέκα και μισή, όταν φτάνουν ο εισαγγελέας Σπηλιάδης, ο ανακριτής Φωκάς, ο διευθυντής της Αστυνομίας κι ο νομάρχης Παπαμιχαλόπουλος.

Τα πνεύματα ήταν ερεθισμένα. Η κυβέρνηση φαινόταν σαστισμένη. Η «Εστία» απειλούσε. Πρέπει να πάρει τέλος, έγραφε, αυτή η απεργία. Ο ένας ύστερα από τον άλλο οι πλουτοκράτες Στρατούλης, Νεγρεπόντης, Οικονομίδης, Μπενάκης πηγαίνουν στον Βενιζέλο και διαμαρτύρονται: Ακούς εκεί απεργίες; Πρέπει να τσακιστούν όσο είναι καιρός. Καλομάθανε. Μα, δεν υποφέρονται!.. Ο ιδιοκτήτης της «Πατρίδος» Σίμος, σαν τη λυσσασμένη μαϊμού, βγάζει σάλιατα και φοβερίζει το Βενιζέλο «διά την χλιαράν στάσιν του απέναντι της απεργίας».

Να μην τα πολυλογάμε, το σύνθημα της κεφαλαιοκρατίας ήταν: Βαράτε!

Ο Βενιζέλος όμως, πιο πονηρός και πιο έμπειρος, τους καθησυχάζει. Δε βιάζεται. Στέλνει τον Θεοδωρόπουλο να δώσει στους απεργούς υποσχέσεις για να λύσουν την απεργία. Η βενιζελική ταχτική πέτυχε. Οι απεργοί παρασύρθηκαν κι αναθέσανε στον Θεοδωρόπουλο να πάει στον Βενιζέλο να του ζητήσει να μεσολαβήσει η κυβέρνηση για να δεχτεί η Εταιρεία τα περισσότερα αιτήματά τους.

Ο Βενιζέλος αρχίζει να τρίβει τα χέρια από τη χαρά του. Ετυχε να βρεθεί τότε στο υπουργείο των Εσωτερικών, μαζί με τον Ρέπουλη, και γυρίζοντας του λέει: «Τα βλέπεις; Η ταχτική μου έφερε αμέσως το αποτέλεσμα που περίμενα». Και χωρίς να χάσει καιρό παίρνει ύφος θυμωμένου και λέει στον Θεοδωρόπουλο να πει στην επιτροπή των απεργών πως η κυβέρνηση «θ αναλάβη να υποστηρίξη όλα τα αιτήματα των απεργών και θ ασκήση όλην την προς τούτο επιρροήν της διά να γίνουν δεκτά παρά της Εταιρείας, υπό έναν και απαράβατον όρον, να αναλάβουν πρώτον οι απεργοί εργασίαν».

Ο Θεοδωρόπουλος κατέβηκε ν ανακοινώσει στους απεργούς τις κυβερνητικές υποσχέσεις και με τρόπο άρχισε να κάνει προπαγάνδα για τη διάσπαση της απεργίας. Βρήκε όμως τους απεργούς ενωμένους. Σε λίγο ο ίδιος, μαζί με κοινωνιολόγους βουλευτές, πήγε να βρει τον Ρέπουλη για να σκεφτούν για νέα λύση, μια που οι απεργοί ήταν ερεθισμένοι.

Πριν ακόμα πάει η παραπάνω επιτροπή από τον Θεοδωρόπουλο και τους κοινωνιολόγους βουλευτές στο Βενιζέλο για να του ανακοινώσει πως αποφασίστηκε από δαύτους – όχι όμως κι από τη μάζα – να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση για το σταμάτημα της απεργίας, η Αστυνομία και η Εισαγγελία βγάλανε πολλά εντάλματα για συλλήψεις.

Είχε πια νυχτώσει και οι ώρες περνούσαν. Κοντεύανε μεσάνυχτα. Έξω χιόνιζε. Μα οι απεργοί ήταν στις θέσεις τους. Ο αστυνόμος Μαρούδας με μια κουστωδία από χωροφύλακες πάει να πιάσει την απεργιακή επιτροπή, μα τα βρίσκει σκούρα. Οι απεργοί αντιστέκονται. Πέφτουν πυροβολισμοί. Ένας από τους απεργούς φρουρούς, ο Σκούτελας, κρατάει καλά τη θέση του. Οι δυο άλλοι, ο Αναστασίου και ο Γεωργίου, ξεφεύγουν με τρόπο και πάνε και χτυπάνε την καμπάνα. Σωστός συναγερμός. Η οδός Πειραιώς γεμίζει από κόσμο, φωνές, ποδοβολητά αλόγων, βρισιές, κακό μεγάλο. Η μάχη αρχίζει.

«Ζήτω η απεργία», ακούεται μια φωνή, και με μιας χίλια στόματα φωνάζουν: «Ζήτω η απεργία!» Την απάντηση στη ζητωκραυγή αυτή τη δίνει ένας αξιωματικός με τη διαταγή:

«Πυρ!»

Το Πεζικό αρχίζει τις τουφεκιές και το Ιππικό κάνει επέλαση. Μάχη σωστή. Στήνονται οδοφράγματα. Οι απεργοί, καταμεσής του δρόμου, ταμπουρώνονται με ό,τι βρούνε μπροστά τους. Στο αναμεταξύ έρχεται κι άλλος στρατός. Οι απεργοί είναι περικυκλωμένοι από παντού. Αν και τα χέρια τους είναι ξυλιασμένα από την παγωνιά της νύχτας, ωστόσο κρατούν καλά τα πιστόλια τους. Σημαδεύουν και ρίχνουν.

Δε δειλιάζουν. Σπάζουν κιόλας τη στρατιωτική ζώνη και τραβούν για τα γραφεία του σωματείου τους. Το Ιππικό κάνει νέα επέλαση. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Φτάνουν, τέλος, μπροστά στα γραφεία κι αντιστέκονται όσο μπορούν στην επίθεση της κρατικής βίας. Οι πόρτες του γραφείου του σωματείου τους σπάζουν. Ο στρατός είναι πολύς κι έχει πιάσει όλα τα πόστα. Δε λιγοψυχούν, μα και δε βαστούν άλλο. Η αντίστασή τους κλονίζεται. Όμως, δε χάνουν το ηθικό τους. Υποχωρούν, μα δεν παραδίνονται. Αρχίζει τότες το κυνηγητό και οι συλλήψεις.

Έτσι η απεργία λύθηκε την άλλη μέρα, στις 26 του Γενάρη, και η Εταιρεία αναγκάστηκε να ξαναπάρει όλους τους απεργούς.

Ποιος νίκησε; Κανένας. Ούτε οι απεργοί, ούτε η Εταιρεία.

Ωστόσο κάποιο μεγάλο δίδαγμα για τους εργάτες βγήκε από την απεργία αυτή. Ήταν το βάφτισμά τους στους ταξικούς αγώνες.

(απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Κορδάτου: Ιστορία του Ελληνικού εργατικού κινήματος, Ζ΄ έκδοση, εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα 1972)