Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

ΟΧΙ στην κατάργηση των ΒΑΕ! Απόψε η σύσκεψη της Ομοσπονδίας Οικοδόμων

Η Ομοσπονδία Οικοδόμων Ελλάδας διοργανώνει απόψε στις 18:30 σύσκεψη για την οργάνωση δράσης ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης για την κατάργηση των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων (ΒΑΕ), απευθύνοντας πλατύ κάλεσμα συμμετοχής σε Ομοσπονδίες, Συνδικάτα και εργαζόμενους. Η σύσκεψη θα πραγματοποιηθεί στο ξενοδοχείο «ΣΤΑΝΛΕΫ» Οδυσσέως 1, πλ. Καραϊσκάκη.

Στην πρόσκληση της Ομοσπονδίας στη σύσκεψη επισημαίνεται μεταξύ άλλων: «Καμιά αυταπάτη, καμιά εμπιστοσύνη. Το έργο είναι στημένο, προσπαθούν με δημοκρατικοφανή περιτύλιγμα να μας φορτώσουν 5-7 χρόνια στην πλάτη, να κάνουν ακόμα φθηνότερο το μεροκάματο. Η κατάργηση των ΒΑΕ αποτελεί απαίτηση του κεφαλαίου εδώ και αρκετά χρόνια, σήμερα αξιοποιούν την καπιταλιστική κρίση για να δικαιολογήσουν αυτό που χρόνια σχεδίαζαν».


[Η συρρίκνωση της λίστας των ΒΑΕ είναι διακηρυγμένος στόχος των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ τουλάχιστον τα τελευταία δέκα χρόνια. Στόχος της συρρίκνωσης είναι μέσω αυτής να καταργηθούν και τα δικαιώματα που απορρέουν από την ένταξη ενός επαγγέλματος στα ΒΑΕ προκειμένου να προστατευτεί ως ένα βαθμό η υγεία και τελικά η ζωή του ίδιου του εργαζόμενου. Δικαιώματα που για τους κεφαλαιοκράτες σημαίνει επιπλέον κόστος και θέλουν να το μειώσουν, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ανεπανόρθωτες βλάβες για την υγεία των εργατών.

Η στοχοπροσήλωση των κυβερνήσεων του κεφαλαίου, στην εξυπηρέτηση των αναγκών του, είναι σήμερα περισσότερο από εμφανής. Χαρακτηριστικές για αυτό είναι οι εξελίξεις με το πρόσφατο πόρισμα της Επιτροπής που είχε συστήσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Πριν όμως αναφερθούμε στο ίδιο το πόρισμα και την αντίδραση της κυβέρνησης, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το εξής: Ανεξάρτητα το τι περιέχει το κάθε πόρισμα αυτές οι Επιτροπές εξ ορισμού λειτουργούν ως «νομιμοποιητικοί» παράγοντες της αντεργατικής πολιτικής που χαράζουν τα μονοπώλια μέσω των κυβερνήσεών τους.

Ντύνουν με έναν επιστημονικοφανή μανδύα την αντεργατική - αντιλαϊκή πολιτική, προσδίδουν ένα δήθεν επιστημονικό κύρος σε αυτή. Είναι και αυτός ένας από τους τρόπους με τον οποίο επιδιώκουν να καλλιεργήσουν την αντίληψη στη συνείδηση των εργαζομένων ότι αυτά τα μέτρα είναι αναπότρεπτα, μόνο έτσι μπορεί να γίνει. Και αυτή την προσπάθεια η ΓΣΕΕ τη στηρίζει συμμετέχοντας και η ίδια σε τέτοιες Επιτροπές.

Τονίσαμε και πιο πάνω ότι οι σημερινές εξελίξεις για το ζήτημα αυτό δείχνουν ότι το χτύπημα των ΒΑΕ έχει ήδη αποφασιστεί πολύ καιρό πριν και απλώς τα πολιτικά όργανα του κεφαλαίου περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για την εφαρμογή τους.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πόρισμα της Επιτροπής (για τη διάλυση των ψευδαισθήσεων είναι ανάγκη να σημειώσουμε ότι δεν αποκλείεται να αλλάξει μεθαύριο) δε δίνει την επιστημονικοφανή δικαιολογία που θα ήθελε η κυβέρνηση.

Συγκεκριμένα επισημαίνει: «Στο πνεύμα των επισημάνσεων που καταγράφηκαν και από προηγούμενες Επιτροπές, οι προτάσεις για εξαίρεση εργαζομένων που ήδη υπάγονται στα ΒΑΕ σήμερα (χωρίς να υπάρχουν ειδικές μελέτες) θα κινδύνευε να είναι με επιστημονικούς όρους άστοχη».

 Και στο πλαίσιο αυτό καταλήγει: «Η Επιτροπή, λόγω των παραπάνω αντικειμενικών δυσκολιών, κατέληξε να προτείνει την παραμονή των ήδη υπαρχόντων εργασιών και ειδικοτήτων στο καθεστώς Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και την επικαιροποίηση της λίστας με αφαίρεση εργασιών, ειδικοτήτων ή χώρων εργασίας που δεν υφίστανται πλέον».

Με άλλα λόγια, το πόρισμα λέει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να έχουν καταγραφεί και συγκεντρωθεί με επιστημονικό τρόπο, να έχουν συστηματοποιηθεί ώστε να αξιώνουν το ρόλο μελέτης και με βάση αυτή να μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα.

Παρ' όλα αυτά το υπουργείο Εργασίας έκανε καθαρό πως ο θεσμός των ΒΑΕ θα χτυπηθεί ό,τι και να λέει το πόρισμα. Αφού η Επιτροπή δεν προτείνει τον αποχαρακτηρισμό επαγγελμάτων, το κάνει το ίδιο το υπουργείο. Ετσι με δικούς του εμπειρογνώμονες προχωρά στη διαμόρφωση δικής του «ενδεικτικής λίστας» (!) και καλεί την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει.

 Πρόκειται για σαφέστατη αυθαιρεσία. Για να διαλυθεί κάθε αμφιβολία για το τι πρόκειται να γίνει, το υπουργείο Εργασίας επισημαίνει: «Η τελική απόφαση θα είναι της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης».

Παράλληλα οι φορείς της αντεργατικής πολιτικής χρησιμοποιούν μια σειρά ιδεολογήματα για να εμφανίσουν ως δήθεν αναγκαία τη συρρίκνωση της λίστας των ΒΑΕ. Ενας από τους βασικούς ισχυρισμούς των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ είναι ότι υπάρχει επαρκής νομοθεσία για την προστασία των εργαζομένων, καθώς και ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει σαν αποτέλεσμα τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Επομένως, λένε, ο θεσμός των ΒΑΕ είναι αναχρονιστικός.

Ακόμη, όμως, κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχει επαρκής νομοθεσία, αυτή δεν εφαρμόζεται, διότι ο κρατικός έλεγχος είναι σχεδόν ανύπαρκτος και κάθε άλλο παρά στην εργοδοτική ευθύνη προσανατολίζεται.

Επιπρόσθετα, το επιχείρημα για την εξέλιξη της τεχνολογίας είναι πέρα για πέρα διάτρητο. Η τεχνολογική εξέλιξη, στην πραγματικότητα, φέρνει στο προσκήνιο νέα προβλήματα σε σχέση με τον επαγγελματικό κίνδυνο. Αυτό συμβαίνει γιατί η επιλογή και η χρήση της νέας τεχνολογίας καθορίζονται με κριτήριο τη μεγιστοποίηση του κέρδους του κεφαλαιοκράτη. Σε καμία περίπτωση η χρήση της δεν αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των λαϊκών αναγκών, μεταξύ των οποίων είναι και η προστασία της υγείας των εργαζομένων.]

