Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Οι Ηπειρώτες κτίστες και η συντεχνιακή συνθηματική γλώσσα τους: τα "κουδαρίτικα"

Το επάγγελμα αποτελεί συνάρτηση ορισμένων φυσικών και κοινωνι­κών παραγόντων. Η εξάρτηση του ανθρώπου από τη φύση ήταν μεγαλύτερη παλιότε­ρα και η ανάγκη προσδιόριζε και τη διαμόρφωση ενός επαγγέλματος κατά τρόπο σχεδόν απόλυτο.

Στα ορεινά και άγονα χωριά, που φώλιαζαν στην αγκαλιά της Πίνδου και των Τζουμέρκων, ριζωμένα στα βραχοτόπια, ήταν μεγάλη η έλλειψη μέσων και αγαθών συντήρησης και διατροφής, γιατί τα ελάχιστα καλλιεργήσιμα χωράφια, με τη μικρή στρεμματική απόδοση, δεν επαρκούσαν ακόμη και για τη στοιχειώδη διατροφή όλης της φαμίλιας.

Και καθώς στα γράμματα και στο εμπόριο λιγοστοί είχαν τις δυνατότη­τες να σταδιοδρομήσουν, το ορεινό και το πετρώδες του εδάφους στο μόνο που βοηθούσε ήταν να μάθουν γρήγορα να ασχοληθούν πλατύτερα, με την κάπως καλύτε­ρα προσοδοφόρο μαστορική τέχνη, μιας και ο τόπος των οικισμών του χωριού ήταν πλούσια στρωμένος με περίσσια οικοδομικά υλικά, πέτρες, πλάκες, ασβέστη κ.λπ.

Έτσι τον Ηπειρώτη κτίστη πρέπει να τον δούμε σα δημιούργημα του φυσικού του περιβάλλοντος, αλλά και σαν άνθρωπο γεννημένο για τη δουλειά, δεμένο με την πέτρα, με τρανό μεράκι και καλλιτεχνική διάθεση, που ύστερα από μακροχρόνια πρακτική εργασία και σπουδή στα μυστικά της λαϊκής κατασκευαστικής τέχνης, έβγαλε από τα χέρια του αριστουργήματα σωστά με χάρη και ομορφιά, καθαρά αποστάγ­ματα της πείρας και του ταλέντου.

Χωριά της Ηπείρου από τα οποία ξεπήδησαν γενιές ολόκληρες τεχνιτών της πέτρας ήταν όλα τα χωριάτης Κόνιτσας (Πυρσόγιαννη, Βούρμπιανη, Στράτσιανη κ.ά.) κι ένα μεγάλο μέρος από τα χωριά των Τζουμέρκων (Χουλιαράδες, Ραφταναίοι, Κτιστάδες, Χώσεψη, Πράμαντα, Άγναντα κ.ά.)

Πυρσογιαννίτικο μπουλούκι στα Πωγώνια το 1932

Αν και αγράμματοι δεν υπήρξαν απλώς μαστόροι, αλλά πρακτικοί μηχανικοί και αρχιτέκτονες, δηλαδή δημιουργοί ανόθευτης και πηγαίας λαϊκής αρχιτεκτονικής πα­ράδοσης. Η απέριττη μαστορική τους τέχνη ήταν ποίηση σωστή και έχτιζαν το μεγαλείο της καρδιάς τους.

Δημιουργούσαν άλλοτε ξακουστά γεφύρια, με παράτολμα τόξα που εμπνέουν αποκαλυπτικό δέος, άλλοτε εξίσου όμορφες, με καλοπελεκημένες πέτρες, αγκωνάρια και καλοφτιαγμένο αρμολόι και ασβέστη, ονομαστές εκκλησίες, σπίτια και αρχοντικά, αξιοπρόσεκτα δημιουργήματα, που σφραγίζουν ακόμα και σήμερα με την παρουσία τους, τη γνήσια αρχοντική μαστοριά, την καθαρή και ανί­σκιωτη τέχνη τους, που αποτελούσε συνέχεια της μεγάλης Βυζαντινής τέχνης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Συγκροτούσαν ομάδες, που λέγονταν «παρέα» ή «μπουλούκι» ή «κομπανία» ή «τσούρμο» ή «σινάφι», με την πρωτοβουλία των ίδιων ή του πρωτομάστορα, που φρόντιζε για την εύρεση εργασίας, την πληρωμή, την επιστασία κ.λπ. Το «μπουλούκι» το χαρακτήριζε το ομαδικό και κοινωνικό πνεύμα και τις σχέσεις των μαστόρων τις διέκρινε ειλικρίνεια, αγάπη και αλληλεγγύη.

Στο «μπουλούκι» εκτός απ' τους τεχνίτες υπήρχαν και τα μαστορόπουλα που ακολουθούσαν σαν μαθητούδια και με τις ικανότητες που αποκτούσαν με τα χρόνια, ανέβαιναν στην ιεραρχία της μαστορικής τέχνης. Η εργασία τους ήταν μαρτυρική, γιατί πολλές φορές δεν ήταν ούτε δεκάχρονα. "Τον πήραν τον Κολιό τον πήραν οι μαστόροι, παιδί απ' το σχολειό να μάθει πηλοφόρι" μας λέει ο Τζουμερκιώτης ποιητής Κοτζιούλας, που έζησε τη ζωή των καταφρονε­μένων.

 Όλη τη μέρα κουβαλούσαν πέτρες και λάσπη ή ασβέστη στους μαστόρους και τη νύχτα δεν είχαν ανάπαυση, γιατί έπρεπε να έχουν το νου τους στα ζώα μην απομακρυνθούν βόσκοντας και κάνοντας ζημιά στα ξένα σπαρτά και έχουν τρεξίματα και καθυστερήσεις στη δουλειά.

Έτσι μετά τις Μεγάλες Απόκριες, άδειαζαν τα μαστοροχώρια από τον ανδρικό πληθυσμό, που ξεκινούσε με τα μουλάρια φορτωμένα ή με τα πόδια για τον τόπο της εργασίας. Οι Τζουμερκιώτες μαστόροι πρόσφεραν τα φώτα της ωραίας τέχνης τους αρχικά στην Άρτα και στον κάμπο της και αργότερα στην Αιτωλοακαρνανία, στη Φθιώτιδα και στη Βοιωτία.

Τη δεκαετία 1930-40 ανοικοδόμησαν ολόκληρη σχεδόν την Ευρυτανία. Μεταπολεμικά εργάστηκαν στα Επτάνησα, στην Πελοπόννησο, στη Θεσ­σαλία και τελευταία στην Αθήνα. Επέστρεφαν στην πατρογονική γη στα μέσα Νοεμ­βρίου για να ασχοληθούν με γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες και να γιορτάσουν με τις φαμίλιες τους τις γιορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, αναμένοντας πάλι την άνοιξη να πρασινίσει η γη, να τρανώσουν και να καρπίσουν τα κτήματα για να ξαναπάρουν πάλι το δρόμο της ξενιτιάς.

Ξεκίνημα και επιστροφή, κυρίως στην παλιότερη εποχή, ήταν ταυτισμένα με απα­ράβατα έθιμα, που άγγιζαν με την πιο γλυκιά και νοσταλγική μορφή, τις ψυχές των μαστόρων και των οικογενειών τους.

Οι αυτοδίδακτοι λαϊκοί τεχνίτες της πέτρας αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να εργάζονται μακριά απ' την πατρίδα τους κάτω από αντίξοες συνθήκες. Η αδυναμία  που αισθάνονται απομονωμένοι, καθώς γυρίζουν σ' έναν κόσμο ξένο, άγνωστο, με άλλες συνήθειες, τους αναγκάζει να συνενωθούν περισσότερο μεταξύ τους και να αμυνθούν απέναντι στον εργοδότη τους, που τις περισσότερες φορές ανήκει σε μια άλλη τάξη, κοινωνικά και οικονομικά ανώτερη.

 Σαν άνθρωποι ανοιχτόκαρδοι, καθα­ροί και ντόμπροι, με αγνά αισθήματα, ήταν αδιαφώτιστοι και άμαθοι στις ενέργειες και τις πονηριές δύστροπων κακοπληρωτών και πονηρών αφεντικών και σύντροφο είχαν τον κίνδυνο της μη πλήρους πληρωμής των, της κλοπής, ακόμα και της απώλειας ης ίδιας τους της ζωής, αφού κατά κανόνα στο χωριό που γινόταν η εργασία δεν υπήρχε δικαστήριο ή αστυνομία, αλλά και όπου υπήρχε προτιμούσαν να αλλάξουν χώρο δουλειάς παρά να χάσουν μεροκάματα, ζητώντας από τις αρχές το δίκιο τους.

Στον ανταγωνισμό τους με την κοινωνία, την εξουσία και το αφεντικό επινόησαν τη συνθηματική γλώσσα, σα μέσο αμυντικό συγχρόνως και επιθετικό. Η ανάγκη ενός γλωσσικού οργάνου για τις ιδιαίτερες συνεννοήσεις τους και για τη λήψη αποφάσεων από κοινού για θέματα που τους αφορούσαν, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις οι δέουσες συμβουλές και υποδείξεις του πρωτομάστορα προς αυτούς που παρέβαιναν τους κανόνες της κτιστικής,

για διόρθωση κάποιου τεχνικού σφάλματος, παράλειψης ή κακοτεχνίας, που για ευνόητους λόγους δεν έπρεπε να λάβει γνώση ο ιδιοκτήτης ή η απόκρυψη επαγγελματικών μυστικών, αλλά και τα κοινά συμφέροντα, οι κοινοί μόχθοι και τα κοινά βάσανα διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις και το κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο μυστικός κώδικας επικοινωνίας, τα «κουδαρίτικα» ή «μαστορι­κά».

