Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΨΕΛΗ ΑΡΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΨΕΛΗ ΑΡΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Βιβλιοπαρουσίαση: Χρήστου Νταβαντζή "Όσα επέζησαν στη μνήμη… Οδοιπορικό μιας ζωής"


Γράφει κάπου ο Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Οι αδύνατοι δεν αγωνίζονται./ Οι δυνατότεροι αγωνίζονται ίσως μια ώρα παραπάνω./ Αυτοί που δυνατότεροι ακόμα είναι, αγωνίζονται χρόνια πολλά./ Αλλά οι δυνατότεροι απ’ όλους αγωνίζονται όλη τους τη ζωή.»

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Χρήστος Ι. Νταβαντζής: Όσα επέζησαν στη μνήμη… Οδοιπορικό μιας ζωής


Το βιβλίο του αντιστασιακού Χρήστου Νταβαντζή Όσα επέζησαν στη μνήμη… Οδοιπορικό μιας ζωής αποτελεί μια πολύτιμη και αυθεντική μαρτυρία που έρχεται να προστεθεί στα όσα έχουν γραφτεί για την τρισένδοξη Εθνική μας Αντίσταση και την αθάνατη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Ανακοίνωση της Λαϊκής Συσπείρωσης Κεντρικών Τζουμέρκων για την κοροϊδία με τα φάρμακα



ΜΗΝ ΑΝΕΧΕΣΑΙ ΝΑ ΣΕ ΚΟΡΟΪΔΕΥΟΥΝ ΤΟΣΟ  ΞΕΔΙΑΝΤΡΟΠΑ

Δύο δις. ευρώ θα είναι η συμμετοχή των αρρώστων στα φάρμακα στη διετία 2013 2014

Απαγορευτική για την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη είναι πια η συμμετοχή των ασθενών στην αγορά φαρμάκων, μετά τις τελευταίες ρυθμίσεις στις τιμές (14.3.2014) και την επιβολή του 1 ευρώ ανά συνταγή απ' τις αρχές του χρόνου.

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Οι υποψήφιοι της "Λαϊκής Συσπείρωσης" στον Δήμο Κεντρικών Τζουμέρκων Άρτας - Βιογραφικό σημείωμα του υπ. Δημάρχου ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΥΚΟΥ


Δίνουμε  στη  δημοσιότητα  το  ψηφοδέλτιο  της  «Λαϊκής  Συσπείρωσης»  στον  Δήμο Κεντρικών Τζουμέρκων Αρτας. Απαρτίζεται από αγωνιστές που έχουν δοκιμαστεί σε παλιούς και πρόσφατους αγώνες, του λαού, των εργαζομένων και των ανέργων, για την απόκρουση της επίθεσης του κεφαλαίου και την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων.

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Μαζική πανεξόρμηση του ΚΚΕ και της «Λαϊκής Συσπείρωσης» στα χωριά των Τζουμέρκων τη Δεύτερη μέρα του Πάσχα - Ομιλία και συζήτηση στην Κυψέλη και στους Μελισσουργούς (ΦΩΤΟ)

Στην πλατεία της Κυψέλης

Τρία κλιμάκια του ΚΚΕ και της «Λαϊκής Συσπείρωσης» με επικεφαλείς τον Βασίλη Ζιώβα, υποψήφιο αντιπεριφερειάρχη Άρτας, τον Χρήστο Λύκο, υποψήφιο Δήμαρχο Κεντρικών Τζουμέρκων και Βησσαρίωνα  (Ράκια) Ζιώβα υποψήφιο στο Δήμο Αρταίων, πραγματοποίησαν μαζική πανεξόρμηση στα χωριά των Τζουμέρκων. Η περιοδεία έγινε την Δεύτερη μέρα του Πάσχα, με μοίρασμα υλικού, συζητήσεις και ομιλία στην πλατεία της Κυψέλης.