Ο σχολιασμός είναι του Χρ. Μανταλόβα, από τον χθεσινό Ριζοσπάστη.

Aύξηση των αυτοκτονιών λόγω ανεργίας, φτώχιας και χρεών


Τα τελευταία στατιστικά στοιχεία και οι επιδημιολογικές μελέτες καταδεικνύουν μια σημαντική αύξηση σε ποσοστά αυτοκτονιών στην Ελλάδα, η οποία αγγίζει το 40% λόγω της οικονομικής κρίσης και των κυκλωμάτων τοκογλυφίας.

H πίεση που ασκείται από τη δεινή οικονομική θέση, στην οποία έχουν περιέλθει πολλοί επαγγελματίες σε ολόκληρη την χώρα, αλλά και η αλματώδης αύξηση της ανεργίας, οδηγεί σε αδιέξοδο αρκετούς Έλληνες, κάτι που επιβεβαιώνεται από τη δραματική αύξηση των αυτοκτονιών την τελευταία περίοδο.

Οι επιστήμονες ταυτίζουν την οικονομική κρίση με την εκτίναξη των αυτοκτονιών τον τελευταίο ειδικά χρόνο σε πρωτοφανή για τη χώρα επίπεδα.

Αύξηση της τάξεως του 17% παρουσίασαν οι αυτοκτονίες στην Ελλάδα τη διετία 2007-2009, όπως προκύπτει από έρευνα Αμερικανών και Βρετανών επιστημόνων σε δέκα χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι επιστήμονες μελέτησαν στοιχεία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, για τις ηλικίες κάτω των 65 ετών, σε μία προσπάθεια να καταγράψουν τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην Ευρωζώνη.

Η χώρα μας έχει το χειρότερο ποσοστό, ενώ η μοναδική χώρα στην οποία μειώθηκαν οι αυτοκτονίες είναι η Αυστρία (-5%). Ακόμα και η Ιρλανδία έχει χαμηλότερο ποσοστό από την Ελλάδα, το οποίο ανέρχεται στο 13%.

Παρατηρείται αύξηση που υπερβαίνει το 25%, με τις μισές περιπτώσεις αυτοκτονιών να σχετίζονται με την ανεργία, τα χρέη και τη φτώχεια. Συγκεκριμένα το 2007 καταγράφηκαν 328 αυτοκτονίες, ένα χρόνο αργότερα ο αριθμός ανήλθε στις 366, το 2009 έφτασαν τις 391 ενώ πέρυσι το νούμερο εκτοξεύθηκε στους 500 αυτόχειρες.

Τα φετινά στατιστικά στοιχεία του πρώτου τριμήνου κάνουν λόγο για 150 αυτοκτονίες σε ολόκληρη την Ελλάδα, ένα ποσοστό που αντιστοιχεί δηλαδή σε δύο αυτοκτονίες την ημέρα.

Πριν λίγες ημέρες, βρέθηκε απαγχονισμένος από ιμάντα παραθύρου στο σπίτι του στη Νίκαια, στην οδό Κομνηνών, ένας 50χρονος , ο οποίος   είχε αφήσει σημείωμα που έλεγε ότι προβαίνει σε αυτή την πράξη καθώς δεν αντέχει άλλο τη ζωή του λόγω των οικονομικών προβλημάτων και της ανεργίας.

Χθες το πρωί βρέθηκε απαγχονισμένος στο Κέντρο της Πτολεμαίδας  46χρονος επιχειρηματίας, που άφησε σημείωμα με το οποίο εξηγεί αναλυτικά τα αίτια της πράξης του, που έχουν να κάνουν με οικονομικά προβλήματα.

Προχθές, στην Κορινθία, αυτοκτόνησε με καραμπίνα, 55χρονος, μέσα στο κτήμα του  Βόχα .

Στην Καρυά Ελασσόνας, 52χρονος, έπεσε με το αυτοκίνητό του σε τεχνητή λίμνη συγκέντρωσης υδάτων.

 Στις 4 Ιουλίου , αυτοκτόνησε 80χρονος στο Ρύμνιο Κοζάνης.

Το μεσημέρι  της 29ης  Ιουνίου, στη Θεσσαλονίκη, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το μπαλκόνι του διαμερίσματός του , ο επιχειρηματίας Λεωνίδας Μαριόλης,  45 ετών.

Στις 21 Ιουνίου, αυτοκτόνησε ένας 47χρονος αγρότης στο Λασίθι Κρήτης.

Στις 13 Ιουνίου, είχαμε άλλη αυτοκτονία στο Αίγιο…και ο μακρύς κατάλογος του αίματος χάνεται καθημερινά στις πίσω σελίδες του αστυνομικού δελτίου.

Η τηλεφωνική γραμμή 1018, που υποστηρίζεται από το υπουργείο Υγείας δέχεται καθημερινά κλήσεις από ανθρώπους που είτε έκαναν απόπειρα αυτοκτονίας είτε σκέφτονταν να κάνουν είτε ακόμα και από άτομα που ανησυχούσαν για κάποιο οικείο τους πρόσωπο.

«Όπως προκύπτει από τα στοιχεία για τις αυτοκτονίες που συγκεντρώνουμε στο πλαίσιο της λειτουργίας της γραμμής 1018, οι περισσότεροι από τους υποψήφιους αυτόχειρες, αντιμετωπίζουν χρέη, ανεργία ή σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Δεχόμαστε φέτος 4-5 τηλεφωνήματα την ημέρα, τα μισά εκ των οποίων προέρχονται από ανθρώπους που έχουν προβλήματα, επαγγελματικά και οικονομικά», δήλωσε η εκπρόσωπος της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης «Κλίμακα».

Πηγή: Π. Κατσάκος, Πρώτο Θέμα on line

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Apatty, η μεγαλύτερη στην ιστορία

Κυριακή πρωί. Μόλις ξυπνήσατε; Πήρατε πρωινό;

Δείτε αυτό το πλασματάκι!
Δεν είναι συμπαθητικό;
Δεν είναι αξιαγάπητο;

Ευγενικός και προσηνής, χαμογελαστός, συμπονετικός, αποφασιστικός!

Συμπαθέστατος όταν με το ένα χέρι μας χτυπά φιλικά στην πλάτη και με το άλλο ψαχουλεύει τις τσέπες μας.

Αξιαγάπητος όταν αγορεύει λόγους για την καταστροφή μας κι εμείς εστιάζουμε στα σαρδάμ και τ’ άλλα λεκτικά λάθη του.

Ευγενικός όταν μειώνει τους μισθούς πείνας των εργαζομένων.

Προσηνής όταν πετσοκόβει τις συντάξεις των απόμαχων της δουλειάς.

Χαμογελαστός όταν καταργεί τα εργασιακά μας δικαιώματα.

Συμπονετικός όταν μας «ανοίγει» τα κεφάλια και ταυτόχρονα μας ραντίζει με χημικά (για να μην μολυνθούν οι πληγές;).

Αποφασιστικός όταν σπρώχνει έναν ολόκληρο λαό στη χρεωκοπία.

Το σωστό εργαλείο στα χέρια του συστήματος δηλαδή, για να κάνει τη δουλειά του.

Εμείς τι κάνουμε;

Καλημέρα σας…


Υ.Γ. Ας με συγχωρήσει ο δημιουργός του έργου (φωτομοντάζ) για την μη αναφορά του ως πηγή. Ένας φίλος του ιστολογίου μου το έστειλε χθες, χωρίς να γνωρίζει κι αυτός την προέλευση. Εδώ είμαστε, αν κάποιος γνωρίζει την πηγή, για  να «επανορθώσουμε».

