Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Η ομάδα της καρδιάς μου!

Οι «ελιές» ήταν ο τόπος συνάντησης όλων των πιτσιρικάδων της γειτονιάς. Μια μεγάλη αλάνα σε μια εργατογειτονιά δυτικά της πρωτεύουσας, με διάσπαρτα φυτεμένα λιόδεντρα, τόσο αραιά που είχαμε χώρο για να καθαρίσουμε τα ξεροχόρταρα και να φτιάξουμε  το γηπεδάκι μας. Δυο μεγάλες πέτρες-κοτρώνες για δοκάρια, και απέναντι στην άλλη πλευρά το ίδιο.

Εκεί έρχονταν και παιδιά από άλλες γειτονιές, μεγαλύτερα σε ηλικία από εμάς που βρισκόμασταν οι περισσότεροι ένα ή δύο χρόνια προτού συμπληρώσουμε την πρώτη δεκαετία της ζωής μας. Εκεί συναντιόμασταν τ’ απογεύματα του καλοκαιριού όταν ο ήλιος χαμήλωνε και κρύβονταν πίσω από τα καινούρια τετραώροφα.

Η χούντα είχε μόλις πέσει, η δημοκρατία έψαχνε να βρει τα βήματά της, η ανοικοδόμηση συνεχιζόταν με γοργούς ρυθμούς, η ανάγκη για να στεγαστούν τα κύματα των εσωτερικών μεταναστών που κατέφταναν στο λεκανοπέδιο ήταν μεγάλη. Τα οικόπεδα λιγόστευαν, οι «ελιές» όμως  αντιστέκονταν ακόμα στη «φυσική εξέλιξη των πραγμάτων».

Γιώργος Δεληκάρης

Παίζαμε μέχρι που νύχτωνε. Μεγάλη η μέρα. Ο πατέρας, μου είχε κάνει δώρο ένα ρολόι με κουρδιστήρι και δερμάτινο λουράκι, ρώσικο μάρκας σλάβα.

«Όταν οι δείκτες θα δείχνουν εννιά ακριβώς, θα είσαι στο σπίτι. Εννιά παρά πέντε, ναι, εννιά και πέντε, όχι. Κατάλαβες;»

Μάλλον δεν είχα καταλάβει καλά. Η παρέα μου θα κάθονταν ακόμα και αφού έπεφτε το σκοτάδι, τότε θα είχαμε παρέα και μεγαλύτερα παιδιά, θα διηγούνταν τα «κατορθώματά» τους, που να φύγω εγώ. Μόλις λοιπόν οι αμείλικτοι δείκτες πλησίαζαν στο εννιά, τους πείραζα, γύρναγα το χρόνο δέκα ή δεκαπέντε λεπτά πίσω. Λίγο ακόμα. Η προσπάθειά μου να κοροϊδέψω το χρόνο και μαζί και τον πατέρα, έπιασε – τουλάχιστον έτσι νόμιζα - μια δυο φορές, την τρίτη όμως…

………………….

Εκείνη τη μέρα κατηφόρισα «στις ελιές» νωρίς το απόγευμα. Έκανε πολύ ζέστη και χώθηκα κάτω απ’ τον ίσκιο ενός λιόδεντρου. Δεν είχε έρθει ακόμα κανείς. Είχα πάρει μαζί και τα «χαρτάκια» μου. Όλοι οι ποδοσφαιριστές όλων των ομάδων της πρώτης εθνικής κατηγορίας, είχαν τυπωμένη τη φάτσα τους πάνω σε μικρά χαρτονάκια που τα αγοράζαμε σε φακελάκια των τριών ή των πέντε. Ο στόχος μας ήταν κάποια στιγμή να έχουμε συγκεντρώσει όλα τα χαρτάκια που κυκλοφορούσαν στο εμπόριο.