«Κούδα» στην επαγγελματική γλώσσα των πλανόδιων χτιστών είναι η πέτρα και «κούδαρης» ο άνθρωπος της πέτρας, ο μάστορας, ο χτίστης.

Οι συνθηματικές γλώσσες ήταν γνωστές και στην αρχαιότητα ανάμεσα στους μύστες των Ελευσίνιων μυστηρίων, στους Ορφικούς και στους Πυθαγόρειους φιλοσό­φους. Στην επανάσταση του 1821 και η Φιλική Εταιρεία χρησιμοποίησε συνθηματική γλώσσα.

Επίσης οι γλώσσες αυτές γίνονται εργαλεία επικοινωνίας από μέλη διαφό­ρων συντεχνιών και επαγγελματικών τάξεων (αρτοποιών, ραπτών, καλαντζήδων κ.λπ.) φαίνεται δε ότι αναπτύχθηκαν κατά την Τουρκοκρατία και κοιτίδα είχαν κατά το πλείστον την Ήπειρο. Γνωστοί εξάλλου είναι οι εμπειρικοί γιατροί του Ζαγορίου, οι Κομπογιανίτες, που χρησιμοποιούσαν συνθηματική γλώσσα.

«Ξεσύρθ'κε μακρύς, φορεί κρεμμύδου για μάνεμα» λέγαν οι μαστόροι και εν­νοούσαν: ήρθε μεσημέρι, είναι καιρός για φαγητό, ή «Πραβίστι όρματ' ράπου, ξισέριτ' ου μπαρός» που σήμαινε: κάντε καλή δουλειά, έρχεται το αφεντικό. Για κακοπλη­ρωτές ιδοκτήτες και σε σχετική ερώτηση συναδέλφων κουδαραίων για τη δουλειά της «παρέας», αυτοί απαντούν: «Ο σφέλ'ς δε μας ξέσυρε τον τσέπο, τι ράπο να ραπίσουμε;» εννοώντας: ο νοικοκύρης δε μας έδωσε χρήματα, τι δουλειά να του κάνουμε;

Πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι το αφεντικό τις περισσότερες φορές παρευρισκό­ταν στο χώρο της δουλειάς και αυτό έκανε επιτακτική την ανάγκη χρησιμοποίησης συνθηματικής γλώσσας. «Ο σφέλ'ς σταμεύει όλ' τη ντένα στη ράπου, δεν ξισέριτ', γυαλίζει τους κουδαραίους, αν φοραδίζουν όρματ' πραχάλα», δηλαδή: το αφεντικό κάθεται όλη την ημέρα στη δουλειά, δε φεύγει, βλέπει τους μαστόρους αν κάνουν καλή δουλειά.

Συνέβαινε όμως κάποιες φορές το αφεντικό να γνωρίζει τα «μαστορι­κά» κι αν λέγανε κακό λόγο γι' αυτόν ή για την οικογένειά του κινδύνευαν να χάσουν τη δουλειά και τα χρήματα.

Χαρακτηριστικά ήταν των μαστόρων τα πειράγματα, η ευφυολογία, η χονδρή σάτιρα και η σκωπτική διάθεση στα οποία υπήρξαν αμίμητοι. Ακόμη μιλούσαν για τα κορίτσια («αγκίδες») του χωριού ή και για τους συγγενείς («ανταμησάδια») του αφεντικού. «Φουράει όρματ' η αγκίδα» λέγαν και εννοούσαν: είναι όμορφη η κοπέλα και για κάποια άσχημη, αλλά πλούσια: «Τα κράνια ορματέβουν την αόρματ' αγκίδα», δηλαδή: τα χρήματα ομορφαίνουν την άσχημη κοπέλα ή «Η μπαρέσιου δεν ξέσυρε μάνεμα για κουντό» όταν η κυρά δεν έφερνε φαγητό για κολατσιό.

Δεν μπορούσαν βέβαια να κρύψουν και τις πονηρές σκέψεις για τα ωραία κορί­τσια: «Φορούσε όρματ' γκουζβίτσες η αγκίδα» που σήμαινε ότι η κοπέλα είχε προκλη­τικά στήθη, έλεγε ο ένας και συμπλήρωνε ο άλλος: «Μπέτζιο που φορούσε», δηλαδή ότι είχε καλίγραμμα οπίσθια, και ο πιο χωρατατζής πρόσθετε: «Να μανέψουν σαρά­ντα κουρούτοι», να φάνε σαράντα βλάχοι.

Στο σύνολό τους οι συνθηματικές γλώσσες είναι ένα περιορισμένο σύνολο λέξεων, που συναποτελούν μια συμβατική φρασεολογία με τοπικές παραλλαγές και με το συνοπτικό τηλεγραφικό τους ύφος δυναμώνει ο συνθηματικός τους χαρακτήρας.

Έτσι  και τα «κουδαρίτικα» είναι μια γλώσσα με φτωχό λεξιλόγιο, με λέξεις που στο σύνολό τους δεν ξεπερνούν τις 500 και που αναφέρονται κυρίως στις έννοιες του χρήματος, της τροφής, στις σχέσεις μαστόρων-ιδιοκτήτη, στα οικοδομικά υλικά που χρησιμο­ποιούν καθημερινά καθώς και στη γυναίκα και στις σεξουαλικές σχέσεις. Ήταν όμως υπεραρκετές για να συνθέσουν φράσεις χρήσιμες για τη δουλειά τους, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τα αφεντικά τους έστω και αν παρίστανται στην ομιλία.

Οι κτίστες έγιναν γλωσσοπλάστες. Βρήκαν λέξεις, κυρίως ουσιαστικά και λιγότερα ρήματα που μένουν στάσιμα σε πλήθος, πλουταίνουν όμως σε νοήματα και έτσι ένα ρήμα το μεταχειρίζονται για να εκφράσουν πολλές έννοιες. Επίθετα χρησιμοποιούν ακόμη λιγότερα, με βασικό το «όρματος», εκφράζοντας έτσι όλα τα επίθετα εκείνα που έχουν την έννοια του καλού.

Σε καθεμιά απ' αυτές τις λέξεις έδωσαν την προσήκουσα έννοια, χρωματίζοντάς την με διαφορετική σημασία απ' αυτή του λεξι­λογίου, δηλαδή συνθηματική, που εννοούσε άλλα απ' αυτά που προφέρονταν. Οι λέξεις περνούν από στόμα σε στόμα και ξεκαθαρίζουν. Θα γίνουν κοινό κτήμα μόνο εκείνες που θα αστράψουν από δύναμη για να βαστάξουν γερά κρυμμένη την έννοια που θέλουν.

Έτσι έχουμε δημιουργία λέξεων με μεταφορά. Παίρνουν μια λέξη από την καθο­μιλουμένη που της δίνουν όμως άλλη σημασία, που έχει κάποια ομοιότητα και αναλο­γία μακρινή με την κύρια σημασία ή εκφράζει κάποια ιδιότητα της αρχικής λέξης π.χ. η λέξη «αγουγιάτες» είναι τα πόδια, γιατί μεταφέρουν το σώμα, το βούτυρο το λένε «απαλούδ'», γιατί είναι απαλό στην αφή, η νύχτα εκφέρεται ως «καλόηρους», γιατί είναι μαύρη σαν τα ράσα του καλόγηρου, το κεφάλι το αποκαλούν «κουρφιάρ'ς», γιατί βρίσκεται στην κορυφή του σώματος κ.λπ.

 Ακόμη εντάσσονται λέξεις στο λεξιλόγιο των μαστόρων σα δάνεια από άλλες συνθηματικές γλώσσες. Κάποια στιγμή ίσως, που άκουσαν τα μέλη μιας άλλης συντε­χνίας να χρησιμοποιούν κάποια λέξη που δεν περιεχόταν στα «κουδαρίτικα», τη δανείστηκαν και την ενσωμάτωσαν στο δικό τους εκφραστικό μέσο, π.χ. ο «μπαρός» δηλ. ο αφέντης, ο νοικοκύρης πιθανόν να προήλθε από το τσιγγάνικο baro = μεγάλος.

Επίσης παρατηρούμε αυθαίρετη γλωσσοπλασία με άγνωστη ετυμολογική ρίζα, π.χ. «σφέλ'ς» = νοικοκύρης κ.ά. ή νεολογισμούς, π.χ. «αγκίδα» = κοπέλα ή ακόμη και δανεισμό λέξεων από άλλα κράτη της Βαλκανικής, π.χ. «βόντα» = νερό, «ζένα» = γυναίκα, «κόσβας» = παπάς κ.λπ. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις έχουμε αντικατά­σταση αρκετών λέξεων που από την πολλή χρήση τρίβονται, ξεθυμαίνουν και χάνουν τη συνθηματικότητά τους, με κάποιες άλλες καινούργιες και φωτεινές.

Στα «κουδαρίτικα» βέβαια βρίσκονται σε χρήση και λέξεις της κοινής λαλιάς, με την πραγματική τους σημασία, κυρίως άρθρα, επιρρήματα και αριθμητικά.
Όσον αφορά στη γραμματική και στο συντακτικό, η γλώσσα των μαστόρων υπα­κούει γενικά στους νόμους της γλώσσας που χρησιμοποιείται στην περιοχή. Σχετικά με το φθογγολογικό παρατηρούμε την αποβολή ατόνων καταλήξεων π.χ. «κούδαρ(η)ς», «αβδάλ(ι)», «μανέψ(ει)», την αποβολή των ενδιάμεσων ατόνων φωνηέντων, π.χ. «κουδαρίτ(ι)κα», «καρόφ(υ)λλου» και συχνή τροπή του ατόνου ε και αι σε ι, π.χ. «αγουγιάτις», «ξισέρνιτι» κ.λπ.