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Ο μπαρμπα-Γιωργάκης

Ο Γιουργάκ’ Πουρναράς, όπως τον αποκαλούσαν όλοι στο χωριό, ήταν ένας ωραίος άντρας, ψηλός, γελαστός, ομιλητικός και ήξερε να διαβάζει! Βλάχος το επάγγελμα από παιδί. Ποτέ δεν πήγε σχολείο ο μπαρμπα-Γιωργάκης. Αλλά ήξερε να διαβάζει! Ο μόνος βλάχος που ήξερε και ήθελε να διαβάζει.

Φορούσε μόνιμα ένα μαύρο σκούφο, για να σκεπάζει το στρογγυλό με τα λίγα μαλλιά κεφάλι. Σπάνια έβλεπες αξύριστο το μπαρμπα-Γιωργάκη. Έτσι ξεχώριζε καλύτερα το κομψό του μουστάκι που ποτέ δεν αποχωρίστηκε, το σύμβολο της αντρικότητας, της παλικαριάς, της γοητείας, της Ηπειρώτικης και Ελληνικής λεβεντιάς.

Δυο διαπεραστικά, τσακίρικα, γελαστά και καταπράσινα μάτια φώλιαζαν σε δυο βαθουλές κόγχες κάτω από ένα πλατύ μέτωπο σιγουριάς και αποφασιστικότητας. Μία μύτη λίγο γαμψή, με αρχαιοελληνική κατατομή ολοκλήρωνε ένα πρόσωπο το οποίο πολλά από τα σημερινά μανεκέν θα ζήλευαν!

Το μόνο τρωτό σε όλη την υπόθεση του προσώπου ήταν τα κάπως μεγάλα αυτιά, σαν να ήταν κολλημένα κάθετα στα πλάγια του κρανίου, αποτελούσαν μια παραφωνία στο κομψότατο σύνολο της κεφαλής του μπαρμπα-Γιωργάκη.


Γεώργιος Χρ. Πουρναράς (1902-1976)
(φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα, από
το αρχείο του "Οικοδόμου".)

Η αμφίεση του ήταν κλασική. Άσπρο πουκάμισο χωρίς γιακά, μαύρο γιλέκο, μάλλινο μαύρο παντελόνι σε στυλ Χίτλερ και μαύρα χοντρά παπούτσια ή δερμάτινες μπότες, Η αγκλίτσα ήταν επίσης το απαραίτητο και αχώριστο συμπλήρωμα της αμφίεσης. Μία αγκλίτσα πελεκημένη και σκαλισμένη από τα επιτήδεια χέρια του μεγάλου του γιου, του Κώστα.

Στο επάνω της άκρο κατέληγε σε κεφαλή άγριου φιδιού, ενώ το κάτω καμπυλωτό άκρο κατέληγε σε ουρά φιδιού. Η αγκλίτσα δεν ήταν μόνο το σύμβολο του τσέλιγκα, αλλά εξυπηρετούσε πρακτικές ανάγκες, όπως: ήταν πρώτης τάξεως στήριγμα στις κακοτοπιές των βουνών, το καμπυλωτό της σχήμα (ένα είδος τελικού σίγμα) βοηθούσε στο πιάσιμο των προβάτων

και κατσικιών από το πίσω πόδι, ήταν ένα είδος αμυντικού και επιθετικού όπλου κατά των σκυλιών και των φιδιών, πάνω της ακουμπούσαν για να ξαποστάσουν, συχνά  την περνούσαν οριζόντια στις πλάτες και το σβέρκο κι έτσι ξεκούραζαν τα χέρια, ιδίως όταν περπατούσαν σε ανοιχτά και επίπεδα μέρη.

Με αυτή κατέβαζαν τα σύκα, τα σταφύλια, τα αχλάδια, τα κεράσια και άλλα φρούτα από τα ψηλά κλαδιά των δέντρων. Αλλά και μ’ αυτή πολλές φορές τσακώνονταν στην πλατεία του χωριού, τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές, ιδίως τη Μεγάλη Παρασκευή, και άνοιγαν πολύ εύκολα κεφάλια.

Αυτό, βέβαια, γινόταν από τους ψευτοτσελιγκάδες ή μάλλον από τους νεοτσελιγκάδες, οι οποίοι, όπως και οι νεόπλουτοι, δεν έχουν την ανάλογη παιδεία για να χειριστούν το βιος τους, όπως αρμόζει: Χωρίς επίδειξη, χωρίς ξιπασιά, χωρίς να διαπράττουν «ύβριν», όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες.

Αυτοί, λοιπόν, οι νεοτσελιγκάδες μόλις αποκτούσαν κάμποσα ζωντανά, νόμιζαν πως αποκτούσαν αυτόματα την αρχοντιά των παλιών τσελιγκάδων, και δεν έδιναν σημασία σε τίποτα και σε κανέναν. Αυτοί είχαν πάντα δίκιο, αυτοί έπρεπε να χορέψουν στο πανηγύρι πρώτοι, αυτών η κόρη άξιζε τον καλύτερο γαμπρό, αυτών η οικογένεια ήταν άψογη, αυτοί ήταν κι όχι άλλοι!

Και επειδή ήθελαν να φαίνονται αυτό που πραγματικά δεν ήταν και επειδή οι υπόλοιποι δεν έτρωγαν κουτόχορτο, όχι μόνο δεν «τους περνούσε», αλλά συχνά γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας από τους άλλους. Ε! τότε έλυναν τις διαφορές τους και επέβαλαν το δίκιο της…αγκλίτσας!

Ο μπαρμπα-Γιωργάκης, ασφαλώς, δεν ανήκε σ’ αυτήν την τάξη. Αυτός ήταν βλάχος κύριος! Επιδείκνυε την αγκλίτσα του, αλλά για την ομορφιά της και για το βλάχικο κύρος που αυτή προσέδιδε στον παλιό τσέλιγκα. Ποτέ δεν αποχωριζόταν την αγκλίτσα του ο μπαρμπα-Γιωργάκης. Στο δρόμο, στο καφενείο, στην εκκλησία, στο πανηγύρι, στο χορό!

Τρία πράγματα αγαπούσε ιδιαίτερα ο μπαρμπα-Γιωργάκης: τα πρόβατα, το διάβασμα και το χορό. Το τελευταίο τούτο, το χορό, σπάνια τον απολάμβανε, γιατί σπάνιες ήταν οι ευκαιρίες που του δίνονταν, λόγω της απασχόλησης με το κοπάδι, που σε θέλει δέσμιο κάθε μέρα, μέρα-νύχτα, χειμώνα-καλοκαίρι, βρέχει-χιονίζει. Ο μπαρμπα-Γιωργάκης χόρευε με όλο το σώμα και με όλη την ψυχή.

Αφού έπινε τα ρακιά, έπειτα από τα αλληλοκεράσματα, ιδίως στο πανηγύρι του πατρο-Κοσμά, στους πρόποδες των Τζουμέρκων, εκεί που ο μπαρμπα-Γιωργάκης περνούσε μεγάλο μέρος της χρονιάς με τα ζωντανά του, πλησίαζε το χώρο του γλεντιού, που ήταν η πλατεία έξω από τη μικρή εκκλησία του αγίου.

Όλοι έκαναν χώρο να περάσει ο λεβεντοτσέλιγκας με το αργό βάδισμα, το χαμογελαστό πρόσωπο, το σταθερό βήμα, το αετίσιο μάτι, το περήφανο μέτωπο και τα κατακόκκινα αυτιά.

Οι οργανοπάιχτες στο αντίκρισμα του μπαρμπα-Γιωργάκη σηκώνονταν όρθιοι. Ήταν πολύ τιμητικό να κρατήσεις το μπαρμπα-Γιωργάκη να χορέψει. Πρώτα-πρώτα αυτός που θα τον κρατούσε έπρεπε να είναι καλός άνθρωπος, όπως συνήθιζε να αποκαλεί τους έντιμους, τους γλεντζέδες, τους ανοιχτόκαρδους, τους φιλότιμους, τους καταδεχτικούς, τους ειλικρινείς, τους ανθρώπους με άλφα κεφαλαίο!

Ο μπαρμπα-Γιωργάκης, (δεύτερος) στο χορό!
(φωτογραφία από http://www.hosepsi.net)/

Δεύτερο, έπρεπε να ξέρει τα χούγια του μπαρμπα-Γιωργάκη στο χορό. Τρίτο, έπρεπε να πίνει και να μη μεθά. Τέταρτο, έπρεπε να είναι ο ίδιος μερακλής στο χορό. Και τέλος έπρεπε να είναι γεροδεμένος. Πολύ κολακεύονταν ο μπαρμπα-Γιωργάκης να τον συνοδεύει κάποιος γραμματισμένος ή κάποιος ξένος που βρέθηκε εκείνη τη στιγμή στο πανηγύρι. Ο μπαρμπα-Γιωργάκης δε χόρευε στο ρυθμό της μουσικής. Η μουσική έπαιζε στο ρυθμό του μπαρμπα-Γιωργάκη! Του άρεσαν τα βαριά κλέφτικα.

Έβγαζε το κάτασπρο μαντήλι που μοσκοβολούσε πράσινο σαπούνι, που το είχε ετοιμάσει η αφοσιωμένη και καλόκαρδη σύντροφος της ζωής του, Βασίλω, το άπλωνε προς τον άνθρωπο που θα τον κρατούσε και άρχιζε το «χορό». Το κλαρίνο «έσκουζε», το βιολί «έκλαιγε», η κιθάρα «μοιρολογούσε». Ο κόσμος συνωστίζονταν, για να παρακολουθήσουν το γεγονός της ημέρας, το χορό του μπαρμπα-Γιωργάκη, ένα χορό που ποτέ δεν του δίδαξε κανείς.

Γι’ αυτό χόρευε με τρόπο που κανείς δεν μπορούσε να τον μιμηθεί, με τρόπο που μόνο αυτός επινοούσε την κάθε στιγμή. Ξεκινούσε ολόρθος με ένα πλατύ χαμόγελο προς τους απέραντους ορίζοντες, σαν να ευχαριστούσε τη φύση που τον αξίωσε να γεννηθεί άνθρωπος, έκανε καναδυό αργά βήματα, τέντωνε το δεξί χέρι χαλαρά στα πλάγια, έκανε αργά-αργά μια στροφή κρατημένος γερά από το κάτασπρο μαντίλι, και το πρώτο δάκρυ κυλούσε στο φρεσκοξυρισμένο του μάγουλο! Τα πρώτα ρακιά άρχισαν να έρχονται.

Όλοι οι μερακλήδες ήθελαν να κεράσουν το μεγάλο χορευτή της ζωής. Ο μπαρμπα-Γιωργάκης κατέβαζε μονορούφι το τσίπουρο και ανταπέδιδε το κέρασμα. Στη δεύτερη στροφή άρχιζε να χαμηλώνει, καθώς το δεξί πόδι άρχιζε να στρίβεται πάνω στη γάμπα του αριστερού ποδαριού. Η αγκλίτσα δεν χρειαζόταν πια. Με έναν ευγενικό, λεπτό και αγέρωχο τρόπο την πετούσε στο κέντρο του χορού όρθια, σαν να ήθελε να δείξει ότι τα παλικάρια και ό,τι σχετίζεται μ’ αυτά, έμψυχα και άψυχα, πρέπει να στέκουν όρθια και να πεθαίνουν όρθια.

Και ο μπαρμπα-Γιωργάκης συνέχιζε να στρίβει ολόσωμος γύρω από το αριστερό του πόδι για ώρα πολλή, σαν γεωτρύπανο που βιδώνεται στα σπλάχνα της γης, λες κι ήθελε να κατέβη στον Άδη και να λογαριαστεί μαζί του, μέχρι που στρογγυλοκάθιζε καταγής σταυροπόδι. Εκεί ο μπαρμπα-Γιωργάκης έκλαιγε τώρα! Έκλαιγε και χαμογελούσε! Δε μιλούσε με λέξεις του ελληνικού λεξιλογίου, αλλά μιλούσε με το βλέμμα, τους μορφασμούς, τα δάκρυα, τα χέρια, το κορμί.

 Έβγαζε το σκούφο και τον χτυπούσε ανάποδα στο πατημένο χορτάρι. Και έκλαιγε και χαμογελούσε και χτυπούσε τα χέρια στο χώμα. Οι οργανοπαίχτες τον είχαν περικυκλώσει και έπαιζαν πάνω από το κεφάλι του στο ρυθμό που ο μπαρμπα-Γιωργάκης χτυπούσε τα χέρια και κουνούσε το γεροδεμένο του κορμί. Τα ρακιά πήγαιναν κι έρχονταν, κι ο μπαρμπα-Γιωργάκης έπινε μονορούφι κι εύχονταν σηκώνοντας το χέρι με το ποτήρι, αλλά κοιτάζοντας καταγής.

 Ήταν κατακόκκινος στο πρόσωπο, στο κεφάλι, στα αυτιά, …στην ψυχή. Κι αφού χόρταινε κλάμα και ρακί, άρπαζε την πεταμένη στο κέντρο του χορού αγκλίτσα και στηριζόμενος σ’ αυτή σηκώνονταν σιγά-σιγά, ξεδιπλώνοντας πρώτα το αριστερό πόδι και πατώντας γερά στο δεξί ξεβιδώνονταν στο ρυθμό της παραπονιάρικης μουσικής.

Έβγαζε τότε τα διπλωμένα κατοστάρικα από το τσεπάκι του παντελονιού του και τα έριχνε ευγενικά προς το μέρος των οργανοπαιχτών. Αυτό σήμαινε το τέλος της χορευτικής παράστασης του μπαρμπα-Γιωργάκη. Εκείνη τη μέρα ξόδευε, αν και δεν ήταν ιδιαίτερα ανοιχτοχέρης. Αυτή, άλλωστε, ήταν η μοναδική διασκέδασή του.

Τα πρόβατα, που επίσης αγαπούσε, τα είχε μέρα-νύχτα στη φροντίδα του. Το διάβασμα, πάλι, μπορούσε να το κάνει κάθε φορά που έβρισκε κανένα βιβλίο, αν και αυτό ήταν τόσο σπάνιο, όσο και ο χορός.

Όταν άρχισα να πηγαίνω στο Γυμνάσιο-και ήμουν ο μόνος από τη γειτονιά-ο μπαρμπα-Γιωργάκης που περνούσε έξω από το σπίτι μας κάθε Κυριακή που πήγαινε στο χωριό, αλλά δεν έμπαινε μέσα από λεπτότητα μη βάλει σε φασαρία τη νοικοκυρά με κεράσματα και τέτοια, εκείνη τη φορά κοντοστάθηκε, ψιλοσκέφτηκε και έστριψε προς την πόρτα του σπιτιού μας.

Τον παρακολουθούσα από το παράθυρο. Έτρεξα να του ανοίξω, γιατί το θεωρούσα πολύ σημαντικό να μας επισκεφτεί ένας τσέλιγκας γενικά ακατάδεχτος, όπως νομίζαμε.