Πράγμα δύσκολο, δεν υπήρχαν πολλές δραχμές, τόσες όσες θα θέλαμε εμείς τα παιδιά. Ακούγαμε όμως τους γονείς μας που ΄λεγαν πως θα΄ ρθουν καλύτερες μέρες… Τέλος πάντων, αφού δεν μπορούσε κανείς μας να τα συγκεντρώσει όλα, ο στόχος μας μίκρυνε, ποιος θα έχει τα περισσότερα και όχι διπλά ή τριπλά, τα περισσότερα μοναδικά χαρτάκια.

Ανακατεύοντας και διαβάζοντας τα χαρτάκια μου, η ώρα πέρασε κι άρχισαν να μαζεύονται κι οι υπόλοιποι. Ήρθε ο Γιάννης ο Βακαλόπουλος, ο Αλκιβιάδης ο Γιαννιάς, τα δίδυμα Γιώργος και Βασίλης Καραπιπέρης ο Κώστας ο Αλεξίου και μαζί τους ένα μεγαλύτερο παιδί – αυτός θα ήταν δώδεκα ή δεκατριών – ο Θανάσης ο Τοπάλογλου, γιος αστυφύλακα της περιοχής, γνωστού για την απέχθειά του σε κάθε τι που περιείχε τη λέξη «δημοκρατία» ή «δημοκρατικό».

«Τί κρατάς εκεί; Έχεις τόσα πολλά ρε;» με ρώτησε ο Τοπάλογλου.

«Δεν είναι πολλά να μη σε νοιάζει», του το ξέκοψα απότομα. Είχε κάτι το απωθητικό πάνω του και βρώμαγε από την απλυσιά. Αυτό όμως που τον έκανε μισητό σε πολλά παιδιά – και σε μένα – ήταν ο πατέρας του. Είχα ακούσει και τόσα πολλά από τον πατέρα μου γι αυτόν.

«Μήπως έχεις Δεληκάρη;»

«Όχι, δεν έχω.»

«Έλα ρε, δε μπορεί να μην τον έχεις, αφού είσαι Ολυμπιακός, δώστον μου και σου δίνω Τόσκα και Βάγκνερ, είναι σπάνια, το ξέρεις.»

«Άσε δεν πειράζει» του λέω. Τον είχα και μάλιστα διπλό…

«Σου δίνω Μοντέζ, Γκλασμάνη, Τόσκα και Βάγκνερ»,επιμένει.

«Δώστον ρε βλάκα», πετάχτηκε ο Αλκιβιάδης, «του δίνεις ένα και παίρνεις τέσσερα!»

«Μην είσαι μαλάκας», από κοντά κι ο Βασίλης απ’ τα δίδυμα.

«Δεν θέλω ρε, αφήστε με ήσυχο» τους έβαλα φωνή.

«Δώστον μου και πάρε ότι σου δίνω για τι θα πω στον πατέρα μου ότι ο πατέρας σου αγοράζει Ριζοσπάστη από το περίπτερο» λύσσαξε ο Τοπάλογλου.

Αυτό ήταν χτύπημα κάτω από τη μέση.

«Πές του το ρε ηλίθιε, κρυφά νομίζεις ότι το κάνει;»

Αυτό ήταν, η σπίθα πυροδότησε το δυναμίτη. Ορμάει πάνω μου ο Τοπάλογλου κι από κοντά ο Γιαννιάς κι ο Βασίλης απ’ τα δίδυμα με σκοπό να μου αρπάξουν το …θησαυρό! Τι έγινε δεν περιγράφεται. Μπουνιές, κλωτσιές, αγκωνιές, βρισιές. Εγώ, ένα κουβάρι. Έφαγα πολλές κι έριξα λίγες, ο «εχθρός» είχε την αριθμητική υπεροχή. Έτσι, αφού είδαν πως δεν τα καταφέρνουν, μ’ άφησαν.

«Είσαι πολύ μαλάκας τελικά… θα σου δείξω εγώ όμως… μια άλλη φορά…», κι έφυγαν.

Σηκώθηκα στα πόδια μου, ήμουν γεμάτος χώμα και αίματα από τη μύτη μου που είχε ανοίξει. Μέσα στα χέρια μου κρατούσα σφιχτά την «περιουσία» μου, δεν μου την πήραν. Σκουπίστηκα πρόχειρα και γύρισα στο σπίτι.