Σήμερα τα οργανωμένα «μπουλούκια» των μαστόρων έχουν εξαφανιστεί και τα «κουδαρίτικα» βρίσκονται σε αχρηστία, αφού οι λόγοι και οι συνθήκες που τα επέβα­λαν σαν ανάγκη δεν υπάρχουν πια.
Στη συνέχεια παραθέτουμε ενδεικτικά ελάχιστο δειγματολόγιο από τον κρυπτογραφικό κώδικα των μαστόρων:


Λέξεις
αβδάλ', το = το τυρί
αράζου = δίνω
ασπρούδ, το = το γάλα
βαλαζόν', το = το πρόβατο
βλαστάρ', το = ο αδελφός
γκαβιάζου = κτυπώ
γκουλιάτ'ς, ο = ο χωροφύλακας
θόδου, η = η ρακή
κάλου, η = η ασβέστη
καντζιουμέν', η = η έγκυος
καρόφ'λλου, το = το τσιγάρο
καψάλα, η = η φυγή
κλωνάρια, τα = τα χέρια
κούφιου, το = το σπίτι
κράνια, τα = τα χρήματα
λαγός, ο = το παιδί
μάνο, το = το ψωμί
μακρινίτσα, η = δρόμος
μαλέτσ'κους, ο = ο μικρός
μπαζμάδ', το = το γαϊδούρι
ντάρους, ο = ο γάμος
ξισέρουμι = έρχομαι, πηγαίνω, φεύγω
ράικους, ο = ο ήλιος
σαλούτου, η  = η δραχμή
στήσους, ο = ο τοίχος
στουρνάρια, τα = τα αυγά
τσλίζου = ομιλώ, γνωρίζω
φουράου = έχω, είμαι
Φράσεις


- Τσλίζεις τα κουδαρίτ’κα;
-Τα τσλίζου
-Φουράν ράπου οι κουδαραίοι στου σέλου σ’;
-Φουράν λίγ’ στ’ μακρινίτσα, οι άλλ’ σταμεύ’ν.
-Τι ντινιάτ’κου φουράτι;
-Ουγδοήντα σαλούτις τ’ ντένα.
-Τι μανεύιτι;
-Μανεύουμι μανό, μίχου, κούκκ’ς, νιρουπούλια κι τς πιρσότιρις ντένις πρασνάδια κι φουσκοκοίλια.
-Φουράτι όρματου μπαρό;
-Φουράμι πουλύ όρματον κι γι’ αυτό τ’ πραβίζουμι όρματον στήσου.
-Πότε θα καψαλίσουμι για του σέλου;
- Άμα σταμέψουμι, θα καψαλίσουμι δίχους άλλου, γιατί τώρα η ντένα μίκρινι κι όλου ταμπακίζ’.
-Θα ξισυρθώ στου σέλου να πραβίσου τα μαυρούδια μ’.

- Ξέρεις τα μαστορικά;
-Τα ξέρω
-Έχουν εργασία οι μαστόροι στο χωριό σου;
-Έχουν λίγη στο δρόμο, οι άλλοι κάθο­νται.

-Τι ημερομίσθιο παίρνετε;
-Ογδόντα δραχμές την ημέρα.
-Τι τρώτε;
-Τρώμε ψωμί, κρέας, κουκιά, ψάρια και τις περισσότερες μέρες λάχανα και φα­σόλια.

-Έχετε καλό αφεντικό;
-Έχουμε πολύ καλό και γι’ αυτό του φτιάχνουμε καλόν τοίχο.

-Πότε θα φύγουμε για το χωριό;

-Άμα τελειώσουμε, θα φύγουμε δίχως άλλο, γιατί τώρα μικραίνει η ημέρα και όλο βρέχει.
-Θα πάω στο χωριό να φτιάξω τα χωρά­φια μου.


Βιβλιογραφία

Οικονομίδης Δημ., «Τα κουδαρίτικατου Πετροβουνίου», περ. ΑΘΗΝΑ, τ. 64, (1960), σσ. 169-180.

Ρέμπελης Χαρ., «Κονιτσιώτικα», Αθήνα 1953, σσ. 350-356.

Σάρρος Δημ., «Περί των συνθηματικοί γλωσσών», Λαογραφία, (1923), σσ. 530-534.

Σούλης Χρ.. «Τα κουδαρίτικα των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου», Ηπειρώτικα Χρονικά, τ. 5 (1930), σσ. 161-168.

 
Πηγή: 
Συγγραφέας: Γιάννης Καραμπούλας. Δημοσιεύτηκε στην «τρίμηνη πολιτιστική έκδοση Χάος και Όψη», Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος 1995, τεύχος 9, του Συλλόγου Κυψελιωτών Άρτας (στην Αθήνα), «Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός».

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

η λέξη που έγραφε τ' όνομά σου ...

Αν ένας πολίτης χρωστάει χίλια Ευρώ και δεν έχει να τα δώσει, τον πάνε μέσα. Αν ένας πολίτης χρωστάει ένα εκατομμύριο Ευρώ, του βγάζουν το καπέλο το κράτος, οι τράπεζες και η μισή κοινωνία.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα κράτη. Αν χρωστάει κάποιο όπως η Ελλάδα 360 δισ. Ευρώ, πάει σφαχτάρι στον πάγκο του χασάπη. Αν χρωστάει 14,3 τρισ. δολάρια, όπως χρωστάνε οι ΗΠΑ στη Μιχαλού, φτερνίζεται και τρέμει ο πλανήτης μην τα κακαρώσει...
Αδικε ντουνιά...


Αυτό το καλοκαίρι μοιάζει σαν να έρχεται χειμώνας. Οι άνθρωποι σκεπτικοί κι ορισμένοι σκυφτοί...

Στα σπίτια πολλοί μετράνε κατηφείς άνεργες ώρες – και τα απογεύματα βρέχει στις πόλεις -μέσα Ιούνη- με μια παράξενη επιμονή,
όσο για τις καλλιέργειες - δεν ξέρω για τις καλλιέργειες, ποιες βλάπτει η βροχή, ποιες όχι...

...................................

Κουρασμένες οι λέξεις πολλά χρόνια τώρα λέγονται αλλ' όμως εξακολουθούν να εκτοξεύονται. Σε τροχιά πάνω απ' τα κεφάλια των ανθρώπων ορισμένες εκρήγνυνται αναλόγως της γόμωσης (πόση φορμόλη, δείκτη απειλής, ποσοστό ψεύδους περιέχουν).


Βαριέσαι να σκύψεις (πιο πολύ απ' όσον ήδη σκύβεις), δεν έχεις το κουράγιο να φυλαχτείς η λέξη που έχει γραμμένο πάνω της το όνομά σου, θα σε βρει.

Ανεργία. Προπαγάνδα. Κλισέ. Πράσινη ΥΕΝΕΔ -κάποια θα σε πετύχει, είναι θέμα χρόνου.
Εριχ Μαρία Ρεμάρκ, διάβαζες μικρός, «Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο», μπήκες στο νόημα νωρίς, περίμενες ένας-ένας οι φίλοι να σκοτώνονται, στα χαρακώματα ή στην επόμενη σελίδα στην άδεια, ξαπλωμένοι κάτω από μια μπουγάδα ασπρόρουχα,

ό,τι πιο κοντινό σε κορίτσι μπορούσε να σου τύχει εκτός απ' τις νοσοκόμες, κυνηγώντας κότες και κλέβοντας χήνες, στην άλλη σελίδα, στο άλλο βιβλίο, χιλιάδες ζωές και ξαφνικά η δική σου έχει σταματήσει αμήχανη με μια απόλυση. Μπροστά σε μια απόλυση.

Την κοιτάς από 'δώ, την κοιτάς από 'κεί, τη βλέπεις τη νύχτα στον ύπνο σου, την κόβεις πίσω απ' την πόρτα σαν να σου 'χει στήσει καρτέρι, κι έτσι σαν να μη θέλεις να βγεις πια έξω, έστω για μια βολτίτσα, να σου προσφέρει η χώρα το φάρμακό της, ένα ουζάκι ή ήλιο ή έναν καφέ ή μια καλή εφημερίδα - τίποτα!

η απόλυση εκεί! ατάραχη! Δεν μπορείς να τη βγάλεις απ' το οπτικό σου πεδίο.
Κάθεται κι αυτή και σε κοιτάει, πάει να σου κάνει λίγη πλάκα: «δεν σε αντέχει η οικονομία» σου λέει, αλλά ούτε εσύ πικρογελάς, ούτε και η ίδια.

Απόλυση - το μυθιστόρημα δεν είναι μεγάλο, λίγες σελίδες, με τη μία τα διάβασες όλα, ούτε την ώρα σου μπορείς να σκοτώσεις μαζί της...

Πόσο χρονώ είσαι;

Τι σημασία έχει για το κοράκι τον δημοσιογράφο που σου κανοναρχεί το Πιστεύω των Πιστωτών σου;

Το χρέος, κύριε!

Τόσα χρόνια που σε κλέβαμε, τζάμπα σε κλέβαμε; πλήρωσε τώρα!

Γυρίζεις πλευρό. Λες, θα πάω στο χωριό. Εχεις ακόμα στην τσέπη σου λίγα ευρώ. Επιτέλους να ξημερώσει! Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα. Εξάλλου έχεις κι εσύ τις δικές σου λέξεις

πανώ, πλακάτ, Μαρία, πορείες, Παπαδιαμάντης, η πλατεία· όλη σου η προίκα η φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου, οι γιοι σου, ο μεγάλος κι ο μικρός,

τις παρατάσσεις όπως τα στρατιωτάκια σου παιδάκι, μπλιτς κριγκ η απόλυση, Δουνκέρκη οι λέξεις σου - τίποτα άλλο πια δεν μπορείς να σκεφτείς.

Απόλυση.

Κατάσταση πολιορκίας.

Κάνεις εσύ τώρα πλάκα στην πάρτη σου, τα γκόλντεν μπόυς ξανάρχισαν να παίρνουν γκόλντεν πριμ, η οικονομία θα αναθερμανθεί, οι απολύσεις θα συνεχισθούν, η κρίση του 2008 τελείωσε, όταν τελειώσει και η κρίση του 2011 (με τις αναγκαίες παράπλευρες απώλειες - τι να κάνουμε;) θα μπούμε στην κρίση του 2013...

...η ζωή συνεχίζεται,

μην κωλώνεις κι αν ξαναβρείς ποτέ δουλειά, μπορεί άνετα να την ξαναχάσεις...

Ουδέν Νεώτερον από τις Μικρές Αγγελίες και σήμερα...

ΣΤΑΘΗΣ Σ. 20.VI.2011 stathis@enet.gr

( Ένας ακόμη συγκλονιστικός Ναυτίλος, ένας ακόμη συγκλονιστικός Στάθης, από τη σημερινή Ελευθεροτυπία )

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

"Η γενική χρησιμότης των φελλών", ο ποιητής Τάσος Ζερβός (1935-1995)


( Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις της κοινωνικής ή  πολιτικής σκηνής - σήμερα ή διαχρονικά -  είναι εντελώς  συμπτωματική )

Η ΓΕΝΙΚΗ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΣ ΤΩΝ ΦΕΛΛΩΝ

Ποιος είπε πως οι φελλοί δεν ωφελούν;

Ύλη ελαστική, οσμή ουδετέρα, αδιάβροχη
σ΄ όλες τις καταστάσεις,
κατάλληλη για επενδύσεις, για μονώσεις
και γι΄ αλιεία, σε θολά – κατ΄ εξοχήν – νερά…

Αρέσουν σ΄ όσους θέλουν να πατούν σε φελλοτάπητες
ή και σ΄ αυτούς που θέλουν
- για τη δική τους τη βαρύτητα –
ένα μέτρο να συμφέρει…

Ναι, τους αρέσουν… Γιατί έτσι που επιπλέουν στη σειρά,
όλοι οι φελλοί σε κάθε μέγεθος,
γαλήνη τους γεμίζουν κι ησυχία,
γιατί με λίγη πίεση,
είναι άριστοι οι φελλοί στη μόνωση
από θερμότητα, υγρασία, ήχους και αλήθεια,
γιατί ποτέ τους δεν θ΄ αφήσουν να φανούν
των κρατικών δεξαμενών οι πάτοι…

Έτσι εν τέλει οι φελλοί ωφελούν.
Παίρνουν κι αυτοί, στον τόπο αυτό,
βαρύτητα. Και μάλιστα φροντίζουν να τονίζουν
ότι κατάγονται απ΄ τη δρυ…

Γι΄ αυτό όση τρικυμία κι αν σηκωθεί
στον  τόπο αυτό
δεν θα ξεράσει τους φελλούς στις άκρες…

Γιατί με τόσες θάλασσες,
τόσες ακτές από αιώνες εθισμένες
να εξοστρακίζουν τα πιο καλά μας κύματα
υπόγεια ρεύματα κι ασήμαντοι θα υποκλέπτουνε τη νίκη
και τους φελλούς θα σώζουν πάλι μεσοπέλαγα…

(από την ποιητική συλλογή «Έφοδος, 1966-1980»)

Τάσος Ζερβός (1935-1995)

«Ήτανε Μανιάτης. Και παθιασμένος με τον τόπο του - ώς το τέλος. Γήινος καθαυτό. Και κυνηγός και ψαράς. Κι αυτά τον κράταγαν στερεώτερα απ’ την δικηγορία, που την άσκησε ωστόσο φιλότιμα επί δεκαετίες. Όμως ο νούς του ήταν πάντα στ’ ανοιχτά. Στα χώματα και τους ανέμους της πατρίδας του. Στα κύματα που σπάν άγρια στις ακτές, και τ’ αναπλήρωνε τα πρώτα χρόνια της εφηβείας και της νιότης του με τους αχούς του λιμανιού - στον Πειραιά, όπου έβγαλε το Γυμνάσιο.

Διάβαζε πολύ Ιστορία, έγραψε κ’ ένα ιστορικό μυθιστόρημα, το «Βασιλιά Κλεομένη», που πολύ το αγάπαγε, μα πιο πολύ απ’ όλα τα γραφτά και τα δικόγραφα και τα χαρτιά, νομίζω πως του άρεσε να δολώνει παραγάδι και να τρέχει νύχτα να το ρίξει και χάραμα να το μαζέψει...

 Γήινος από επιλογή - σ’ ένα σπιτάκι καταφύγιο, τα καλοκαίρια, στη Χαραχιά, μιά παραλία έρημη της Λακωνίας, είμαι βέβαιος πως άν του στήναν φάρο εκεί, θάμενε πάντα φαροφύλακας, χωρίς ποτέ να νοσταλγήσει την Αθήνα. Είχε ένα έμφυτο στιχουργικό ταλέντο, που φαίνεται κυρίως στα σατιρικά-σαρκαστικά της πραγματικότητας ποιήματά του, που έχουν μια πρωτότυπη κριτική χροιά, ανοίγοντας ένα νέο δρόμο σύγχρονης «πολιτικής» ποίησης».


ΜΕΣΑ ΤΟΥ

Μην τον κοιτάτε που αλύγιστος στο βήμα προχωρεί
κι άκαμπτος φαίνεται στις ιαχές της εκκλησίας του Δήμου
εύγλωττος πριν το στόμα του ανοίξει
σαν Αλκιβιάδης που στην Μουνιχία μόλις βγήκε από το πλοίο,
με τον Θρασύβουλο μπροστά, ν΄ ανοίγει δρόμο στη Δημοκρατία…

Αυτός δεν κάνει γι΄ αρχηγός μας…

Από παιδί τον έχουν μάθει μέσα του να σκύβει…

(από την ποιητική συλλογή «Ξύλινα τείχη 1984-1987»)


Η ΔΕΚΑΤΗ

Τότε που ήταν αξεχέρσωτος ο νους του
και πάλευε με το τσαπί και το ξινάρι,
Θεέ μου, τι στίχους είχε πάρει
στις αγριλιές του λογισμού του…

Τότε που πάλευε ν΄ ανάψει τη φωτιά
και δούλευε με λάδι το λυχνάρι,
Θεέ μου, ποιος έφτανε, στο τρέξιμο, στη χάρη,
του νου του την αποκοτιά…

Τώρα τον έχουν πια ηλεκτροδοτήσει. Τα δάνεια κάτι,
κάτι τα τρακτέρ, φυτείες έχουν γίνει οι λογισμοί.
Τους στίχους; πρώτους πρώτους τους έφαγε η δεκάτη
οι τόκοι, οι εισπράκτορες και οι λογαριασμοί…

(από την ποιητική συλλογή «Ξύλινα τείχη, 1984-1987»)

Με τη σύζυγό του Ιουλία Καρυωτάκη, 1963.

«Πολλά τα ποιήματά του μ’ ευαγγελικές αφορμές - μα συμβολική μονάχα διάσταση λάβαιναν στο νού του όλ’ αυτά, γιατί δεν πίστεψε ποτέ σε θεούς και σε θρησκείες. Αν όμως κάτι θα πρεπε πρωτίστως κανείς να του επαινέσει, είν’ η ειλικρίνεια της ματιάς του. Οι στίχοι του αντανακλούν την καρδιά του. Έλεγε αυτό που αισθανόταν, σα να μιλούσε στα ζώα, στη θάλασσα, στις όλο αφτιά ερημιές των Βριλησσίων όπου ζούσε.

Δεν παρίστανε τον «συγγραφέα» - απλώς κατέγραφε την αλήθεια του.  Ποιός ήταν, το λέει καθαρά στο τελευταίο του ποίημα, που χαράχτηκε και στον τάφο του:


ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΓΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΤΑΦΗ

Ενθάδε κείται ο ποιητής Ζερβός
γρήγορος, που του άρεσε να φαίνεται αργός,
στίχων γυμνών, θητών και πελταστών αρχός,
αετός στο ξέφωτο, στο λίγο φως ασβός,
αυλιάς στο πέλαγος, στα ξέβαθα σαργός,
δήλος στα άδηλα, στα δήλα μυστικός,
στους πρώτους έσχατος, στους έσχατος εμπρός,
τώρα άνεμος είναι στα κατάρτια της Αργώς...

(από την ποιητική συλλογή «Προσωπογραφίες ή Το μεσιανό κατάρτι, 1988-1995»)


Στη ζωή λοιπόν αυτός! Στην αντίπερα όχθη πάντα, μοναχός, με τους λίγους, τους ηττημένους και μαζί ελεύθερους!

Η γη των νικημένων είναι γή μου...

έγραφε σε κάποιο απ’ τα πρώτα του ποιήματα, πολύ νέος ακόμα. Κι αλλού:

...ζητώντας []μάταια να βρείς δυό ληστές μαζί να σταυρωθείτε...

Με μιά σπάνια λακωνικότητα στις μελαγχολικές του διαπιστώσεις, και με γραφή απαλλασσόμενη ολοένα από τα περιττά, σε ποιήματα μονόστιχα, δίστιχα ή τετράστιχα, έντονα υπαινικτικά, μαρτυρεί:

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
Η φωνή του σκοτώθηκε σε συλλαλητήρια ιδεών.

ΟΙ ΒΡΟΧΕΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
Τί να προσμένουμε απ’ τις βροχές του Σεπτεμβρίου
εμείς που, λίγο πριν, τόσο την άνοιξη αγαπήσαμε;

Ο ΓΕΝΝΑΙΟΣ
Πόσο γενναίος θα αισθανόμουν
αν πίσω από τη πλάτη μου βρισκόμουν...


Ο Τάσος Ζερβός έλεγε πως ήθελε να ζήσει σα γέρο-πλάτανος... μα η μοίρα δεν του κανε αυτή τη χάρη. Έφυγε στα 60 του «πάνω που είχε ανακαλύψει καινούργια φλέβα, απ’ όπου μόλις άρχιζε ν’ αντλεί λάλον ύδωρ», καθώς εύστοχα έγραψε κάπου ο Τάσος Ρούσσος - κι αυτό το διαπιστώνει κανείς από την ωριμότητα των τελευταίων συλλογών του, όπου μοιάζει να χει βρεί τη δικιά του πλέον φωνή με σιγουριά κι αυτοπεποίθηση, μακριά από κάθε ξένη επίδραση».


ΤΑ ΚΑΘΙΚΙΑ

Με δισταγμό μπήκανε στον αιώνα
με φόβους για ένα δύσκολο χειμώνα…

Διακριτικά ανέκαθεν κρυμμένα
με τα δικά του σχέδια το καθένα…

Τά΄ πιανε πανικός σε κάθε οσμή μεγάλη
κρυφά αλλάζαν μεταξύ τους τη σκυτάλη…

Κι ήξεραν πως μπορούσαν να επιζήσουν
μόνον αν έλθουν κι άλλοι να καθίσουν…

Κι η πρόοδος ήρθε διακριτικά
με νέες ιδέες κι αποσμητικά.

Βήμα το βήμα κυκλοφόρησαν τα νέα
πως γίνονται τ΄ ασήμαντα σπουδαία…

Κι αφού είδαν πως περπάταγε ο μύθος
αντικατέστησαν το ήθος με το πλήθος…

Κι όταν επήλθε πλήρης σύγχυση στων ιδεών τις γεύσεις
όλα τους συγχωνεύτηκαν σ΄ ομαδικές αποχετεύσεις…

Κι επικαλούμενα εν τέλει και τη χούντα
έγιναν πλέον δοχεία συγκοινωνούντα…

(από την ποιητική συλλογή «Πάραλος, 1981-1983»)


«Στη δημιουργία του ήτανε σεμνός. Έμεινε πάντα έξω από κλίκες ποιητικές, μακριά από λογοτεχνικές ματαιοδοξίες, αδιάφορος για υστεροφημίες. Ομολογούσε -πράγμα σπάνιο γιά ποιητές, που δύσκολα συνήθως μπορούν ν’ αυτοκριθούν και ν’ αυτολογοκριθούν!- πως: «20 ποιήματα θα μείνουν, κι αυτά τα θεωρώ υπεραρκετά».

Ο Ζερβός δεν ήταν «μεγάλος» ποιητής. Θα γέλαγε με τέτοιο χαρακτηρισμό του. Άλλωστε στην εποχή μας, όπου όλοι βαφτίζονται «μεγάλοι», θα του άρεσε να μείνει εκτός... Ήταν ένας προικισμένος τεχνίτης και μιά φωνή με ποιότητες, που τους άξιζε περισσότερη προσοχή απο κείνην που του επιφύλαξαν οι ψευδο-επαίοντες των πνευματικών κυκλωμάτων».


ΑΥΤΟΣ Ο ΠΟΤΑΜΟΣ

Αυτός ο ποταμός δεν είχε λόγους να στερέψει…

Μόνο και μόνο για να εκδικηθεί μια θάλασσα
που τίποτα ποτέ της δεν του αντίδωσε
κι αηδιασμένος απ΄ τις δουλειές των παροχθίων
αιφνίδια ρευστοποίησε τα υπάρχοντά του
σε υπόγειες πηγές μεταναστεύοντας…

Και τώρα διάφοροι γελοίοι επάνω
τον απειλούν με γεωτρήσεις…

(από την ποιητική συλλογή «Πάραλος, 1981-1983»)


Έκανα την  επιλογή των ποιημάτων από το βιβλίο «Τάσος Ζερβός, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», με φιλολογική επιμέλεια του Άγγελου Παρθένη, από τις εκδόσεις «ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ»,  Αθήνα 2004. Στην έκδοση αυτή που επιμελήθηκε η οικογένεια του ποιητή μετά τον πρόωρο θάνατό του, είναι συγκεντρωμένο όλο το έργο (ποιητικό) του.

Το βιογραφικό κείμενο είναι αποσπάσματα από δημοσίευση του κ. Στάντη Ρ. Αποστολίδη στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στις  26-5-2004.

Ευχαριστώ τον κ. Δημήτρη Ζερβό, αδελφό του ποιητή, για την παραχώρηση των φωτογραφιών.

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Working Class Hero



Ημέρα γενικής απεργίας σήμερα, γενικού ξεσηκωμού και το τραγούδι αυτό του John Lennon  που γράφτηκε περίπου πριν από σαράντα χρόνια παραμένει - δυστυχώς -  επίκαιρο. Ακολουθεί μια απόπειρα από μεριάς μου για ελεύθερη απόδοση των στίχων στα Ελληνικά. Ας δείξουν την επιείκειά τους οι γνωρίζοντες την Αγγλική.

As soon as your born they make you feel small,
By giving you no time instead of it all,
Till the pain is so big you feel nothing at all,
A working class hero is something to be,
A working class hero is something to be.
They hurt you at home and they hit you at school,
They hate you if you're clever and they despise a fool,
Till you're so fucking crazy you can't follow their rules,
A working class hero is something to be,
A working class hero is something to be.
When they've tortured and scared you for twenty odd years,
Then they expect you to pick a career,
When you can't really function you're so full of fear,
A working class hero is something to be,
A working class hero is something to be.
Keep you doped with religion and sex and TV,
And you think you're so clever and classless and free,
But you're still fucking peasents as far as I can see,
A working class hero is something to be,
A working class hero is something to be.
There's room at the top they are telling you still,
But first you must learn how to smile as you kill,
If you want to be like the folks on the hill,
A working class hero is something to be.
A working class hero is something to be.
If you want to be a hero well just follow me,
If you want to be a hero well just follow me.

John Lennon (1940-1980)

Απ΄ τη γέννησή σου ακόμα σε κάνουν να νιώθεις μικρός,
Στερώντας σου το χρόνο αντί να στον δίνουν όλο,
Μέχρι ο πόνος να είναι τόσο δυνατός που να μην αισθάνεσαι τίποτα,
Αξίζει να γίνεις ένας ήρωας της εργατικής τάξης,
Αξίζει να γίνεις ένας ήρωας της εργατικής τάξης.
Σε πληγώνουν στο σπίτι και σε χτυπούν στο σχολείο,
Σε μισούν αν είσαι έξυπνος και σε περιφρονούν αν είσαι βλάκας,
Ώσπου τρελαίνεσαι και δεν μπορείς ν΄ακολουθήσεις τους κανόνες τους,
Αξίζει να γίνεις ένας ήρωας της εργατικής τάξης,
Αξίζει να γίνεις ένας ήρωας της εργατικής τάξης.
Αφού σε βασανίζουν και σε τρομάζουν για είκοσι παράξενα χρόνια,
Μετά περιμένουν να διαλέξεις καριέρα,
Όταν εσύ φοβισμένος δεν μπορείς να λειτουργήσεις,
Αξίζει να γίνεις ένας ήρωας της εργατικής τάξης,
Αξίζει να γίνεις ένας ήρωας της εργατικής τάξης.
Σε ντοπάρουν με θρησκεία, σεξ και τηλεόραση,
Κι εσύ νομίζεις ότι είσαι έξυπνος, αταξικός και ελεύθερος,
Αλλά απ΄ όσο μπορώ να δω είσαι ακόμη ένας άθλιος χωριάτης,
Αξίζει να γίνεις ένας ήρωας της εργατικής τάξης,
Αξίζει να γίνεις ένας ήρωας της εργατικής τάξης.
Υπάρχει ακόμη χώρος στην κορυφή σου λένε,
Μα πρέπει πρώτα να μάθεις να χαμογελάς όταν σκοτώνεις,
Αν θέλεις να γίνεις σαν αυτούς εκεί πάνω στο λόφο,
Αξίζει να γίνεις ένας ήρωας της εργατικής τάξης,
Αξίζει να γίνεις ένας ήρωας της εργατικής τάξης.
Αν θέλεις να γίνεις ήρωας απλά ακολούθησέ με,
Αν θέλεις να γίνεις ήρωας απλά ακολούθησέ με.

                                          

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

"Γιατί μπαμπά;" (μια αναφορά στους "αγανακτισμένους")



Λένε πως από την εφορία μπορείς να ξεφύγεις, από τις ερωτήσεις ενός παιδιού όμως, ποτέ. Ειδικά όταν τα μάτια του αιχμαλωτίζουν τα δικά σου και σε πιέζουν ασφυκτικά να απαντήσεις.  Με τις κόρες μου πάντα συζητάμε.  Από μωρά, πριν ακόμα αρθρώσουν λόγο, συνήθιζα να τους μιλάω. Ήξερα μέσα μου πως με καταλάβαιναν κι ας μη μπορούσαν ν΄ απαντήσουν. 

Κι αργότερα όταν άρχισαν να μεγαλώνουν και μπορούσαμε να κάνουμε διάλογο, έβρισκα πάντα τον τρόπο με αφορμή διάφορα γεγονότα ή περιστατικά να προκαλώ μια συζήτηση. Δεν εννοώ «κήρυγμα». Η αλήθεια είναι πως συχνά ήρθα - μέσα από τέτοιες συζητήσεις -  σε δύσκολη θέση. Ίσως να απέφυγα κάποιες φορές τις ερωτήσεις τους, όμως ποτέ δεν τις κορόιδεψα. Προσπαθούσα πάντα να είμαι ειλικρινής απέναντί τους, δεν ξέρω άλλο δρόμο.