Τρέχω στη μάνα και της λέω:                                                                                                                        

-         Μουσαφίρ’ς!

-         Ποιος είνι; με κάποια αναστάτωση, και έτρεξε να βάλει κάτι καλό επάνω της.

-         Ου Γιουργάκ’ς, της απαντώ στα σβέλτα, και έτρεξα προς την πόρτα.

-         Γεια σ’, Λία! Είνι κανένας ιδώ; ρωτάει ο μπαρμπα-Γιωργάκης, εννοώντας αν βρισκόταν στο σπίτι κάποιος μεγάλος.

-         Είνι η μάνα, του απαντώ. Πέρασι στουν ουντά, του λέω, καθώς άνοιγα διάπλατα την πόρτα να περάσει ο εκλεκτός επισκέπτης.

Η μάνα που είχε κιόλας βάλει το καλό της σακάκι και ένα καθαρό κεφαλομάντηλο μπήκε γελαστή στον οντά και καλωσόρισε το μουσαφίρη:

-         Καλουσόρσις! Για καλό ή για κακό μας ήρθις, τον ρωτά όλο περιέργεια.

-         Ούτι για του ένα ούτι για τα’ άλλου, Βαγγιλή, απαντά χαμογελαστός. Απού μέρις σκέπτουμαν να έρθου να κουβιντιάσου μι του Λία, λέει, καθώς το χαμόγελό του πλάτυνε ακόμη περισσότερο, τα μάτια του άστραψαν και – τσελιγκάτος τουπές είχε ήδη πέσει σε περισσή σεμνότητα.

-         Ου Λίας δεν ξέρ’ κι πουλλά απού πρόβατα, λέει η μάνα, νομίζοντας ότι ήθελε να κουβεντιάσουμε κάτι σχετικό. Απού τότις π’ πήγι στα γράμματα, του μυαλό τ’ ικεί είνι. Μούκουψι τα χέρια, εννοώντας ότι δεν τη βοηθώ πια στο βόσκημα των ζωντανών.

-         Καλά κάν’, απαντά με κοφτή και δυνατή φωνή ο μπαρμπα-Γιωργάκης, καλά κάν’ κι κτάει τα γράμματα. Αυτά θα μας σώσουν, όχι τα πράτα (έτσι ονομάζουν τα πρόβατα οι τσελιγκάδες). Μη μπιρδέβ’ς του πιδί μι τα πράτα, σ’λέου. Αφήτι του να μάθ’ γράμματα ν’ ανοίξ’ κι του θκό μας το κιφάλ’ που μιστι χειρότιρ’ κι απ’ τα πράτα!

Εγώ ξαφνιάστηκα με τα λόγια του μπαρμπα-Γιωργάκη. Τον κοίταζα και σκεπτόμουν αν τα λέει ειλικρινά ή με ειρωνεύεται. Και γιατί νόμιζα ότι ένας βλάχος δεν είναι δυνατόν να έχει τέτοιες αντιλήψεις για τα γράμματα και γιατί ήταν ο πρώτος άνθρωπος που με έκανε να καταλάβω ότι τα γράμματα ήταν πιο σημαντικά από τα πρόβατα, τα γίδια, τις αγελάδες, τα χωράφια.

Μέσα μου γεννιόταν ένας άλλος μπαρμπα-Γιωργάκης. Όχι ο ακατάδεκτος τσέλιγκας, ο απόμακρος γείτονας, ο ιδιόρρυθμος χορευτής, αλλά ο προβληματισμένος μπαρμπα-Γιωργάκης, ο ταπεινός μπροστά στα γράμματα, ο συνομήλικος στην ψυχή, ο σύμμαχος στον αγώνα μου για μόρφωση.

Η μάνα που μάλλον δεν κατάλαβε τι έλεγε ο μπαρμπα-Γιωργάκης, μιας και ήταν κωφή, βγήκε από το δωμάτιο να φέρει κέρασμα στον επισκέπτη, λέγοντας:

-         Άτι, πείτι τα ισείς, να φέρου ένα ρακί ιγώ.

-         Θα του πιου, Βαγγιλή, θα του πιου, γαμού του κιρατό τ’. (Η τελευταία αυτή έκφραση δεν εννοεί τίποτε το χυδαίο. Αντίθετα είναι μια έκφραση μεγάλης επιθυμίας και γινατιού για κάτι που πολύ θέλουμε να το κάνουμε είτε καλό είτε κακό). Και γυρίζοντας το βλέμμα προς εμένα, γλυκαίνει τη φωνή του, χαμηλώνει τον τόνο, παίρνει σοβαρό ύφος και με ρωτά:

-         Λία! Ιγώ είμι αμόρφουτους άθρουπους, όπως ούλ’ ιδώ. Πρόβατα μουναχά ξέρουμι να σαλαγάμι. Μη μι παραξηγήεις, άμα δεν τα λέου καλά. Ντρέπουμι πού ‘ρθα  ιδώ απόψ’, αλλά δεν ξέρου πού να ρουτήσου να μάθου για κανένα καλό βιβλίου. Τ’ς μιγάλ’ς δεν τ΄ς ρουτάου, γιατί θα μι κουρουϊδεύουν. Οι μ’κροι του ίδιου. Γι’ αυτό ήρθα ιδώ σι σένα, π’ σι ξέρου κι μι ξέρ’ς να μι φουτίεις, κι δεν πστέβου να μι παραξηγήεις.

Εγώ πραγματικά τα είχα χαμένα. Δεν περίμενα κάτι τέτοιο από έναν αγράμματο άνθρωπο, από ένα βλάχο, τη στιγμή μάλιστα που εμείς οι μαθητές, όταν ακούγαμε για βιβλίο, το βάζαμε στα πόδια, που λέει ο λόγος.

-         Σαν τι βιβλίου, μπάρμπα, τον ρωτάω, με αμηχανία.

-         Ο,τ’ να είνι, Λία μ’. Φτάν’ να λέει τ’ν αλήθεια. Γιατί ου κόσμους λέει πουλλά, κι ’γω δεν π’στεύου να είνι ούλα αλήθεια.

Εγώ πάλι δεν καταλάβαινα τι ήθελε να πει ο μπαρμπα-Γιωργάκης, πράγμα που εκείνος το κατάλαβε. Και συνέχισε:

-         Θα ‘χ’ς ακούσ’, Λία μ’, ότ’ ιδώ στουν τόπου μας γίγκαν πουλλά κακά. Σκουτώθκαν αθρώπ’, μάλουσαν αδέρφια κι δεν κρένουντι πια, κάηκαν σπίτια, κλέφκαν ζουντανά, πέθανι κόσμους απ’ τα’ν πέινα, γιατί δεν έκατσαν κάτ’ να κουβιντάσουν κι να τα βρούν. Αλλά ποιοι έφτιγαν δεν του ξέρουμι ακόμα. Γι’ αυτό σ’ λέου θέλου βιβλία να τα διαβάσου, για να βρου τ’ …αλήθεια. Απού κιρό του σκέπτουμαν να σ’του που, αλλ’ απόψι είπα: «Μισή ντρουπή θκή μ’ κι μσή θκή τ’. Θα πάου να κουβιντιάσου μι του Λία». Γι  αυτό είμι ιδώ.

Από το αδιέξοδο της αμηχανίας με έβγαλε η παρουσία της μάνας που μπήκε στο δωμάτιο με το ρακί και ένα κομμάτι πασμά για μεζέ. Ο μπαρμπα-Γιωργάκης σαν να ένιωθε ενοχές σταμάτησε αμέσως την κουβέντα, έστω κι αν η μάνα δεν άκουγε, πήρε το ρακί και ευχήθηκε «εις υγείαν και καλή καρδιά».

Το κατέβασε μονορούφι και ζήτησε και δεύτερο, πράγμα που συνήθως δεν το έκανε από λεπτότητα και υπερβολική ευγένεια. Απόψε όμως ο μπάρμπας ήταν μερακλωμένος, και θα μπορούσε να κατεβάσει ολόκληρη χιλιάρα! (Μπουκάλα που χωρά δυόμισι οκάδες).

-         Μιτά χαράς, λέει η μάνα που τον συμπαθούσε ιδιαίτερα, αλλά απέφευγε να του πολυμιλά, όταν περνούσε έξω από το σπίτι, και έτρεξε όλο χαρά να του φέρει κι άλλο ρακί κι άλλο μεζέ που διατηρούσε άφθονο στην πάντα κλειδωμένη της κασέλα, για να μην τα φάμε εμείς τα μικρά.

-         Αυτά, Λία μ’, συνέχισε ο μπάρμπας, δεν τα κουβέντιασα μι κανέναν μέχρι σήμιρα. Αλλά κάτ’μι τρώει μέσα μ’ κι θέλου μι κάποιουν να τα κουβιντιάσου. Ήρθα σι σένα π’ ξέρου ότ’ είσι μουρφουμένους κι θα μι καταλάβ’ς κι θα μι βοηθήεις να μάθου τ’ν αλήθεια. Γιατί κι για μένα λεν πουλλά, αλλά είνι ψέματα τα πιρσότιρα.

Πρώτη φορά έβλεπα τσέλιγκα να μιλά με λυγμούς. Ποτέ δε φαντάστηκα ως τότε πως και οι τσελιγκάδες δακρύζουν και κλαίνε. Ο μπαρμπα-Γιωργάκης λοιπόν δεν έκλαιγε μόνο στο χορό. Έκλαιγε και έξω από το χορό. Το δεύτερο τσίπουρο έφτασε πιο γρήγορα από το πρώτο.

Ο μπαρμπα-Γιωργάκης γύρισε το πρόσωπό του προς το μέρος μου, για να μη φαίνονται τα δακρυσμένα του μάτια από τη μάνα, κι αφού το κατέβασε και αυτό μονορούφι, σηκώθηκε, ευχαρίστησε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο παρά τα παρακάλια της μάνας να καθίσει περισσότερο. Προσποιήθηκε ότι άρχισε να νυχτώνει και ότι έπρεπε να αρμέξει τα πρόβατα. Δικαιολογία απόλυτα  πειστική.

-         Τι σού ’πι; με ρώτησε η μάνα γεμάτη περιέργεια.

-         Δεν κατάλαβα καλά, αλλά θέλει να τ’δώκου κανένα βιβλίου.

-         Τουν κακό τ’ τουν κιρό, είπε η μάνα μονολογώντας, μην ξέροντας προφανώς τα μυστήρια που ο μπαρμπα-Γιωργάκης έκρυβε στα βάθη της ψυχής του.

Είχε ήδη σουρουπώσει, όταν ακούστηκε το χαρακτηριστικό βήξιμο του πατέρα που γύριζε από το χωριό, όπως κάθε Κυριακή βράδυ. Μπήκε στο σπίτι, καλησπέρισε και ρώτησε, όπως πάντα:

-         Ήρθι κανένας μσαφίρ’ς;

-         Πέρασι ου Γιουργάκ΄ς, του απαντώ.

-         Τι ήθιλι; Αυτός δεν πουλυέρχιτι στου σπίτ’ μας. Κάν’ του μιγάλου!

-         Ήθιλι να τ’ δώκου κάνα βιβλίου να διαβάσ’.

-         Τι να του καμ’, να μάθ’ ν’ αρμέγει καλύτιρα τα πρόβατα; Στην ειρωνική παρατήρηση του πατέρα δεν απάντησα, για να μη ρίξω λάδι στη φωτιά, γιατί είχα αρχίσει να συμπαθώ πολύ το μπαρμπα-Γιωργάκη.

-         Μου ‘πι ότ’ θέλ’ να μάθ’ τ’ν αλήθεια, πατέρα, γιατί τουν κατηγουρούν λέει.

-         Α! Γι’ αυτό;

-         Δηλαδή, πατέρα;

-         Τι να σ’ που, πιδί μ’, άμα μιγαλώεις, να διαβάσεις κι να μάθ’ς κι συ τ’…αλήθεια για τ’ν ιστουρία μας. Γίγκαν πουλλά κακά σι τούτου τουν τόπου π’ δεν πστεύου να τα γράψ΄ αλήθεια καμίνια ιστουρία. Κι τα βιβλία ψέματα γράφτουν. Ιγώ δεν ξέρου γράμματα απ’λες, αλλά έτσ’ λεν οι γραμματισμέν’. Κι ιγώ βα σ’ που τ’ν αλήθεια σαν τον Γιουργάκ’ ήμαν, αλλά άλλαξα απού τότι π’ χάλιψα λίγου ψουμί να σας ταΐσου κι’ αυτοί μου παν: «Πρώτα του κόμμα κι μιτά τα πιδιά σ’».

-         Δηλαδή, πατέρα, τι ήταν ου Γιουργάκ’ς;

-         Κομμουνιστής, πιδί μ΄!

-         Τι είνι αυτό;

-         Άμα έφυγαν οι Γιρμανοί, ιμείς οι Έλληνις χουρίσκαμαν στα δυο: στ’ς κομμουνιστές κι στ’ς διξιοί. Κι αρχίσαμαν να τρώγουμιστι αναμιταξί μας. Ούλα γίγκαν ριμούλα, πιδί μ΄. Σφαζόμασταν, κόβαμαν τ’ν καλμέρα τ’ αδέρφια κι οι συγγινείς, όποιους μπόργι έκλιβι κι βίαζε τουν άλλουν. Κι ούλα αυτά μας τάκαμαν οι ξέν’ , απ’ λες. Κι τώρα π’ τιλείουσαν αυτά, ου ένας τα ρίχν΄ στουν άλλουν ότ’ έκαμι κακό. Κι επειδή νίκσαν οι διξιοί, λεν ότ’ για ούλα φταιν οι κομμουνιστές.

-         Φταιν, πατέρα;

-         Ούλ’ φταιν, πιδί μ’.

-         Και πού θα βρούμι τ’ν αλήθεια, πατέρα;

-         Αυτό ψάχν’ κι ου Γιουργάκ’ς, αλλά δεν πστεύου να τ’ν βρει κανένας πουτέ. Άμα βρεις κανένα βιβλίου να τα’ λέει, να μ’ του διαβάεις κι σι μένα. Γι’ αυτό σι μαθαίνουμι γράμματα.

Δεν μπορώ να πω πως κοιμήθηκα ήσυχα. Το αντίθετο μάλιστα. Προσπαθούσα να βάλω σε κάποια σειρά αυτά που μου είπε ο πατέρας και αυτά που άκουσα από τον μπαρμπα-Γιωργάκη. Έβρισκα πολλά κενά. Σκεπτόμουν τι βιβλίο να δώσω στον μπαρμπα-Γιωργάκη, για να ικανοποιήσω τη μεγάλη του επιθυμία, αλλά και να αποδείξω ότι ως γυμνασιόπαιδο ήξερα πέντε πράγματα.

Οι ιστορίες που μου ζητούσε για μένα ήταν είτε μυθιστορήματα, είτε το εγχειρίδιο της σχολικής ιστορίας. Του έδινα πότε τα Νέα Ελληνικά με λογοτεχνικά κείμενα και πότε το εγχειρίδιο της σχολικής ιστορίας, όντας βέβαιος ότι δεν ήταν αυτά που ζητούσε ο μπαρμπα-Γιωργάκης. Αλλά δεν είχα και τίποτε καλύτερο να του δώσω. Πάντα όμως του έδινα ελπίδες ότι θα ψάξω για κάτι καλύτερο.