Η ομάδα της καρδιάς μου!

Ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοίταζα το ταβάνι. Ένοιωθα παράξενα. Το κορμί μου πονούσε. Μέσα μου όμως με πλημμύριζε το συναίσθημα της ικανοποίησης από τη νίκη. Κατάλαβα για πρώτη φορά στην παιδική ζωή μου – στην πράξη - πως αξίζει να μάχεσαι και να υπερασπίζεσαι αυτά που αγαπάς. Ακόμα κι αν οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές. Και το συναίσθημα της περηφάνιας μ’ έκανε να νιώθω …υπερήρωας!

Είχα μια μικρή αφισσούλα σε μέγεθος σελίδας τετραδίου, ασπρόμαυρη, δε θυμάμαι από που. Ο Ολυμπιακός του ΄75, η ομάδα της καρδιάς μου! Την κόλλησα με ούχου πάνω από το κρεβάτι μου, στον τοίχο…

………………..

Ο καιρός κυλούσε. Τα χαρτάκια χάθηκαν, το ίδιο κι η μικρή αφισσούλα. Μόνο τα σημάδια από την ούχου είχαν μείνει στον τοίχο. Η μάνα, αυτή η κλασσική, αιώνια ελληνίδα μάνα, που πάντα έβλεπε να μαζεύω «παλιόχαρτα» και «τι τα θέλεις τόσα σκουπίδια» και «θα σε φάνε τα ποντίκια», κάποτε που έκανε μια γενική καθαριότητα στο δωμάτιο, τα πέταξε μαζί με άλλα πράγματα «άχρηστα». Πληγώθηκα πολύ, πάλεψα να μη μου τα πάρουν και να «φύγουν» τόσο άδοξα…

Κάποια πράγματα είναι έτσι γιατί έτσι τους έπρεπε. Δεν εξηγούνται όλα και πάντοτε. Αυτό βέβαια δεν ίσχυε για την άλλη μεγάλη μου αγάπη που – σύμπτωση; - ήταν κι αυτή άρρηκτα συνδεδεμένη με το κόκκινο χρώμα. Εκεί υπάρχει και εξήγηση και λογική. Μια άλλη φορά όμως αυτά…


...Ονόματα, υπολήψεις κι οικογένειες, δεν θίγουμε. Τα πρόσωπα είναι υπαρκτά, τα ονόματα όμως, για ευνόητους λόγους, φανταστικά...

7 σχόλια:

μαχαιρης είπε...

Αμαρτιες γονεων..Παιδευουσι τεκνα..!!
Ομως...
Στις γεννιες της Χουντας...Οπως εγω...Ειχαμε και το τζογαδορικο παιχνιδι με τις καρτες...
Αν δηλαδη καποιος ηθελε μια καρτα σου..Σε προκαλουσε σε παιχνιδι..
Βρισκαμε τοτε εναν τοιχο πολυκατοικιας...
Και απο συμφωνημενη αποσταση ριχναμε τις καρτες
Οσο πιο κοντα γινοταν στον τοιχο...
Αυτος που νικουσε
Επαιρνε τις καρτες των αλλωνων...!!

Καρτες υπηρχαν πολλων ειδων...Παιχτες, ηθοποιοι
Τα ζωα της ζουγκλας και βεβαια τα αυτοκινητα...
Μαρκες και μοντελλα..[Εκει το δικο μου κολλημα..]
Τα αλμπουμ...Τα εχω ακομα...
Τι μου θυμησες τωρα...!!

Οικοδόμος είπε...

Καλημέρα Μαχαίρη, πρωινός-πρωινός.
Καλά έκανες και μου το θύμισες. Μου διέφευγε αυτό. Και βέβαια, ρίχναμε τις κάρτες στον τοίχο κι όποιος τις έριχνε πιο κοντά έπαιρνε των άλλων. Αυτό το κάναμε και με τα λεγόμενα "τσιγκάκια". Παιχνίδι που το παίζαμε τα καλοκαίρια στο χωριό. Στην πλατεία του χωριού, έξω από τα καφενεία, σπρωχνόμασταν ποιος θα πρωτομαζέψει τα καπάκια από τις μπύρες και τ' αναψυκτικά, μιλάμε για σακκούλες ολόκληρες. Στη συνάχεια ο διαγωνισμός ήταν ποιος θα ρίξει το τσιγκάκι του πιο κοντά στον τοίχο της εκκλησίας. Ο νικητής έπαιρνε τα τσιγκάκια των άλλων.Ωραία χρόνια κι ανέμελα Μαχαίρη.

Scorpion49 είπε...

Παρόμοια σχεδόν ήταν και τα δικά μας παιδικά χρόνια διασκέδασης, βόλους, γκαζάκια (γυάλινοι βόλοι), ξυλίκι, αμάδες, καπάκια από τσιγάρα ή αναψυκτικά, ποδόσφαιρο στις αλάνες, και πολύ πατίνι. Αγαπημένη μου ομάδα «το τριφύλλι»… εδώ σίγουρα είπες «όχι ρε φίλε». Υπήρχε και στα χρόνια μας το πάθος και σ’ ένα βαθμό συγκρούσεις, κυρίως στη βόρεια Ελλάδα με τους Παοκτζήδες, αλλά τώρα μακριά και αγαπημένοι, καμία σχέση το άθλημα με εκείνο της ερασιτεχνικής περιόδου. Τέλος πάντων, όμορφα χρόνια, αν εξαιρέσουμε βέβαια τους…. διάφορους Τοπάλογλου, και τα κατάλοιπα των γερμανοτσολιάδων, των κοινώς λεγόμενων «τσάμπα μάγκες».
Αξίζει πράγματι να παλεύεις για ιδανικά, όχι όμως για τις κατ’ ευφημισμόν Ελληνικές ομάδες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν στην πλειοψηφία τους τη διαπλοκή και τη διαφθορά, κυρίως σε επίπεδο ηγεσιών.
Αγαπητέ γαύρε καλό σου απόγευμα, και καλή Super league τρομάρα τους!

zeidoron dtsoukas είπε...

Αγαπητέ φίλε τα ίδια βιώματα έχουμε αν κι απ' ότι κατάλαβα είμαι 5-6 χρόνια μεγαλύτερος!Με τα καπάκια από τα αναψυκτικά παίζαμε ποταμάκια στο κράσπεδο των πεζοδρομίων,άσε με τα χαρτάκια των ποδοσφαιριστών και των αυτοκινήτων τι γινότανε κάτι σαν χρηματιστήριο!Είχαμε και τα παράλογα της εποχής,παιδάκι ήμουν και θυμάμαι ακόμα τη σκηνή που φίλος ΑΕΚτζής φώναζε Ενωση-Ενωση κι έφαγε το ξύλο της αρκούδας από τον πατέρα του για να σταματήσει.Μετά μας εξήγησε κάτι για το Κυπριακό και την Ενωση με την Ελλάδα που κουβεντιάζονταν τότε στη χούντα.
Μόνο που ήμουν Παναθηναϊκός μέχρι το '75,μετά θύμωσα που διώξανε το Φυλακούρη κι έγινα Εθνικός!!!!Στη συνέχεια που άρχισε να μαζεύεται η σάρα και η μάρα στο επαγγελματικό (ο Θεός να το κάνει) υποτίθεται ποδόσφαιρό μας δεν ξανασχολήθηκα με ομάδες.
Ωραίες εποχές,αγνές,μπάλα από το πρωί ως το βράδυ,μεσ' τα χώματα,σχισμένα γόνατα και μετά ξύλο με τη βέργα από τη μουριά μπας κι ανοίξουμε και κανένα βιβλίο.
Ξέρεις πως εκνευρίζομαι όταν πηγαίνω σε κανένα φιλικό σπίτι και βλέπω τα πιτσιρίκια να φτιάχνουν ομάδες στο play station(τώρα βγήκαν καινούργια κάπως αλλιώς τα λένε) και να παίζουν εικονικό ποδόσφαιρο με φανατισμό μάλιστα;
Δόξα τω Θεώ υπάρχουν ακόμα κάποιοι χώροι ελεύθεροι πηγαίνετε τα παιδιά σας να παίξουν,να "φάνε" χώμα,όχι μάντρωμα στο σπίτι και στη μόδα των παιδότοπων!
Ξέφυγα από το θέμα σου φίλε μου αλλά έτσι μου βγήκε.Να είσαι καλά και μακάρι να μας εκπροσωπήσει επάξια η ομαδάρα σου στην Ευρώπη!

Οικοδόμος είπε...

Για Scorpion49:

Όχι ρε φίλε, και σε είχα συμπαθήσει...
Φυσικά και αστειεύομαι, μακριά από μένα κάθε είδους φανατισμός. Όμορφα χρόνια, γλυκόπικρα, έστω και με τους διάφορους... Τοπάλογλου, οι οποίοι τότε δεν μας προξενούσαν εντύπωση. Τους θεωρούσαμε μέρος κι αυτούς - αναγκαστικά - του κοινωνικού μας περίγυρου.
Είμαι σύμφωνος σχετικά με τις δήθεν ελληνικές ομάδες και τις ηγεσίες τους. Το να "είσαι" όμως μια ομάδα είναι κάτι πιο βαθύ και διαχρονικό, κάτι συμβολίζει, πέρα από κάθε χρονική συγκυρία, και κάθε ιδιοκτησία. Είναι αυτό που έλεγαν οι παλιοί ιδεολόγοι του ποδοσφαίρου (νομίζω υπάρχουν και σήμερα λίγοι), "είναι βαριά η φανέλλα".
Την καλησπέρα μου και καλή δύναμη!

Οικοδόμος είπε...

Φίλε Δημήτρη "Ζ", καλησπέρα

Εποχές ωραίες και αγνές όπως είπες. Φτώχεια κι αξιοπρέπεια μέσα στο μικρό νοικιασμένο σπίτι, που ο πατέρας κι η μάνα έβρισκαν συχνά μια αφορμή για να γιορτάσουν κάτι και να γεμίσει από φίλους τους και τα παιδιά τους. Τόσους που δεν μας χωρούσε και βγαίναμε και στο δρόμο.
Τώρα τα σπίτια μας μεγάλωσαν κι έγιναν ιδιόκτητα. Η διάθεση όμως για "γιορτές" και "χαρές" δεν υπάρχει όπως παλιά. Και είναι στιγμές που μοιάζουν άδεια. Στις κόρες μου δεν αγόρασα ποτέ τέτοια ηλεκτρονικά παιχνίδια. Φυσικά παίζουν το πισί στα δάκτυλα. Προσπαθούσαμε πάντα να βγαίνουμε έξω, στα χώματα όπως λες, δεν τα καταφέρναμε πάντα.
Δεν κατηγορώ τα παιδιά που εθίζονται με κάθε μορφής κουτό ηλεκτρονικό παιχνίδι. Φταίνε οι γονείς που τα σπρώχνουν εκεί όπως και στην τιβί για να έχουν "την ησυχία τους". Είναι η εύκολη λύση. Εμάς οι γονείς μας, μας έμαθαν στα "δύσκολα". Στο διάλογο μέσα στην οικογένεια. Κανείς μέσα στην οικογένεια δεν είναι μόνος. Όλοι είμαστε μια γροθιά. Αυτό παλεύουμε καθημερινά να κατακτούμε...
Χάρηκα για την επικοινωνία μας.
Καλή δύναμη!

Scorpion49 είπε...

Ναι αυτό ακριβώς έχει μείνει στο μυαλό μου "η βαριά φανέλα" που τη φόραγαν ένδοξα ονόματα του Ελληνικού ποδοσφαίρου. Σήμερα χάος….
Παραμένω φίλαθλος και οπαδός ενός αγαπημένου σπορ.
Καλό Ξημέρωμα!