Αρκετές φορές κατεβήκαμε οικογενειακώς σε μια συγκέντρωση, είτε των οικοδόμων ήταν αυτή είτε πρωτομαγιάτικη, μαθητικό συλλαλητήριο ή μια γενική απεργία. Πεποίθησή μου είναι πως τα παιδιά πρέπει να συμμετέχουν σε όλες τις διαδικασίες και εκδηλώσεις της ζωής μαζί με τους γονείς τους, να κοινωνικοποιούνται, να χουν τα μάτια και τ΄ αυτιά τους ανοιχτά και να μη δέχονται «αμάσητα» ό,τι τους σερβίρουν στο σπίτι οι γονείς ή ο δάσκαλος στο σχολείο. Να έχουν άποψη – από μικρά – και να την υποστηρίζουν.

Εδώ και πολύ καιρό οι ειδήσεις των καναλιών της τηλεόρασης «δεν παίζουν» στο σπίτι. Μου προκαλούν αηδία όλοι αυτοί οι τύποι που ιδρώνουν μπροστά στους προβολείς για να με πείσουν, πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να βγούμε από την κρίση – είμαι κι εγώ συνυπεύθυνος για την ύπαρξή της άλλωστε – και κάτι πρέπει να τρέχει με την περίπτωσή μου αφού δεν μπορώ να κατανοήσω πως ό,τι γίνεται, γίνεται για το καλό μου.

 Όλοι αυτοί που διατείνονται πως «όλους» μας έπληξε η κρίση και «όλοι» πρέπει να βάλουμε πλάτη για να βγούμε απ΄ αυτή και πόσο προσπαθεί η κυβέρνηση για το καλό μας και πόσο κακόπιστοι και κατευθυνόμενοι είμαστε όσοι πιστεύουμε σε άλλες λύσεις. Και μόλις τελειώσουν τη βάρδιά τους βάζουν τη γραβάτα στην τσέπη και σπεύδουν παρέα με τους πολιτικούς που λίγο πριν… «μαστίγωναν» ανελέητα μπροστά στο φακό, στα μπιστρό και εστιατόρια του Κολωνακίου, για να πνίξουν την πίκρα και τη στεναχώρια τους για τον απλό λαό που υποφέρει, στο ουίσκι και τους αστακούς. Γιατί η δική τους «κρίση» θέλει καλοπέραση.

Ήταν  απόγευμα Δευτέρας, από εκείνα που απλώνεις το κουρασμένο  κορμί σου στον καναπέ και προσδοκάς λίγες στιγμές ηρεμίας - όσο γίνεται -  και ξεκούρασης, όταν δέχτηκα  το πρώτο «χτύπημα»: «μπαμπά χθες η φίλη μου η… πήγε με την οικογένειά της στο μουσείο της Ακρόπολης και μετά πέρασαν από την πλατεία Συντάγματος. Ήταν μαζεμένοι πολλοί άνθρωποι εκεί και  φώναζαν κλέφτες-κλέφτες και μούντζωναν όλοι μαζί τη Βουλή και τους πολιτικούς, μούντζωνε και η φίλη μου».

Και πριν προλάβω να συνέλθω: «μπαμπά εμείς πότε θα πάμε να φωνάξουμε στους πολιτικούς, πηγαίνει ο κόσμος κάθε μέρα, και η κυρία μας στην τάξη πήγε». ( Η «κυρία» είναι η δασκάλα της που παρεμπιπτόντως όταν οι δάσκαλοι απεργούν, αυτή εργάζεται γιατί όπως λέει στην τάξη «έχει οικονομικό πρόβλημα» και αυτοί που απεργούν δεν έχουν υποχρεώσεις!!!)

Προσπαθώντας να ανασυντάξω τις δυνάμεις μου  επήλθε η πανωλεθρία: «η κυρία μας είπε πως πρέπει όλοι να πάμε γιατί οι πολιτικοί είναι κακοί και κλέφτες και πως αν φυσήξουμε όλοι μαζί θα φύγουν, γιατί μπαμπά εμείς δεν πηγαίνουμε;». Την παρακάλεσα να μου φτιάξει καφέ για να κερδίσω χρόνο. Η κούραση που ένοιωσα ξαφνικά ήταν περισσότερη από την κούραση μιας μέρας στο γιαπί. Πάνε κι εκείνες οι στιγμές της ηρεμίας που αναζητούσα. Δεν έπρεπε να παραδοθώ όμως χωρίς συζήτηση. Θα ήταν η εύκολη λύση.

Παρακολουθώ - ειδικά μέσα από τα blogs - από το ξεκίνημά του αυτό το λεγόμενο κίνημα των «αγανακτισμένων». Μου άρεσε στην αρχή που όλος αυτός ο κόσμος βγήκε στο δρόμο, καιρός ήταν είπα. Μου άρεσε επίσης που γέμισαν τους δρόμους και τις πλατείες οικογένειες με παιδιά, γονείς και παππούδες. Όμως… Κάτι δεν μου «πήγαινε» σ΄ αυτή την ιστορία, κάτι που με κράτησε στο σπίτι και δεν μ΄ άφησε να τρέξω στο δρόμο με τους άλλους.

Γύρισα πολλές σελίδες στο ημερολόγιο από εκείνα τα πρώτα χρόνια της νιότης, τότε που πίστευα πως  είμαι ο μοναδικός  κάτοχος της «αλήθειας» και  δεν σήκωνα μύγα στο σπαθί μου. Από τότε που πίστευα πως όποιος δεν είναι «δικός μας» είναι «εχθρός», με τους απέναντι. Ακόμα και τότε όμως πίστευα πως δεν είναι όλοι ίδιοι. Πόσο μάλλον σήμερα που με πιο ώριμη - θέλω να πιστεύω -  ματιά βλέπω τα πράγματα.

Μου προκάλεσε εντύπωση αρχικά το γεγονός ότι είπαν καλά λόγια γι αυτό το «κίνημα των αγανακτισμένων» ιεράρχες, έγραψαν καλά λόγια οι μεγαλοδημοσιογράφοι και «κάλυπταν» με ατελείωτες ζωντανές συνδέσεις τα κανάλια της τηλεόρασης. Όμως γιατί να συμβεί κάτι τέτοιο; Ποια άλλη φορά εξέφρασε την αγάπη και την αλληλεγγύη του σε απεργούς ο "άγιος" Θεσσαλονίκης;

Πότε ένοιωσαν συμπαράσταση ή άκουσαν ένα καλό λόγο οι άνεργοι της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης  του Περάματος από τους καψολυριτζοικονομουπρετεντερηδοπαπαχελάδες και τους άλλους τζουτζέδες της «ενημέρωσης»; Και αλήθεια πότε προέβαλλαν ή έστω ανέφεραν μια απεργία των οικοδόμων τα μικρότερα ή "μεγκάλα" τηλεοπτικά κανάλια;

Μήπως προβάλλουν το «κίνημα των αγανακτισμένων» γιατί δεν τους ενοχλεί; Μήπως τα πυρά του «κινήματος» αυτού (οι μούντζες και οι κατσαρόλες δηλαδή) είναι τζούφια, άσφαιρα; Αρκεί άραγε ένα φύσημα απ΄ όλους μας για να φύγουν οι κακοί πολιτικοί; Σίγουρα όχι. Το σύστημα έχει τις «εφεδρείες» του  όπως έχει τις τάξεις του κι αυτές τα κόμματα-εκφραστές τους. Και ξέρουν τη δουλειά τους καλά. Πόσο όμορφα ταιριάζει στην περίπτωση ο στίχος του μεγάλου μας Ελύτη «ήρθαν ντυμένοι φίλοι οι εχθροί μου»!

Δεν με εξέφραζαν ποτέ οι μούντζες και οι αφορισμοί κατά πάντων. Ούτε συνθήματα τύπου «να καεί να καεί το μπουρδέλο η βουλή». Δεν είναι όλοι οι πολιτικοί ίδιοι, όπως δεν είναι κι όλες οι πολιτικές που - οι πολιτικοί -  εκφράζουν ίδιες. Υπάρχουν εκεί μέσα στο Κοινοβούλιο, αλλά και έξω από αυτό, άνθρωποι και ιδέες που δεν ένοιωσα ποτέ να με προδίδουν. Αυτοί που τους θυμάμαι νέους (νέος κι εγώ τότε) δίπλα μου στις μαθητικές κινητοποιήσεις, στα προβλήματα της γειτονιάς μου κι αργότερα στις απεργίες και τις διεκδικήσεις των δικαιωμάτων μου.

Αυτοί που μέχρι σήμερα «τα μαύρα τα μαλλιά τους κι αν ασπρίσαν δεν τους τρομάζει η βαρυχειμωνιά». Δεν πρόδωσαν ποτέ το όραμα μιας καλύτερης κοινωνίας. Και το σπουδαιότερο: χ ω ρ ί ς ανταλλάγματα!  Είναι αυτοί, άνθρωποι λαϊκοί όπως εγώ κι εσύ, που μπήκαν στην πολιτική φτωχοί κι έμειναν φτωχοί ή έγιναν φτωχότεροι. Οι κομμουνιστές. Κι αν διαφωνώ μαζί τους σε διάφορα ζητήματα και πρακτικές, αυτό δεν με εμποδίζει να πω πως ήταν  πάντα δίπλα μου στα δύσκολα και (υπο)στήριξαν τα δικαιώματά μου. Αυτοί οι πολιτικοί που σύμφωνα με τους πολύχρωμους παπαγάλους της τηλεόρασης «δεν μπορούν να πείσουν το λαό για τις ιδέες τους» γιατί «λένε πάντα τα ίδια, με την ίδια ξύλινη γλώσσα».