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Γιάννης Βαγενάς - Δυο χρόνια απουσίας

Πέρασαν κιόλας δυο χρόνια από τις 7 Δεκέμβρη του 2011, όταν έφυγε για πάντα από κοντά μας ο αγωνιστής δάσκαλος και αταλάντευτος κομμουνιστής Γιάννης Βαγενάς. Γεννήθηκε το Σεπτέμβρη του 1937 στην Κυψέλη (Χώσεψη) της Άρτας σε εργατο-αγροτική οικογένεια. Μέσα σε μεγάλες στερήσεις σπούδασε δάσκαλος και συμμετείχε ενεργά στο συνδικαλιστικό κίνημα. Σημαντική στιγμή της δράσης του ήταν η πολυήμερη απεργία πείνας το 1975 με σκοπό την αποχουντοποίηση της εκπαίδευσης, που αγκαλιάστηκε από το λαό της Κοκκινιάς και το λαϊκό κίνημα. Εντάχτηκε στις γραμμές του ΚΚΕ, στο οποίο έμεινε πιστός και αταλάντευτος μέχρι την τελευταία του πνοή. Αγωνίστηκε για αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν Παιδεία, είτε σαν εκπαιδευτικός, είτε σαν συνδικαλιστής (διετέλεσε γραμματέας της ΔΟΕ από το 1987 έως το 1991), είτε σαν σχολικός σύμβουλος, είτε σαν δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο της Νίκαιας (από το 2006) κι αντιδήμαρχος Παιδείας και πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου.

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Ο δάσκαλος!



Οι μαθητές του Βαγενά δίπλα στο δάσκαλό τους!

Στις 7 του Δεκέμβρη έκλεισε ένας χρόνος από τη μέρα που έφυγε από τη ζωή ο αγωνιστής δάσκαλος Γιάννης Βαγενάς. Σκαλίζοντας παλιά αρχεία βρήκαμε το χρονογράφημα του Νίκου Φιλικού από τη στήλη του "Ριζοσπάστη" «Ζωή και πάλη», δυο μέρες μετά το ξεκίνημα της ηρωικής απεργίας πείνας του  το 1975.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Ένας χρόνος χωρίς τον Γιάννη Βαγενά



Ήταν καμιά δεκαριά χρόνια πριν, σε μια  συνέλευση του συλλόγου των συχωριανών στην Αθήνα. Οι συνηθισμένες   μικροκομματικές εμπάθειες είχαν ταιριάξει  με την ηπειρώτικη ξεροκεφαλιά και είχαν δημιουργήσει ένα τεταμένο κλίμα. Η ατμόσφαιρα γινόταν όλο και πιο βαριά. Ο καθένας έλεγε το μακρύ και το κοντό του και κάποια στιγμή ακουγόντουσαν όλοι μαζί και κανένας ταυτόχρονα. Ο Γιάννης ο Βαγενάς αφού ζήτησε τον λόγο από τον πρόεδρο, σηκώθηκε όρθιος μπροστά στην καρέκλα του και άρχισε να μιλάει. Έμοιαζε με έναν στητό, πανύψηλο έλατο, που φύτρωσε στη μέση της αίθουσας όπως άπλωνε τα χέρια του σαν κλαριά καθώς μιλούσε. Η φασαρία διακόπηκε στο πρώτο κιόλας λεπτό και σύντομα  ακουγόταν μόνο η φωνή του. Δεν θυμάμαι ακριβώς τα λόγια του, όμως επισήμαινε την ανάγκη της συνεργασίας και συσπείρωσης όλων στον αγώνα για το καλό του συλλόγου και του χωριού μας. Μόλις τελείωσε, η αίθουσα σείστηκε από το χειροκρότημα.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Στο Βουργαρέλι Άρτας εκδήλωση για την ιστορική επέτειο της έναρξης της Επανάστασης του ΄21 στα Τζουμέρκα



Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Βουργαρελίου και ο  Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων διοργανώνουν εκδήλωση για την ιστορική επέτειο της έναρξης της επανάστασης στα Τζουμέρκα το 1821. Την Κυριακή 29 Ιούλη 2012, στις 11.00 το πρωί στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Βουργαρέλι.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Η συμβολή των καπεταναίων των Τζουμέρκων στην Επανάσταση του 1821. Μήτρος και Γιαννάκης Κουτελίδας