Πού να ήξερα ο δόλιος ότι τα βιβλία που ζητούσε ο μπαρμπα-Γιωργάκης ή ήταν απαγορευμένα ή δεν είχαν γραφεί ακόμα. Κάθε φορά, πάντως, που γύριζα στο πατρικό μου σπίτι, συνήθως Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι ένα βράδυ το διέθετα για τον μπαρμπα-Γιωργάκη.

Με φιλοξενούσε στο φτωχικό του και περνούσαμε πολλές ώρες κουβεντιάζοντας πολύ γενικά πράγματα, όπως για την ανθρώπινη καλοσύνη, για το κοινωνικό καλό, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για την αξία των γραμμάτων κ.λπ.

 Ήταν ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο κουβέντιασα για τέτοια θέματα, δύσκολα και ασυνήθιστα για νέους της ηλικίας μου και ιδιαίτερα για νέους της περιοχής μου. Η γυναίκα του, η Βασίλω. Δεν έπαιρνε μέρος στη συζήτηση. Αρκούνταν να με φιλοξενεί με ό,τι τύχαινε να διαθέτει. Συνήθως, τυρί, χόρτα και όσπρια.


Ποτέ ο μπαρμπα-Γιωργάκης δε μου ανέφερε το παραμικρό για τον εμφύλιο πόλεμο. Ποτέ δεν χρησιμοποίησε τη λέξη κομμουνιστής, ποτέ δεν χαρακτήρισε τους ανθρώπους με την πολιτική τους ταμπέλα, ποτέ δεν προσπάθησε να μου κάνει πολιτική διαφώτιση για τη μια ή την άλλη πολιτική ιδεολογία.

Ο βλάχος Γιωργάκης ήταν πάνω από πολιτικές μικρότητες και πολιτικές ιδεολογίες. Η δική του ιδεολογία ήταν η πράξη της ζωής: η αγάπη για το συνάνθρωπο, τη φύση, τα ζωντανά, τη διασκέδαση, το χορό, τη μάθηση, το σεβασμό για τη γυναίκα, το συμπολίτη, το γείτονα, τον ανώνυμο άνθρωπο.

Δίδασκε με το παράδειγμά του ότι η υπέρτατη αξία της ζωής είναι να είσαι καλός άνθρωπος. Με αυτή τη φιλοσοφία ζωής αντιμετώπιζε ο μπαρμπα-Γιωργάκης τη ζωή. Κι όπου αυτό δεν το μπορούσε, τότε έκλαιγε, τότε φιλοσοφούσε, τότε χόρευε! Χόρευε και έκλαιγε ο μπάρμπας, όταν έβλεπε το άδικο και δεν μπορούσε να το διορθώσει.

 Έκλαιγε και χόρευε, όταν θυμόταν τον εικοσάχρονο Λάκη του που ο χάρος του τον πήρε τόσο άδικα! Έκλαιγε και χόρευε και χτυπούσε τη γης και ήθελε να μπει στα σπλάχνα της να ζητήσει το λόγο από το Χάρο για τα κακό που κάνει σε τόσους νιους και νιες. Και χόρευε και έκλαιγε και πλήρωνε ο μπαρμπα-Γιωργάκης, ο μακαρίτης πια.  

Ηλίας Β. Παπαγεωργίου
Δημοσιεύτηκε στα «Τζουμερκιώτικα χρονικά», δελτίο της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων, τεύχος αρ. 6, Ιούνιος 2005.


Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Ιδανικός εκπρόσωπος!

Καμαρώστε τον!

«Θα το εφαρμόσουμε, ο κόσμος να χαλάσει»!

Είναι δήλωση χτεσινή. Εγινε από τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΠΑΣΟΚ, τον αξιότιμο κύριο Χρήστο Πρωτόπαππα στον ραδιοσταθμό «Real FM».

Αυτή ήταν η απάντηση του λεβέντη «αντιεξουσιαστή» όσον αφορά τις αντιδράσεις του λαού στη λαιμητόμο του «μεσοπρόθεσμου».

*

«Θα το εφαρμόσουμε, ο κόσμος να χαλάσει»!

Ετσι απάντησε ο μπαρουτοκαπνισμένος «κοσμοχαλαστής», ο ορκισμένος απέναντι στην καπιταλιστική αδικία «σοσιαλιστής». Τα συνηθίζουν τα «σταράτα» λόγια οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι και τα επιφανή στελέχη του κόμματος των κυβερνήσεων του Σημίτη.

Της κυβέρνησης του «αυτή είναι η Ελλάδα» και των Χρηματιστηρίων, του κόμματος που, όπως αρμόζει σε αυτές τις περιπτώσεις, σήμερα έχει αναδειχτεί σε κόμμα - συνεργάτη του ΔΝΤ.

*

«Θα το εφαρμόσουμε, ο κόσμος να χαλάσει»!

Τι θαυμαστή «αποφασιστικότητα»! Τι «γενναιότητα» από έναν πρώην πρόεδρο της ΓΣΕΕ! Τύφλα να έχει ο Πάγκαλος και τα «τανκς» του. Τύφλα να έχει το θράσος ακόμα και των πιο πατενταρισμένων εργατοπατέρων του πράσινου κομματικού σωλήνα.

Ολης αυτής της πολιτικά ξεδιάντροπης κάστας, που αφού έπαιξε επί μακρόν το ιταμό παιχνίδι της «πέμπτης φάλαγγας» στο εργατικό κίνημα, κατόπιν πέρασε ανοιχτά στην υπηρεσία της πλουτοκρατίας.

*

«Θα το εφαρμόσουμε, ο κόσμος να χαλάσει»!

Τέτοιο είναι το πολιτικό τους χάλι, όταν, εκ του ασφαλούς, από τα μικρόφωνα της καθεστωτικής προπαγάνδας, εκφωνούν μονολόγους για να κάνουν επίδειξη «ανδρείας» χωμένοι στη θαλπωρή του θώκου τους.

Τόση και τέτοια είναι και η «μαγκιά» τους απέναντι στο λαό. Για να θυμίζει την πολιτική «ποιότητα» όλων αυτών που αφού πρώτα έδωσαν όλες τις δυνατές εξετάσεις στο «συνδικαλισμό» του καρεκλοκενταυρισμού, κατόπιν προήχθησαν στους σημερινούς «ταγούς» του πατριδοκάπηλου «πατριωτισμού» για να κόβουν μισθούς και συντάξεις από τους χτεσινούς συναδέλφους τους.

*

«Θα το εφαρμόσουμε, ο κόσμος να χαλάσει»!

Τι κρίμα να μην έχει κάνει αυτή τη δήλωση ο Πρωτόπαππας πριν από τον ανασχηματισμό. Ισως ο Παπανδρέου να μην τον είχε ξεχάσει...


Γράφει:
ο Νίκος ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ
στη στήλη Ημεροδρόμος, στο σημερινό ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ.

Σύνδρομο...στέρησης!

του Γιάννη Ιωάννου, ΕΘΝΟΣ 5-7-2011

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Ό,τι σπέρνουν θα θερίσουν!

Οποιος έτυχε να δει το βίντεο το σχετικό με τη σύλληψη του αγωνιστή και στελέχους του ΝΑΡ και της ΑΝ-ΤΑΡΣΥΑ Σήφη Καυκαλά και ιδιαίτερα τις τελευταίες εικόνες του [i] απορεί για ποιο λόγο ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη διέταξε να διεξαχθεί ένορκη διοικητική εξέταση, σχετική με τα όσα φαίνονται σε αυτό.