Οι ίδιοι αυτοί παπαγάλοι πασχίζουν να μας πείσουν πως υπάρχουν έντιμοι πολιτικοί στα δύο «μεγάλα» κόμματα. Και τους δίνουν απλόχερα βήμα για να μας συμβουλεύσουν (αυτοί που μας έφτασαν ως εδώ!) πως θα βγούμε από την κρίση. Τι κοροϊδία! Έντιμος παύεις να είσαι όχι μόνο αν απλώσεις χέρι στο ταμείο, αλλά κι αν κάνεις τα στραβά μάτια σ΄ αυτόν που το κάνει. Η σιωπή είναι συνενοχή. Κανείς τους δεν είναι πια καθαρός.

Όσοι με την ενεργό συμμετοχή τους στην άσκηση της εξουσίας έφεραν το λαό μας στη σημερινή κατάντια, είναι ένοχοι. Όσοι σώπασαν και δεν αντιστάθηκαν σ΄ αυτή την πολιτική, είναι ένοχοι. Όσοι δε συμφωνούν με τις αναλογίες στο «μίγμα» της πολιτικής, είναι ένοχοι. Ένοχοι κι όλοι μαζί οι παρατρεχάμενοί τους που αγωνιούν για συνδιαχείριση, για μια καρέκλα, για μια θέση στην εξουσία. Όλοι έδωσαν τις εξετάσεις τους και κόπηκαν στη συνείδηση του απλού κόσμου. Ειδικά κάποιοι κρατικοδίαιτοι πρώην συνδικαλιστές με χοντρούς σβέρκους που εξαργύρωσαν τους όποιους «αγώνες» τους με πολυτελή κοστούμια και απαστράπτουσες λιμουζίνες, με βουλευτικούς και υπουργικούς θώκους.

Δεν απαξιώ όλον αυτόν τον κόσμο που γέμισε τις πλατείες. Είναι απλοί άνθρωποι, εργαζόμενοι όπως κι εγώ, άνεργοι, φοιτητές, συνταξιούχοι κλπ. Αγανάκτησαν με την σημερινή κατάσταση και βγήκαν να διαμαρτυρηθούν. Μήπως όμως πρέπει να σκεφτούν πως αυτοί που τους «χτυπούν φιλικά στην πλάτη» και τους προμοτάρουν, θέλουν και τους βολεύει να μένουν έτσι απλά και μόνο «αγανακτισμένοι» και «καθαροί» από κομματικές επιρροές; Μήπως πρέπει να δουν πως το «κίνημά» τους άρχισε να εκφυλίζεται;

Μήπως πρέπει να κάνουν ένα (έστω για αρχή) βήμα παραπέρα και η αγανάκτηση να γίνει συνειδητή αντίσταση απέναντι σ΄ αυτούς που μας καταδυναστεύουν; Για μένα δεν τίθεται κάποιο δίλημμα. Την Τετάρτη η θέση μου (μας) είναι στο δρόμο, στη γενική απεργία. Θα πάρω τα παιδιά μου και θα πάμε  στη συγκέντρωση του ΠΑΜΕ, με το "μπλοκ" των οικοδόμων. Εμείς συμμετέχουμε στο «κίνημα» των συνειδητοποιημένων.
  
(Είχα προγραμματίσει  η ανάρτηση αυτή να αφορά τεχνικά θέματα, δεν μπορώ όμως να μην πάρω θέση για όσα συμβαίνουν μπροστά μας. Όταν το σπίτι σου πιάσει φωτιά δεν μπορείς να γράψεις για λάσπες και τούβλα. Αυτά μπορούν να περιμένουν.)

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

Ξυπνήστε!



(Στίχοι-Μουσική-Ερμηνεία: Πάνος Τζαβέλλας)

Φυσά στις στέγες του ντουνιά
με σηκωμένο το γιακά
πικρός διαβάτης περπατά
κλαίει, γελά, παραμιλά.

Πώς μας τη φτιάξαν τη ζωή
Μίση, πολέμοι και καπνοί
βρωμίζει ο φασισμός τη γη
σαν κότες σφάζονται οι λαοί
κι εμείς στον ύπνο το βαθύ.

Φτιασιδωμένη η ψευτιά
γυρνά στους δρόμους και γελά
μπουτίκ, βολάν και ξιπασιά
προ-πό, λαχεία, διαφθορά.
Κι άλλοι με ιδρώτα το ψωμί
κι άλλοι πουλάν μισοτιμή
πατρίδα λευτεριά τιμή
αρκεί να πιάσουν την καλή
να γίνουν υπουργοί.

Ήμασταν ζωντανοί νεκροί
μας δίνανε μ΄ ανταλλαγή
τη μπόμπα την ατομική
το Ισραήλ για να σωθεί.
Ακόμα ο στόλος ναυλοχεί
γεμάτη πόρνες η ακτή
κι αν φύγανε οι Γερμανοί
ήρθαν οι Αμερικανοί
καινούρια πάλι κατοχή.

Η CIA βαρά νταγερέ
χόρευε νάιλον υπουργέ
σαν καραγκιόζης στο μπερντέ
κι εσύ να κλαις πικρέ λαέ.
Κι ο Βάρναλης μας το ΄χε πει
χωρίς καμιά περιστροφή
στης Χούντας το αλισβερίσι
λεύτερο ήταν το χασίσι
ποτέ ο λαός να μην ξυπνήσει.

Γλυκοχαράζει στα βουνά
μοσχοβολούν τα γιασεμιά
τραγούδι αρχίζουν τα πουλιά
γελά η θάλασσα πλατιά
κι εμείς οικόπεδα και Ι.Χ
ψυγεία έπιπλα TV.
κουτόχορτο με πληρωμή
και δίπλα φεύγει η ζωή

Ξυπνήστε
Ξυπνήστε νέες, ξυπνήστε νιοί
βγέστε απ΄ του τάφου τη σιωπή
δείτε του κόσμου τη ντροπή
γίνετε χίλιοι κεραυνοί
και κάψτε μας ή σώστε μας
γλιτώστε μας, ή θάψτε μας.

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

"Κολχόζ ο παράδεισος..."

(Αναδημοσίευση της στήλης «Ναυτίλος» του Στάθη, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» το Σάββατο 21-5-2011).

Παλιό το στερεότυπο ότι οι Ελληνες δουλεύουν λιγότερο απ' τους Γερμανούς (στην πραγματικότητα δουλεύουν πολύ περισσότερο) -κι όμως η κυρία Μέρκελ το επανέλαβε με τη ρατσιστική διάθεση της μπυραρίας- έτσι στο άνετο!  

Ολόκληρη πρωθυπουργός να λέει εν γνώσει της μπαρούφες για έναν ολόκληρο λαό!

Αλλά γιατί όχι; ο ίδιος μας ο Πρωθυπουργός δεν μας διέσυρε εκεί στην ξένη ως τεμπέληδες; Ή μήπως, κι αυτό είναι εξ όλων το αισχρότερο, δεν πιστεύουν τέτοια στερεότυπα και πολλοί Ελληνες;

Ρατσιστές με τον εαυτόν τον ίδιο αυτοί οι κομπλεξικοί γραικύλοι, τους αρκεί να τη βρίσκουν, νομίζοντας ότι αυτός ο ρατσισμός για τον «τεμπέλη Ελληνα» αφορά τους συμπατριώτες τους κι όχι και τους ίδιους...


Τον παλιό καλό καιρό, όταν ακόμα υπήρχε το οχτάωρο, τα Σάββατα έπινε κι ο Θεός τον καφέ του...

Φούμαρε και στη ζούλα, κρυφά απ' το Αγιον Πνεύμα, και κάνα τσιγαράκι, κοίταζε ο Πλάστης την πλάση - τα πάντα εν σοφία ποιήσας χαμογελούσε ευχαριστημένος - άγνωστοι αι βουλαί Του, και το 'ριχνε στις βόλτες.

Η αλήθεια είναι ότι ο Πανάγαθος το παράκανε, όλο σε τριήμερα ξεχείλωνε τα γουήκ εντ, από μια πλευρά κατανοητό, είναι και πολλά τα τέκνα του, άρχιζε από Παρασκευής, διάλεγε και πήγαινε σε κάποιο τζαμί, στη Βαγδάτη ή στην Καζαμπλάνκα,

έπιανε κουβέντα με τους πιστούς, μάθαινε τα βάσανα του ντουνιά - όλα είναι γραμμένα αναστέναζε και αρχομένου του Σαββάτου διάλεγε μια Συναγωγή στο Βερολίνο ή στη Νέα Υόκρη και πήγαινε να ακούσει ξανά στην αρχαία γλώσσα ιστορίες απ' την εποχή που ήταν ακόμα ο κόσμος νέος.

Τέλος, τις Κυριακές ο Παντοδύναμος περνώντας πότε από ένα εκκλησάκι στο Αιγαίο και πότε από μια γοτθική Καθεδρική της κεντρικής Ευρώπης, έκλεινε την τριήμερη σχόλη του βλέποντας το ηλιοβασίλεμα στην Παταγωνία ή πηγαίνοντας θέατρο στη Μόσχα...

Μεγαλεία.

Το πάλαι ποτέ όταν ο Κτίστης έχτιζε τον Κόσμο εργαζόταν έξι ημέρες και αναπαυόταν την έβδομη - όμως με τους αιώνες, όταν το μέγα μέρος της εργασίας ανέλαβαν οι άνθρωποι, συνταξιούχος πλέον ο Δημιουργός επέτρεψε στον εαυτόν Του την πολυτέλεια του γουηκ εντ άντε κι ορισμένων ακόμα αργιών:

του άρεσε η 4η Ιουλίου είχε χαζοχαβαλέ, πήγαινε και στην ημέρα της Αντιφασιστικής Νίκης στο Νεκροταφείο του Λένινγκραντ να υποβάλει τα σέβη του κι οπωσδήποτε γιόρταζε με τους Κινέζους κάθε χρονιά το νέον έτος, χόρευε μέσα στους χάρτινους δράκους και πάνω στα πυροτεχνήματα ή έπλεε μέσα σε ένα φαναράκι πάνω στο Κίτρινο Ποτάμι.