Στην επαρχία της Άρτας δυο ήταν τα αρματολίκια που αναγνώρισε η τουρκική εξουσία: του Ραδοβυζίου και των Τζουμέρκων (σε πολλά έγγραφα αναφέρονται Τσουμέρκα). Έδρα των τελευταίων ήταν η Χώσεψη (σημερινή ονομασία Κυψέλη) και το Βουργαρέλι. Αρματωλός των Τζουμέρκων κατά το 1750 παρουσιάζεται ο Δημήτριος Κουτελίδας ή Χωσεψίτης. Την ίδια εποχή αρματωλός των Αγράφων ήταν ο Γερο Γιάννης Μπουκουβάλας, ό οποίος βοήθησε το ληστή Γιώργο Καλαντζή να εκδιώξει το Δημήτριο Κουτελίδα ή Χωσεψίτη, να καταλάβει τα Τζουμέρκα και να αναγνωριστεί από τους Τούρκους αυτός ως αρματωλός τους. Η οικογένεια των Κουτελιδαίων αφού εκδιώχθηκε από το λήσταρχο Καλαντζή, παρέμεινε για πολλά χρόνια στη Σκουληκαριά και το Βάλτο. Όταν ο Καλαντζής ισχυροποιήθηκε, προχώρησε και κατέλαβε την περιφέρεια Ραδοβυζίου και απομάκρυνε από εκεί τους διάφορους οπλαρχηγού του. Τις δυο αυτές περιφέρειες (Τζουμέρκων και Ραδοβυζίου) διατήρησε ο Καλαντζής μέχρι το 1770.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Όνειρο


Ήθελε ακόμα για να ξημερώσει. Ο χειμώνας βαρύς. Ανέβαινα απ’ τη δημοσιά, ένα κακοτράχαλο χωματόδρομο που και τ’ αυτοκίνητα ακόμα θα ήθελαν να τον αποφύγουν. Στην Καρυά, ο δρόμος τέλειωνε κι άρχιζε μονοπάτι. Απόρησα γιατί, υπήρχε ασφαλτοστρωμένος δρόμος μέχρι τον Αη Γιώργη από χρόνια. Μόνο όταν ήμουνα παιδάκι και μ’ έφερνε το λεωφορείο του Αλέκου απ’ την Άρτα, τερμάτιζε εδώ. Από κει και πάνω δρόμος, τι δρόμος δηλαδή, σοκάκι,  μόνο για τα ζωντανά και για γερά πόδια.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Γ. Θ. Σταυρόπουλος, Δρόμοι

Δρόμοι λοξοί, που δίπλα σας το παγωμένο ασπρίζει
Ρυάκι, κι’ όπου γέρνουνε ξεθωριασμένα κάποια

Σπιτάκια, στα κατώφλια τους που η χλόη πρασινίζει,
Με σκαλοπάτια ξύλινα γεμάτα βρύα, σάπια.

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Οι πέτρινοι σταυροί της Χώσεψης






































Τύχη και ατυχία μαζί, είχα, να γεννηθώ στην Αθήνα. Από μικρό παιδάκι όμως πάντα τα καλοκαίρια ταξίδευα στο χωριό, πολλές φορές και Χριστούγεννα ή Πάσχα. Η συχνότητα των επισκέψεών μου αλλά και τα βιώματα που απέκτησα, μ’ έκαναν να νιώθω ταυτισμένος με τον τόπο κι όχι απλά ένα παιδί που οι γονείς του κατάγονται από τη Χώσεψη. Όλα αυτά τα χρόνια, μια από τις προτεραιότητές μου ήταν – και είναι μέχρι σήμερα - η επίσκεψή μου στο νεκροταφείο. Στην άκρη του χωριού, σκαρφαλωμένο σε μια πλαγιά, βρίσκεται το εκκλησάκι του Αη Θανάση. Γύρω του απλώνεται μια ήρεμη συνοικία, αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «η τελευταία κατοικία».

Πολύ παλιά, «τράβαγα» τον παππού απ’ τις δουλειές του και πηγαίναμε μαζί. Περπατώντας ανάμεσα στα μνήματα, εντυπωσιασμένος  από το φως που αντανακλά το λευκό μάρμαρο, και επηρεασμένος από τη  μελαγχολία που αναδύει η μουντάδα της ντόπιας πέτρας, ένοιωθα πάντα ένα δέος. Aυτό που νοιώθει ένα παιδί που πιστεύει πως η ζωή είναι «ατέλειωτη» και πασχίζει να αποδεχτεί πώς πρόσωπα μέχρι χτες δραστήρια, «ζωντανά», βρίσκονται τώρα «εκεί μέσα».

Παρατηρώντας τις φωτογραφίες πάνω στους τάφους, ρωτούσα τον παππού για τον καθένα ξεχωριστά, με ένα ενδιαφέρον που πολλές φορές τον παραξένευε. Δεν κουραζόταν όμως να μου διηγείται μικρές ιστορίες, για τους προγόνους μας, τους δικούς του παππούδες, για όλους. Μικρές προσωπογραφίες για εργάτες της ζωής, για αντάρτες αγωνιστές αλλά και για τους «άλλους», αυτούς που η Ιστορία στο τέλος λησμονά…

Διηγούταν ο παππούς, κι εγώ σκηνοθετούσα στη  φαντασία μου κινούμενες εικόνες. Γυναίκες και άντρες στις πλαγιές,  να ξεχερσώνουν με τα τσαπιά, να φτιάχνουν  χωράφια. Τσοπαναραίους με τα κοπάδια τους στις κορφές των Τζουμέρκων, ν’ αντηχούν τα κυπριά των ζώων μέχρι το χωριό. Αντάρτες κι ανταρτοπούλες να διαβαίνουν στις ράχες τραγουδώντας. Φωνές, γέλια παιδικά, κλάματα, βελάσματα, που πρόδιδαν μια ζωή που πλημμύριζε τον άγριο αυτό τόπο απ’ άκρη σ’ άκρη.

Ο χρόνος κύλησε, ο παππούς «ανηφόρισε» κι αυτός, στον Αη Θανάση. Μεγάλος πια εγώ, συνέχισα τις τακτικές μου επισκέψεις, βλέποντας πια (και) με μια άλλη ματιά το χώρο. Διέκρινα πως σε μερικούς τάφους οι σταυροί δεν ήταν από μάρμαρο, αλλά πέτρινοι. Παρατηρώντας τον καθέναν ξεχωριστά, άρχισα να ανακαλύπτω μικρές καλλιτεχνικές διαδρομές που χάρασσαν οι τεχνίτες πελεκάνοι του χωριού μας, πάνω σε ατόφια κομμάτια ντόπιας πέτρας.

Αυτοί οι παλιοί αυτοδίδακτοι λαϊκοί καλλιτέχνες, που με αντάλλαγμα δέκα οκάδες καλαμπόκι, καθισμένοι σταυροπόδι, σφυρίζοντας ηπειρώτικους σκοπούς, χτύπαγαν με το ματρακά το κοπίδι πάνω στην πέτρα, της έδιναν σχήμα, μορφή, της μιλούσαν κι αυτή τους έκανε στο τέλος το χατήρι.

Γράφει ο Σπύρος Ι. Μαντάς (1): «…Από τα πολλά στοιχεία που εξυψώνουν σε τέχνη τούτη την ενασχόληση των μαστόρων της Χώσεψης, δύο είναι εκείνα που σφραγίζουν τη μοναδικότητά της, που αλλιώς, προδίδουν την ιδιαίτερη ικανότητα αλλά και την ευαισθησία των δημιουργών. Το πρώτο, είναι το γεγονός πως κάθε σταυρός έχει βγει από μια και μοναδική πέτρα. Εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί το τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Τι υπομονή και επιμονή χρειάστηκε να διαθέτει ο τεχνίτης, αλλά και τι δεξιότητες ξεχωριστές για να φτάσει χωρίς προβλήματα στην υλοποίηση της πρόθεσής του. Το πράγμα ενθουσιάζει όταν, παρατηρώντας αυτές τις κατασκευές – άξιες θαυμασμού κάποτε και γι αυτό το μέγεθός τους – γίνεσαι μάρτυρας πάνω τους, μιας διακόσμησης που η αισθητική και η ευρηματικότητα των μοτίβων της, σε κάνει ακόμη και να απορείς. Να μη μας διαφεύγει η χρηστική αποστολή τέτοιων δημιουργιών.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δεύτερο, ακόμα πιο πολύτιμο στοιχείο που κάθε σταυρός της Χώσεψης διαθέτει. Μπόρεσε ο λαϊκός τεχνίτης να ισορροπήσει ανάμεσα στη χαρά, που η μέθεξη της δημιουργίας από τη φύση σαν βασικό συστατικό εμπεριέχει, και τη μελαγχολία, που ένας τάφος …οφείλει να αποπνέει. [  ] Βρίσκεις έτσι έδαφος, διάθεση, να αντικρίσεις και από μια άλλη πιο φιλοσοφημένη οπτική γωνία, το, έτσι κι αλλιώς, τραγικό γεγονός του θανάτου. Βοηθούν σ’ αυτό και κάποια ανορθόγραφα – ίσως γι αυτό τόσο γήινα – χαράγματα…»(2)