Και απορεί διότι όσα διαδραματίζονται σε αυτό είναι εντελώς ξεκάθαρα και δεν χρήζουν καμιάς περαιτέρω έρευνας. Οπως λοιπόν αποδεικνύεται περίτρανα από αυτό το βίντεο, μια μικρή ομάδα μπρατσωμένων μασκοφόρων, κουκουλοφόρων και ροπαλοφόρων, προφανώς επηρεασμένων από τη στάση των μεταμεληθέντων βουλευτών του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι ασκούσαν κριτική στο μεσοπρόθεσμο, αλλά τελικά το ψήφισαν,

επηρεασμένων ακόμη από τους καλλιτέχνες βουλευτές του ΠΑΣΟΚ όπως η κ. Αντζελα Γκερέκου, η κ. Πέμη Ζούνη, ο κ. Γιάννης Βούρος... που παραμέρισαν τις αυξημένες καλλιτεχνικές τους ευαισθησίες και υπερψήφισαν και αυτοί το μεσοπρόθεσμο, και κυρίως από την ηρωική στάση της κυρίας Ελσας Παπαδημητρίου, αποφάσισαν να μετανοήσουν.

Ενώ λοιπόν μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν με το μέρος των αναρχοκομμουνιστών, που στρέφονταν κατά του ναού της δημοκρατίας και των προστατών της και προστατών εν γένει του πολίτη, αποφάσισαν να μεταλλαχθούν και οι ίδιοι σε προστάτες και να γίνουν ένα με αυτούς.

Ετσι οι ένστολοι προστάτες έσπευσαν ως όφειλαν να τους εναγκαλιστούν και να τους εντάξουν αυτομάτως και δίχως άλλες διαδικασίες στις δυνάμεις τους. Εξ ου και παραμέρισαν τα διαχωριστικά και τους δέχτηκαν ανάμεσά τους μπρος από τη Βουλή-ναό όπου ήταν παραταγμένοι.

Με άλλα λόγια ήταν σαν κάποιος βάρβαρος, αλλόθρησκος, φονιάς... να μεταμελείται και η εκκλησία να τον δέχεται στους κόλπους της. Ολα τα παραπάνω τεκμαίρονται με τον πιο απόλυτο τρόπο από το βίντεο το οποίο έτυχε να τραβήξει κάποιος νεαρός θέλοντας προφανώς να καταγράψει τόσο τη σύλληψη του γνωστού από την εποχή του Πολυτεχνείου λήσταρχου αναρχοκομμουνιστή Καυκαλά όσο και τον εκχριστιανισμό των βαρβάρων.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες διερωτάται κανείς για ποιο λόγο να παρέμβει ο υπουργός και μάλιστα με το να διατάσσει μια τόσο επίπονη για το σώμα των προστατών διαδικασία όπως η ένορκη διοικητική εξέταση. Η μόνη λογική απάντηση είναι ότι ο υπουργός διακατέχεται από σοσιαλιστική υπερευαισθησία.

Ολα τα υπόλοιπα που εντέχνως διαδίδουν σκοτεινές αντιπατριωτικές δυνάμεις, δηλαδή ότι:

- η ένορκη διοικητική εξέταση αποτελεί μια εσωτερική στο σώμα των προστατών του πολίτη (τέως αστυνομίας) διαδικασία, η οποία το μόνο που αποκλείεται να αποδείξει είναι ότι όλα όσα έγιναν την Τετάρτη στο κέντρο της Αθήνας αποτελούσαν κυβερνητικό σχέδιο,

- ακόμη κι αν ορισμένοι από αυτούς ήταν συνδικαλιστές της ΕΘΕΛ καθόλου, μα καθόλου, δεν αποκλείεται να ήταν και «εξωτερικοί συνεργάτες» των προστατών,

- είχε γεμίσει ο τόπος με προστάτες μεταμφιεσμένους σε διαδηλωτές,

- ο υπουργός και η κυβέρνηση δεν λένε λέξη για τη ρίψη χημικών σε κλειστούς χώρους όπως μεταξύ άλλων στην είσοδο του μετρό, μέσα σε κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών στην οδό Καλαμιώτου 2 και αλλού

- ρίχτηκαν τόνοι χημικών ακαθορίστου σύνθεσης αλλά αποδεδειγμένης βλαπτικότητας για την υγεία, δίχως να υπάρχει η παραμικρή πρόκληση, εξ ου και η απόδειξη ότι οι διωγμοί δεν έχουν πάντοτε ανάγκη από ζηλωτές για να εκδηλωθούν,

Φωτογραφία από το Διαδίκτυο

- ξυλοκοπήθηκε άγρια κόσμος σε γύρω καφενεία και εστιατόρια,

- παρεμποδίστηκε από τους προστάτες η παροχή ιατρικής βοήθειας και η μεταφορά φαρμάκων, όπως δηλώθηκε από τον πρόεδρο του Φαρμακευτικού Συλλόγου,

- στόχος ήταν να διαλυθεί πάση θυσία ο κόσμος και να τρομοκρατηθεί, ώστε να μην ξανακατέβει να διαμαρτυρηθεί για όσα άλλα δεινά μάς περιμένουν,

- έχουμε να κάνουμε με δικτατορία που φέρει κοινοβουλευτικό μανδύα, η οποία έκανε επίδειξη δύναμης και προς το εσωτερικό της χώρας και προς τα ξένα αφεντικά της,

- όσο θα σκληραίνουν τα αντιλαϊκά μέτρα τόσο θα εντείνεται και ο αυταρχισμός και η φασιστικοποίηση του καθεστώτος, αποτελούν αποκυήματα της νοσηρής φαντασίας όσων επιβουλεύονται την πατρίδα και τις φιλεύσπλαχνες δυνάμεις, οι οποίες αφιλοκερδώς σπεύδουν να την βοηθήσουν.

Και για να σοβαρευτούμε. Αποδοτικές και δίχως κόστος οι ελεγχόμενες προβοκάτσιες, αποδοτική και αναγκαία η χρήση βίας, όταν δεν είναι δυνατόν να αποσπαστεί η λαϊκή συναίνεση με διαφορετικό τρόπο.

Ας λάβουν όμως υπόψη τους ότι όσο συνεχίζουν έτσι, όσο αποκαλύπτουν το πραγματικό δικτατορικό πρόσωπο της αστικής εξουσίας, από τη μια δυσκολεύουν το λαϊκό κίνημα, από την άλλη όμως συμβάλλουν στο να ανδρωθεί και κυρίως να οργανωθεί και το αντίπαλον δέος.

Και όταν αυτό προσλάβει το χαρακτήρα ενός μαζικού, ενωτικού, ηγεμονικού κινήματος βίας στη βία της εξουσίας, τότε θα τρέχουν και δεν θα φτάνουν όπως οι ομογάλακτοί τους των αραβικών χωρών. Διότι από τη στιγμή που επέλεξαν να κηρύξουν τον πόλεμο, πρέπει να γνωρίζουν ότι, παρά τις δυσκολίες, τους διχασμούς και τις αδυναμίες, θα υπάρξει αντίσταση, και με τα δικά τους μέσα.

[i] Για όποιον δεν είδε ακόμη αυτό το βίντεο, ιδού η ηλεκτρονική διεύθυνση όπου μπορεί να το δει προσέχοντας ιδιαίτερα τις τελευταίες σκηνές: http://www.youtube.com/user/narvideos# p/a/u/1/ihahWeFvmfE

(Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 3 Ιουλίου 2011)