Την πρώτη φορά που άκουσε ο Πάνσοφος ότι «χαλάει την πιάτσα», δεν πίστευε στα αυτιά του. Κι όμως! ένας Καλβινιστής πάστορας από την Ελβετία κι ένας Ευαγγελικός ραδιοφωνικός ιεροκήρυκας από τη Γιούτα, δήλωναν urbi et orbi ότι ο Θεός το έχει παρακάνει με τον τρόπο που ζει, χαλαρά χωρίς να παράγει όλο ταξιδάκια κι επιτέλους!

δεν καταλαβαίνει ο τα πανθ' ορών ότι έτσι τίθεται εν κινδύνω το ασφαλιστικό σύστημα; Πόσον καιρό σκοπεύει ακόμα να ζήσει;

Και ώς πότε οι σκληρά και τίμια εργαζόμενοι άνθρωποι θα Του πληρώνουν εισφορές τους για να πηγαίνει ο Πανταχού Παρών δώθε κείθε, ταξιδάκια στο Μάτσου Πίτσου και το Χονγκ Κονγκ;

Ηταν να μην αρχίσει η γκρίνια. «Τι προσφέρει ο Αμνός;» ούτε καν φόρους πληρώνει, είναι ακτήμων. Ούτε καν πιστωτική κάρτα διαθέτει, είναι παρίας· κλοσάρ, αποσυνάγωγος. Μυρμήγκια οι άνθρωποι και τζίτζικας ο Θεός; Πού ακούστηκε;

Προσπάθησε να ορθώσει έναν αντίλογο ο Παντογνώστης (συμβουλευόμενος καλού-κακού και τον Λόγο), άρχισε να εξηγεί ότι απλώς ζει ανθρώπινα, αλλά πού να τον ακούσουν οι άνθρωποι;

Αρον άρον Σύνοδον, Συνέδριο και Κονγκλάβιο να συσκεφθούν οι ηγεσίες και να συναποφασίσουν οι λαοί, τι θα κάνουν με έναν Θεό που πια δεν τους εκφράζει, δεν τους εκπροσωπεί, δεν τους μοιάζει.

Θεός ελεήμων, πολυεύσπλαχνος κι αγαπησιάρης; Ευρύχωρος, παιγνιδιάρης και ταξιδιάρης; - ποιος τον χρειάζεται; Σε κάποιον άλλον Γαλαξία ίσως - πάντως όχι στον δικό μας.

Κι έτσι, ο πρώτος που έθεσε θέμα απόλυσης του Θεού, διαπίστωσε ότι δεν ήταν μόνος!

Γιατί όχι; βεβαίως! ναι! ώρα να τελειώνουμε με τα κολλήματα απ' το παρελθόν! - η απόφαση δεν άργησε να βγει...

Μια φορά κι έναν καιρό...

ΣΤΑΘΗΣ Σ. 21.V.2011 (Ελευθεροτυπία)

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Η ξεφτίλα (μας) δεν έχει όρια!

Είναι καθημερινό φαινόμενο, συνάδελφοι οικοδόμοι, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, «κουζινάδες» και κάθε λογής απασχολούμενοι ή εργαζόμενοι στην οικοδομή, να περνούν απ΄ το γιαπί και ν΄ αναζητούν τον ιδιοκτήτη για να του δώσουν μια προσφορά. Είναι συνηθισμένο επίσης, να μπαίνουν στην οικοδομή και ν΄ αφήνουν τα «διαπιστευτήριά» τους με μπογιά στους τοίχους ή διαφημιστικά φυλλάδια.

Εσείς εμπιστεύεστε αυτόν τον "επαγγελματία";

Προσωπικά δεν πίστεψα ποτέ ότι με τον τρόπο αυτό θα ωφεληθώ επαγγελματικά και δεν τον ακολούθησα, δεν κατακρίνω όμως κανέναν για τον τρόπο που σκέφτεται. Μέσα στον ορυμαγδό που δημιούργησε η κρίση, ο κλάδος των κατασκευών βγαίνει λαβωμένος όσο ίσως κανένας άλλος. Η ανεργία στην οικοδομή έχει πάρει ήδη εφιαλτικές διαστάσεις και η απελπισία κυριεύει όλο και μεγαλύτερα στρώματα εργαζομένων. Υπάρχει όμως ένα «αλλά».

Χθες πέρασε από το γιαπί ένας συνάδελφος σοβατζής. Μου ζήτησε τον αριθμό  τηλεφώνου του ιδιοκτήτη. Του αντέτεινα πως μπορεί αν θέλει να μου αφήσει ένα χαρτί με το όνομα και το τηλέφωνό του και θα του το  μεταφέρω. Δεν έχω λόγους για το αντίθετο άλλωστε. Έσπευσε στο αυτοκίνητό του και κρατώντας ένα χαρτί μου λέει: «δώσε του αυτό και να του πεις ότι μπορώ να κάνω και κάτι καλύτερο».

Το χαρτί ήταν ένα φωτοαντίγραφο «οικονομικής προσφοράς» που σαν φέιγ-βολάν, προφανώς μοίραζε σε όλες τις οικοδομές. Επάνω του έγραφε μόνο τέσσερις τιμές και ένα κινητό τηλέφωνο. Οι τιμές ήταν κυριολεκτικά κάτω του κόστους, υλικών και εργασίας.

Τον ρώτησα, πως γίνεται για όλες τις οικοδομές να ισχύει η ίδια προσφορά. Η κάθε οικοδομή είναι και μια ξεχωριστή περίπτωση. Το σοβάτισμα είναι μια ιδιαίτερη εργασία με πολλές ιδιομορφίες. Αν για παράδειγμα τα μπετά και τα κτισίματα είναι στραβά και έχεις πολλά «γεμίσματα» με πάχος σοβά μεγαλύτερο του κανονικού, «μπήκες μέσα» οικονομικά. Περισσότερο, αν έχεις τη δουλειά με τα υλικά.

«Φίλε», μου λέει, «αυτά είναι πολυτέλειες, ψιλά γράμματα, ας πάρω τη δουλειά και θα τα δούμε αυτά»!!! Μετά απ΄ αυτό δεν είχα άλλο επιχείρημα να του εκφράσω ή μάλλον είχα αλλά δεν υπήρχε λόγος.

Πριν λίγες μέρες έδωσα μια προσφορά για τα κτισίματα μιας νέας οικοδομής. Κάλεσα τον υποψήφιο εργοδότη στο γιαπί, να του δείξω τη δουλειά μου και να του εξηγήσω στην πράξη, αυτά που γράφω στα χαρτιά της προσφοράς. Για να μην πολυλογώ, ήρθε συνολικά τρεις φορές για να συζητήσουμε. Την τρίτη φορά μου έφερε το μαντάτο: «έχω μια προσφορά με τα υλικά, με εφτά ευρώ το τετραγωνικό». Έμεινα άναυδος. Πολλές φορές όταν ακούσω κάτι παράλογο, λέω ότι τ΄ άκουσα όλα. Μέχρι την επόμενη φορά. Γιατί η ξεφτίλα, κατά τα φαινόμενα, δεν έχει όρια.

Ας αναλύσουμε τι σημαίνει «εφτά ευρώ με τα υλικά για κάθε τετραγωνικό μέτρο». Ένα τετραγωνικό μέτρο κτισμένου τοίχου αποτελείται από σαράντα (40) τούβλα, λάσπη και την εργασία που καταβάλλουν, κάποιος εργάτης και κάποιος τεχνίτης για να τον κτίσουν. Σαράντα (40) τούβλα προέλευσης Βαβουλιώτη (γι αυτά ο λόγος) κοστίζουν, μετά την αύξηση που πήραν προ ημερών, 4,92 ευρώ, στην καλύτερη τιμή της αγοράς. Η λάσπη κοστίζει  περίπου 1,10 ευρώ. Μόνο η αγορά των υλικών λοιπόν, κοστίζει με τις καλύτερες τιμές 6 ευρώ. Η εργασία; Σίγουρα δεν κοστίζει μόνο 1 ευρώ, που λείπει μέχρι να φτάσουμε στα εφτά.

Για την ποιότητα στην εργασία τι να πει κανείς; Ούτε λόγος να γίνεται. «Αυτά είναι ψιλά γράμματα». Έστω όμως, αυτή η κακή ποιότητα εργασίας πόσο μπορεί να κοστίζει; Ούτε λόγος για 1 ευρώ βέβαια! Είναι προφανές ότι ο «συνάδελφος» δεν «παίζει τίμια». Αν ο ιδιοκτήτης πέσει στην παγίδα του, κάθε νοήμων συνάνθρωπος μπορεί να προβλέψει τα επακόλουθα.

Μη βιαστείτε κάποιοι από σας, να σκεφτείτε: «ξένοι είναι, αυτοί φταίνε για όλα». Έτσι για την ιστορία, η πρώτη περίπτωση αφορά αλλοδαπό και η δεύτερη συμπατριώτη μας. Τα δύο παραδείγματα που ανέφερα μοιάζουν μεταξύ τους, δεν είναι όμως ίδια. Αν για το πρώτο παράδειγμα χτύπησε ήδη ο συναγερμός, στο δεύτερο…το αδίκημα βρίσκεται σε εξέλιξη.

Είναι η κρίση όμως λόγος για να γίνουμε κλέφτες; Η ζημιά που μας προκαλεί η οικονομική κρίση είναι τεράστια. Η ζημιά που κάποιοι από εμάς προκαλούν στο επάγγελμα και κατ΄ επέκταση στους  ίδιους τους εαυτούς μας, είναι ανυπολόγιστη.