Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Η μισή αρχοντιά...


Τους βλέπω να μαζεύουν τα σκουπίδια χωρίς φόρμα εργασίας, χωρίς ειδικά γάντια και κυρίως χωρίς μάσκα στο πρόσωπο, έστω και σαν αυτή που χρησιμοποιούν οι εκπαιδευμένοι στην ατμοσφαιρική ασφυξία Κινέζοι τουρίστες.
Οι δρόμοι ζέχνουν και η πόλη μυρίζει θανατικό ύλης, σαπίλα. Αυτό που είχε πει κάποιος σοφός, η εκδίκηση των πραγμάτων (που μένουν πίσω μετά το δικό μας θάνατο) εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας σα θρίλερ με πανάκριβο εισιτήριο. Ακίνητος σε μια γωνιά να κάτσεις, εισπράττεις τον καύσωνα σαν κόλαση σε δόσεις. Οι εργάτες καθαριότητας, οι σκουπιδιαραίοι - κατάληξη που τη χαρίζουμε σε μεγάλα σόγια, όπως Τσιπραίοι, Μητσοτακαίοι κ.λπ. - που πάλεψαν για τα αυτονόητα της εργασίας ανάμεσα σε φριχτές βερμπαλιστικές συμπληγάδες, όπως οι «πάγιες και διαρκείς ανάγκες» ή «η εικόνα που αντικρίζουν οι τουρίστες», βρίσκονται αντιμέτωποι με τον καύσωνα και τον όγκο έργου που πρέπει να εκτελέσουν.

Σε μια - δυο γωνιές θ' ακούσεις και τους μικροαστούς, αυτούς που πέταξαν μια τρύπια σακούλα με τα σκατόχαρτά τους, ή τα καφάσια με τα σάπια απολειφάδια του μανάβικου στο λόφο της καταναλωτικής αμαρτίας, να βρίζουν χαιρέκακα αυτούς που «μόνοι τους φορτώθηκαν με καύσωνα όλη αυτήν τη βρώμα»... Είναι οι Χάροντες της διπλανής πόρτας, οι ενταγμένοι στο κόμμα της ψόφιας κατσίκας του γείτονα, που αρμέγουν την επιβίωσή τους απ' τα σκουλήκια στην πληγή του γείτονα.

Σκέφτομαι εκείνο που από παιδιά μάς μαθαίνανε στα σχολεία και στα σπίτια της αστικής μας ψευτοδημοκρατίας, που λέει πως «η καθαριότητα είναι η μισή αρχοντιά». Ποτέ κανείς δεν μπήκε στον κόπο να εξηγήσει πού στο διάολο είναι η άλλη μισή. Στο αίμα; Στον τίτλο ευγενείας; Στο σόι; Στους τρόπους; Στα λεφτά; Οποιος βλέπει κι ακούει κάθε μέρα τους εργάτες καθαριότητας να περνάνε μπροστά απ' το σπίτι ή το μαγαζί τους, το σχολείο του παιδιού τους και το νεκροταφείο του πατέρα τους, το γήπεδο της ομάδας τους και το νοσοκομείο που έβαλαν κάποτε τη μάνα τους, και να μαζεύουν τα ράκη της καθημερινότητάς του, ξέρει πως η αρχοντιά, ολόκληρη και όχι μισή, πραγματική κι όχι αφ' υψηλού ταξική, είναι αποκλειστικό προνόμιο της εργατικής τάξης. Κατακτάται δε με αγώνες και υλοποιείται μόνον όταν η τάξη που τη δικαιούται στο ακέραιο, πάρει και την εξουσία ώστε να καθορίζει την τύχη της με τα χέρια της.