Έχει καταγραφεί (3) πως τους πέτρινους σταυρούς στο νεκροταφείο του χωριού, δημιούργησαν τρεις ξακουστοί μαστόροι. Ο Γεώργιος Τσιβόλας (1892-1973), ο Θεόδωρος Λύκος (1898-1992) και ο πιο ξακουστός απ’ όλους Ιωάννης Κωνσταντίνου Νταλακούρας (1902-1975). Αξίζει μια ιδιαίτερη αναφορά ο σπουδαίος αυτός μάστορας, που δίκαια κατέχει μια θέση στο πάνθεο των γητευτών της πέτρας.

Ο Γιάννης Νταλακούρας γεννήθηκε στο συνοικισμό «Ρουπακιά» της Χώσεψης (σημερινή ονομασία Κυψέλη) Άρτας. Μικρό παιδί – όπως πολλά παιδιά εκείνη την εποχή – μπήκε μαθητευόμενος σε ένα από τα πολλά περιοδεύοντα μπουλούκια που αποτελούνταν από συγχωριανούς οικοδόμους. Το έμφυτο ταλέντο και η καλλιτεχνική του κλίση τον έκαναν να ξεχωρίσει σε μικρό χρονικό διάστημα, και να αναδειχτεί σε σπουδαίο μάστορα-πελεκάνο. Ανήσυχο πνεύμα καθώς ήταν, συγκρότησε σαν πρωτομάστορας πια, δικό του συνεργείο από μαστόρους κι εργάτες, και άρχισε να ταξιδεύει σε διάφορα μέρη της Ελλάδας προς αναζήτηση δουλειάς.

Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Θεσσαλία, μερικές από τις περιοχές που επισκέφτηκε. Χωρίς να πάει στο σχολείο, αγράμματος, μπορούσε να αποτυπώσει στο χαρτί σχέδια κάθε είδους οικοδομής και στη συνέχεια να τα υλοποιήσει με την ομάδα του. Ανάπηρος από το ένα του πόδι (κουτσός), δεν υστέρησε ποτέ έναντι των αρτιμελών συναδέλφων του. Οι παλιοί έλεγαν πως ήταν τόσο καλός μάστορας, που έχτιζε με το μάτι, χωρίς ράμμα!

Έργα που άφησε πίσω του ως αδιάψευστους μάρτυρες της μαστοριάς του, είναι σπίτια που έχτισε στο χωριό του (Κυψέλη Άρτας), η εκκλησία Άγιος Δημήτριος στην Άρτα, οι βρύσες στο συνοικισμό «Σκιαδάδες» του Βουργαρελίου, και φυσικά οι πέτρινοι σταυροί του Αη Θανάση.

Ο χρόνος χαράζει κι αυτός, μετά το μάστορα, τα δικά του σημάδια πάνω στους σταυρούς. Αυτοί όμως παραμένουν εκεί, άλλοι στητοί, άλλοι γερμένοι, να θυμίζουν στους επισκέπτες του νεκροταφείου πρόσωπα και εικόνες από άλλες εποχές, προκαλώντας το θαυμασμό όλων, για τις αστείρευτες ικανότητες που έχει ο άνθρωπος όταν δημιουργεί.

Παραπομπές

(1) Ο Σπύρος Ι. Μαντάς είναι εκπαιδευτικός, ερευνητής- συγγραφέας και συντάκτης του "Αρχείου Γεφυριών Ηπειρώτικων".
(2) και (3): Σπ. Ι.  Μαντά, Οι σταυροί της Χώσεψης. Δημοσιεύτηκε στο παλιό (αρ. τεύχους 21, 1998), καλό περιοδικό «Χάος και όψη», του Συλλόγου Κυψελιωτών Άρτας, στην Αθήνα, «ο Άγιος Κοσμάς» που δεν υπάρχει πια.