Ο ταξικός πόλεμος είναι πιο παραστατικά και πιο ανάγλυφα, καθημερινά διενεργούμενος, με αγριότητα και απανθρωπιά, στη μάχη των σκουπιδιών. Σ' όλη την αλυσίδα, απ' την παραγωγή και τη συλλογή τους, έως την αποκομιδή, τη μεταφορά, τη συσσώρευση σε χωματερές και την εκμετάλλευσή τους. Σ' ένα ανώτερο, πραγματικά λαϊκό πολιτισμό, ο εργάτης καθαριότητας θα απολάμβανε συνθηκών και μέσων εργασίας, ευθέως ανάλογων της βαρύτητας, της σημασίας και του κινδύνου που συνεπάγεται η φύση της δουλειάς του, για... το «γενικό καλό». Αυτήν την έννοια, δηλαδή, που οι αστικές δημοκρατίες καταχράστηκαν έως το επίπεδο, κατά καιρούς, εγκατάστασης αφανών ή και απροκάλυπτων δικτατοριών.

Ο σκουπιδιάρης, ο άρχοντας δηλαδή που κρατάει στα χέρια του τα πάντα, απ' τη δημόσια υγεία έως την ομορφιά του τοπίου και του τόπου, πληρώνεται αδρά. Πάει στη δουλειά κι αφήνει τα ρούχα του στο ντουλάπι ίδιο μ' αυτό που διαθέτουν τα αποδυτήρια των γηπέδων στις αθλητικές λέσχες των σημερινών αφεντικών του. Φοράει την κατάλληλη στολή, θερινή ή χειμερινή, που του επιτρέπει να πιάνει ό,τι χρειάζεται απ' τις βρώμες μας. Οι κάδοι, τα απορριμματοφόρα, κι ό,τι απαιτείται, είναι τελευταίας τεχνολογίας, αρίστων υλικών, προσαρμοσμένα στο περιβάλλον. Σχολάει, κάνει το ντους του στις εγκαταστάσεις του δήμου, του κράτους του γενικού ρημαδοκαλού, κι επιστρέφει στο σπίτι του μοσχοβολώντας ολόκληρη την αρχοντιά που διδάχτηκε να απολαμβάνει και να προσφέρει στους άλλους...

Οσες φορές τα 'χω πει αυτά τα «ρομαντικά» που «δεν γίνονται», όπως δεν γίνονται οι εξανθρωπισμένες φυλακές, τα γεύματα στις σχολικές τραπεζαρίες, τα δημόσια γήπεδα και αθλητικά κλαμπ, οι παρατεταμένες ηλιόλουστες διακοπές για τους ανθρακωρύχους, στην καλύτερη περίπτωση καταλήγουν σε ανάλυση της κομμουνιστικής ουτοπίας, απ' αυτούς που βρίσκουν ρεαλιστικό τον αγώνα των χρυσαυγιτών να μειωθούν τα ναυτεργατικά μεροκάματα και να θεωρηθούν σκουπίδια οι μετανάστες. Εχω πεισθεί πως όσοι καμώνονται τους υπερασπιστές του αστικοκαπιταλιστικού γενικού καλού, όταν ακούν «υγιεινή ταφή» των σκουπιδιών που παράγουν οι ίδιοι, ως πρώτο σκουπίδι στο μυαλό τους έχουν τον εργάτη καθαριότητας πάσης πολιτικής και μη φύσης. Για τον εαυτό τους κρατούν το δικαίωμα να κάνουν όλη τη βρώμικη δουλειά που τους κρατάει στην άρχουσα τάξη. Αλλωστε, το είπε κι ο Τσίπρας στο συνέδριο του «Εκόνομιστ», προσκαλώντας επενδυτές. Είπε πως η Ελλάδα θα βγει στις αγορές με το σπαθί της. Αυτό δηλαδή που έσφαξε τους εργαζόμενους, τους έφτιαξε φθηνούς και βολικούς, πέταξε δικαιώματα κι επιδόματα, συντάξεις, μισθούς και μεροκάματα στη χωματερή του Μααστριχτικού εκσυγχρονισμού. Αλλωστε, στον πόλεμο των σκουπιδιών του καύσωνα που βεβαίως δεν έληξε, φάνηκε και η δυνατότητα «συνεργασίας» των δύο κομμάτων εξουσίας, ροζομπλέ ανασύνθεσης της αποσύνθεσης, για το γενικό καλό ρε γαμώτο!...

Λιάνα Κανέλλη

Δεν υπάρχουν σχόλια: