Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στάθης Σ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στάθης Σ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Στάθης καταγράφων αυτοχαστουκιζόμενος


Ένα ακόμα εξαιρετικό κείμενο του βιρτουόζου της πένας Στάθη Σταυρόπουλου, που καταγράφει (και περιγράφει) όσα συμβαίνουν επί των ημερών της πρώτης δεύτερης, δεν έχει σημασία φοράς αριστερά και δεν μπορεί εύκολα ο καθένας να εκφράσει τόσο εύστοχα με λέξεις. Δεν φτάνει όμως να είσαι βιρτουόζος, πολύ περισσότερο όταν αυτοαποκαλείσαι αριστερός.

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Στάθης Σταυρόπουλος σε ειδική αντιΚΚΕ αποστολή!

Όσο ο ΣΥΡΙΖΑ αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο, δίνοντας εξετάσεις σε διάφορα κέντρα του εσωτερικού και του εξωτερικού (βλ. Τέξας, Κόμο, Ντράγκι, Άσμουσεν κ.λπ.)…

Όσο δίνει όρκους ότι δεν πρόκειται να θίξει στο ελάχιστο τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ και πάνω απ' όλα τις δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτήν…

Όσο ολοκληρώνει τη σοσιαλδημοκρατική του μετάλλαξη και μετατρέπεται σε πιο τυπικό κόμμα αστικής διαχείρισης…

Όσο περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται που το πάει, από εκείνους που τον εμπιστεύτηκαν και αισθάνονται ριζοσπάστες και αγωνιστές…

Τόσο θα αναλαμβάνουν κάποιοι το ρόλο - με ειδική αποστολή και χρέωση - να επιτίθενται στο ΚΚΕ που αποκαλύπτει αυτήν ακριβώς την πορεία.

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Ο πιο καλός ΚΚΕδολόγος είναι αυτός που έχει ζήσει το ΚΚΕ απο μέσα...

Ο ΚΚΕδολόγος... Ο πιο καλός ΚΚΕδολόγος είναι αυτός που έχει ζήσει το ΚΚΕ απο μέσα, αυτός μπορεί να ασκήσει τον αντιΚΚΕδισμό καλύτερα απ' όλους. Πρώτον, γιατί η θητεία του στο Κόμμα του «δίνει κύρος», αφού, παρόλο που έφυγε, «νοιάζεται» όλους αυτούς τους αγνούς αγωνιστές που - παραστρατημένοι - συνεχίζουν να το υποστηρίζουν, τους καταλαβαίνει... Δεύτερον, γιατί ξέρει πολύ καλά το πώς να παίξει με το συναίσθημα, τις αντιλήψεις εργαζομένων που συστρατεύονται, ψηφίζουν ή ακολουθούν το ΚΚΕ. Τέτοιο ρόλο προφανώς διεκδικεί για τον εαυτό του ο Στ. Σταυρόπουλος...

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΤΙΜΗ... - Ανοιχτό γράμμα στον πρώην σύντροφο Στάθη Σταυρόπουλο... [Με παραλήπτες όλους τους πρώην, -αριστοκράτες κομμουνιστές.]


Κομμουνιστής θα πεί να σέβαισαι πρώτα τον εαυτόν σου...
Πάντα με ανάγκαζες να καταφεύγω σε ψευδώνυμα, για να μου γίνει- ανάρτηση σε πολλά γραπτά μου, μέσα από την ιστοσελίδα του ενικός, - που σου έχει παραχωρήσει ο κύριος Χατζηνικολάου...-- μια και το πραγματικό όνομά μου, σου προκαλούσε αλεργία.. θα προσπαθήσω αυτή τη φορά πάλι με το πραγματικό όνομά μου, - να σου πώ δυό λόγια..[έστω και τελευταία].. σε εσένα, και στους ομοίους- σου, που πρόδωσαν την εμπιστοσύνη που σας περιέβαλλε το κόμμα...

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Στάθης: Ο κατήφορος συνεχίζεται...


Η «μονταζιέρα» του ΣΥΡΙΖΑ και του Στάθη Σταυρόπουλου
Είναι καιρός τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ εξαπολύει συντονισμένη επίθεση -  συκοφάντηση του ΚΚΕ. Δε θα μπορούσε να λείπει από αυτό το σχέδιο ο Στάθης Σταυρόπουλος του «enikos», που όποτε ο ΣΥΡΙΖΑ ζορίζεται από τις αποκαλύψεις του ΚΚΕ αναλαμβάνει το βρώμικο ρόλο να ρίξει λάσπη στο ΚΚΕ πασπαλισμένη με δήθεν «τίμια και αντικειμενική αριστερή κριτική». Βέβαια, στην προσπάθειά του αυτή, ο υπερασπιστής του ΣΥΡΙΖΑ, καταφεύγει στη «μονταζιέρα». Στο δρόμο για τα υπουργεία, φαίνεται ότι υιοθετούν και τις μεθόδους των κομμάτων που έχουν ήδη περάσει από αυτά.

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Εταιρεία Δολοφόνων


Μπροστά στις κάμερες έκλαψε ο καμερομανής υπουργός για τα θλιβερά γεγονότα των φόνων. Σκούπισε με το ακροδαχτυλάκι του τη μυτούλα του, κοίταξε απ’ την άλλη μεριά, σεμνυνόμενος για το διακριτικό έπαινο του παρουσιαστή περί το υπουργικό δάκρυ και η εκπομπή συνεχίσθηκε, the show must go on…

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

«Βαρούν κλαρίνα» στην Κουμουνδούρου…




(Εναλλακτικός τίτλος ανάρτησης: «Τα κλαρίνα του δεκαπενταύγουστου», όμως τον έχουμε χρησιμοποιήσει στο παρελθόν, τέτοιες μέρες, για τα κανονικά πανηγύρια, οπότε...).

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

«Στο τέλος δεν θα θυμόμαστε τα λόγια των εχθρών μας, αλλά τη σιωπή των φίλων μας»…


«Η ψήφος προς το ΚΚΕ ήταν και είναι μια δύσκολη ψήφος - προϋποθέτει βαθιά πολιτικοποίηση, γνώση και ευαισθησία. Η ψήφος απομάκρυνσης απ’ το ΚΚΕ είναι ακόμα δυσκολότερη - προϋποθέτει απογοήτευση και για πολλούς βαθύ τραύμα.»

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

Πείνα...



Είναι δυνατόν στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, τον Αύγουστο του 2012, να κτυπήσει το βραδάκι κάποιος την εξώθυρα ενός σπιτιού, να του ανοίξεις και να είναι η Πείνα;

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Ο Στάθης γράφει στον Γ. Νταλάρα

Αγαπητέ Γιώργο, σπανίως απευθύνομαι γράφοντας σε δεύτερο πρόσωπο υπό μορφήν ανοικτής επιστολής προς κάποιον, αλλά σήμερα, ας κάνουμε μιάν εξαίρεση, χάριν μιας παλιάς… (εκ των πραγμάτων) σχέσης αφ’ ενός μεταξύ ενός καλλιτέχνη κι ενός σχολιαστή, αφ’ ετέρου μεταξύ δύο φίλων, έστω πρώην φίλων. Αν είμαστε πρώην φίλοι, διότι, όσο κι αν χώρισαν οι δρόμοι μας (όταν οι φίλοι δεν τροφοδοτούν τη φιλία τους, η σχέση τους χλωμιάζει) ορισμένες πέτρες, απ’ αυτές που θεμελιώνουν οι άνθρωποι τα σπίτια τους, παραμένουν στη θέση τους – και, με τα χρόνια, ........ γίνονται ιερές.


Εξακολουθώ λοιπόν να πιστεύω, αγαπητέ μου Γιώργο, όπως κι εκατομμύρια άλλοι Ελληνες, ότι «έχεις πια εγγραφεί στην πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας, ότι έχεις κοσμήσει τα ελληνικά γράμματα», όπως είχε η ταπεινότης μου την τιμή να δηλώσει για σένα, όταν ρωτήθηκε από καλούς ανθρώπους, θεράποντες της ιστορίας μας – πες τους καταγραφείς, συναξαριστές, «Αλεξανδρινούς», έρχεται απ’ τα πολύ παλιά η σκούφια του γένους μας – πες τον λαό, πολίτες, συμπατριώτες σου.

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Ο πατέρας μου κι εγώ…


Πάνε χρόνια που έχω να τον δω. Οι πατεράδες που έχουν εκδημήσει σιγά-σιγά μας ξεχνάνε. Κάτι, φαίνεται, να τους τραβάει κάπου μακρύτερα βαθειά στο αλλού, να μη μένουν εδώ γύρω να δουν στον καιρό τους την αποδήμηση των ιδίων αυτών τέκνων – πικρό κι αβάσταχτο για γονείς. Χάνονται λοιπόν εγκαίρως στο επέκεινα, ίσως πηγαίνοντας πιο κοντά στους δικούς τους γονείς.

Πάντως για εμάς, τους προσώρας παραμένοντες, οι πατεράδες μας δεν έχουν φύγει ποτέ. Ξεχασμένα χορταράκια σε ταπεινωμένους τύμβους, πιθανόν, αλλά στην τσέπη μας πάντα η ίδια χαμογελαστή φωτογραφία με τα χάρτινα δοντάκια στο πλαίσιο…

Ο πατέρας μου είχε λιγότερα απ’ όσα έχω εγώ, αλλά είχε πιο πολύ χρόνο απ’ όσον κατέχουμε εμείς, οι συνήθεις του τώρα. Ήταν δηλαδή αφάνταστα πλούσιος. Είχε καιρό για το σπίτι, για τους φίλους και τις γιορτές. Για πρέφα στο καφενείο. Είχε τα καλά του ρούχα – στις περιστάσεις αναλόγως – σωστός. Δούλευε  πολύ κι όμως είχε πάντα χρόνο. Χρέη στο χρόνο δεν είχε. Είχε χρέη σε μας.

Σάββατο απογευματάκι, Δεκέμβρης, μια χρονιά ακόμα τελειώνει, μια βόλτα με τον πατέρα, τώρα καθώς γερνάς κι όλο και πιο πολύ του μοιάζεις, βόλτα εύθυμη να πειράξετε λίγο τα παράξενα του κόσμου, καθώς έκανε όταν είχε κέφια. Ξέρω…

…στα μάτια του είμαι ακόμα παιδί. Όλοι είμαστε οι μικροί τους ή οι μεγάλοι τους γιοι, οι κόρες –ο δικός μου τα Σάββατα το βράδυ, αφού το σπίτι είχε κοιμηθεί, κάπνιζε τα τσιγάρα του («Άρωμα» σε κίτρινο χλωμό πακέτο χωρίς υστερικά νεκρωτικά μηνύματα πάνω του), και μας γυάλιζε τα παιδικά μας παπούτσια να μας βρει κύριους η Κυριακή.

Ξέρω, τα γράφω τώρα αυτά καθώς γέρνει η χρονιά και πλακώνει φωταγωγημένος ο φόβος των γιορτών, μ’ άλλη διάθεση απ’ αυτήν που έχουν οι πατεράδες μας –μας κοιτούν και χαμογελούν. Λίγο απορρημένοι και κάπως πικρά, καθώς μας βλέπουν έκπληκτους και τρομαγμένους μπροστά σ’ αυτό που οι ίδιοι αντιμετώπισαν ήσυχα (ή φρόντισαν να φαίνεται στα μάτια μας ότι το αντιμετώπισαν ήσυχα).

Γέρνω απ’ την άλλη πλευρά του λόφου, αρχίζω να κατηφορίζω. Μπορεί η πανοπλία μου να μην το παραδέχεται –οι πανοπλίες εννοούν τελευταίες, και, αν δεν τους βάλεις μυαλό εγκαίρως, γίνονται ροκ περικεφαλαίες για δον Κιχώτες με διακοπές στο ντιστριμπιντέρ.

Ο πατέρας δε χαμογελάει πια. «Ποτέ δεν ξέρεις πότε αλλάζει ο καιρός του ανθρώπου», μου λέει. «Ξέρεις τον καιρό για τον θέρο, για τον τρύγο, για το μάζεμα της ελιάς, αλλά στο θέρο, στον τρύγο και στο μάζεμα της ελιάς πας και παιδί και νέος και άνδρας και γέρος –ποτέ δεν ξέρεις πότε είναι η ώρα του καθενός ν’ αλλάξει καιρό, μόνο φοβάσαι μη μείνεις πίσω ή μην πας παράωρα μπροστά! Να φοβάσαι, δεν κάνει κακό».

Ίσως όταν αλαργέψει περισσότερο, ίσως όταν τον χάσω κι όταν δεν θα μπορώ να τρέξω στη μνήμη του για τα φρεσκογυαλισμένα μου παπούτσια, ίσως τότε να αρχίσω να γερνάω. Για την ώρα, ας έρχονται οι πατεράδες μας να πηγαίνουμε βόλτα σ’ όσα θυμόμαστε, χωρίς τον φόβο των ρηχών, πως δεν έχουν ζωή όταν σκέφτονται τη ζωή τους.

Θυμάμαι πόσο ακόμα πιο ήσυχη γινόταν τα Σάββατα το απόγευμα η έτσι κι αλλιώς ήσυχη πόλη μας. Σαν αποκαμωμένη απ’ τη δουλειά της βδομάδας στεκόταν για λίγο μετέωρη, πριν λούσει και χτενίσει τα μαλλιά της για τη σχόλη του Σαββατόβραδου και της Κυριακής. Ξέρω ότι μέσα στα σπίτια του κόσμου έβραζε η ζωή, η αδρεναλίνη της, τα πάθη, τα μίση, οι καυγάδες, οι ίντριγκες και οι προσμονές, αλλά έξω στους δρόμους μετεωριζόταν για λίγες ώρες η ησυχία, το βασίλειο των παιδιών που έχουν χαθεί στα όνειρά τους, η αμηχανία του μετά-τι-γίνεται, αλλά και η προετοιμασία για αυτό που έτσι κι αλλιώς μετά θα γινόταν.

Τώρα πια απ’ τους πατεράδες που ζουν των φίλων μου κλέβω όσα μπορώ. Το ξέρουν και μ’ αφήνουν.

(Ένας «ναυτίλος» του αγαπημένου Στάθη Σ., γραμμένος τέτοιες μέρες πριν από οχτώ χρόνια).

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Στάθη, καλή αντάμωση!


Συναντηθήκαμε στις σελίδες του Ριζοσπάστη, και του Οδηγητή αργότερα, κοντά τριάντα χρόνια πριν. Εσύ νεαρός, σκιτσογράφος στα πρώτα σου βήματα. Εγώ έφηβος μαθητής, με σκέψη ανήσυχη. Αυτά τα μικρά χάρτινα ανθρωπάκια σου, με τη «σαν πατάτα» μύτη τους, μ’ έκαναν πολλές φορές να γελάσω. Άλλοτε με χαμόγελο πικρό, άλλες φορές με γέλιο τρανταχτό. Οι λέξεις που έβαζες στο στόμα τους, έφτιαχναν προτάσεις με φωνή, σαν τη δική μου. Μιλούσες με τη δική μου φωνή.

Αργότερα, άλλαξες επαγγελματική στέγη και κάπου εκεί αραίωσε η καθημερινή μας επικοινωνία. Δε χαθήκαμε όμως. Συναντιόμασταν τακτικά. Ποτέ δε  σταμάτησες  να μου μιλάς.  Συχνά έκανα μια αναδρομή στις συλλογές σου που κοσμούν τη βιβλιοθήκη μου. Έβρισκα – και βρίσκω – εκεί μέσα, την ιστορία μας των τελευταίων χρόνων, τις αγωνίες και τους αγώνες των εργαζομένων αυτού του τόπου, του λαού μας. Κομμάτια και της δικής μου διαδρομής.

Στο «Ναυτίλο» σου, βρήκες τον τρόπο να εκφράσεις με τον καλύτερο τρόπο, όλα όσα δε χωρούσαν στα στενά συννεφάκια ενός σκίτσου. Να βγάλεις από μέσα σου ένα λόγο δυνατό σα σφυρί, κοφτερό σα μαχαίρι, τρυφερό σαν το βλέμμα ενός αθώου παιδιού. Ήμουν, χωρίς να το ξέρεις, ένα από τα ναυτάκια σου. Συνεπιβάτης σ’ αυτό το ταξίδι μέχρι τώρα, που το σκάφος έδεσε στο λιμάνι. Ο καπετάνιος δικαιούται να πατήσει για λίγο στην Ιθάκη του.

Ανταμώσαμε – δια ζώσης αυτή τη φορά -  στον «Παπασωτηρίου», δυο τρία  χρόνια πριν, γιορτές Χριστουγέννων. Οικογενειακώς εσύ, με τα παιδιά μου εγώ, διαλέγαμε βιβλία, απ’ αυτά που χαρίζουμε στον εαυτό μας και στ’ αγαπημένα μας πρόσωπα τέτοιες μέρες. Ήμουν αναποφάσιστος, να’ ρθω να σου μιλήσω, να σου σφίξω το χέρι, να σου πω ευχαριστώ. Δεν το έκανα. Για να μην  ενοχλήσω. Μια άλλη φορά, ίσως, ο κόσμος είναι μικρός.

Κάποιες φορές δεν τα βρίσκαμε. Λίγες αυτές. Ήσουν όμως δίκαιος και έντιμος σε όλο τα ταξίδι. Άντρας σαν εκείνους τους παλιούς χωριάτες, με αγύριστο κεφάλι. Κράτησες το λόγο σου. Είχες μπέσα και την αξιοπρέπειά σου δεν την παζάρεψες. Ποτέ δε σήκωσες το άδικο. Δεν ένοιωσα να ταλαντεύεσαι, ούτε στιγμή. Να γέρνεις προς τα κει που φυσάει το ρεύμα. Τριάντα χρόνια ήσουν δίπλα μου, σύντροφός μου. Δεν με πρόδωσες. Κατέλαβες δικαιωματικά, μια θέση στην καρδιά μου.

Μας ανακοίνωσες χτες την απόφασή σου να σταματήσεις το ταξίδι.

Στάθη Σταυρόπουλε δε θα πούμε αντίο. Θα βρεθούμε ξανά.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

ώς τις καλένδες του Σεπτέμβρη ...

Ολοι μπορούν να πουλήσουν κάποια στιγμή την ψυχή τους στον Διάβολο. Κάποιοι όμως, λίγοι ή πολλοί,

καταλαβαίνουν κάποτε ότι το διάφορο είναι ασύμφορο. Ξεσηκωμένοι τότε και χαρούμενοι

κατατάσσονται στον ίδιο λόχο με τον Αμλετ και τον Καραϊσκάκη. Κι έρχονται (ολοφώτιστοι) βαλείν μάχαιρα (ολοφώτιστη)...

.......................................

Η Ελλάδα θα βγει απ' την παρακμή. Διότι και τέκνα έχει, και θεούς, και ποιητές, που ξέρουν από γράμματα, γρόσια κι άρματα...

Δεν είναι η χώρα αυτή του Πεταλωτή ή του Γιωργάκη. Εχει στα φτερά της πολλούς αγγέλους, πολλούς αντάρτες, πολλά καράβια, πολλά αγάλματα, πολλές Λάκαινες, για να της πάρουν τη γη και το νερό οι τόκοι και τα επιτόκια...

Ο Σεπτέμβρης είναι ο «μήνας μου» -οι παλιοί αναγνώστες ίσως να θυμούνται κάποιους σχετικούς «ναυτίλους», όμως

φέτος ο Σεπτέμβρης ελαύνει σκαιός.

Ζοφερός -δείχνει να μην έχει χώρο για πρόσωπα, αλλά εντάλματα, εντολές, εισφορές, χαράτσια, ντιρεκτίβες για όλους- όλους; Οχι

ακριβώς! Οχι για τους Δυνατούς, ούτε τους πονηρούς, αλλά για τους πολλούς, τους απλούς, αυτούς που πάνε με τον σταυρό στο χέρι

ελπίζοντας ότι οι πτωχοί τω πνεύματι θα δουν κάποτε το πρόσωπο του Θεού.

.....................................

Φέτος ο Σεπτέμβρης

φθάνει στην επικράτεια της Σιδερένιας Φτέρνας και είναι αναλόγως υποχρεωμένος να φερθεί ως μισθοφόρος, παλιοσειρά πεμπτοφαλαγγίτης,

φονιάς αποδεκατιστής. Εσύ άνεργος, εσύ φέρε τον μισό σου μισθό, εσύ εργασιακή εφεδρεία

με το 60% του μισού σου πλέον μισθού.

Ωσπου να απολυθείς...

Παλιότερα, άλλες χρονιές

υπό το γλυκό σεληνόφως του Σεπτεμβρίου το πολύ να σε ανησυχούσε, αλλά απλώς να σε

ανησυχούσε λιγάκι, αυτή η απροσδιόριστη σκιά

στον κήπο,

που, τις νύχτες του Σεπτέμβρη,

κλώθει. Κλώθει το νήμα της, λευκό, κόκκινο, γαλάζιο -δεν ξέρεις· αλλά μόνον αυτό σε ανησυχεί, το χρώμα.

Τι χρώμα να 'ναι και τι νερό πίνει;

Το άσπρο πίνει απ' την πηγή και το κόκκινο εμφιαλωμένο;- τέτοιες μικρές μαντεψιές.

Το πολύ.

Κι αν πέσεις έξω μικρό το κακό.

Οσο κάνουν οι πευκοβελόνες, όταν τις σέρνει ο άνεμος πάνω στο τσιμέντο των δρόμων στο χωριό...

Μικρό το κακό.

Για αυτό κι ο σκύλος στον κήπο δεν ανησυχεί με τη σκιά που κλώθει τα νήματά της τις νύχτες του Σεπτέμβρη - σε μας! σε άλλα σπίτια ίσως άλλους μήνες· κάθε σπίτι και οι σκιές του, οι φωτογραφίες του, οι εικόνες του, τα κειμήλια και τα ενθύμιά του. Ή τα γκάτζετ... 


Ομως ο φετεινός Σεπτέμβρης έρχεται λαφυραγωγός. Ερχεται να βουτήξει κειμήλια, να τσεπώσει εικόνες, να προγκήξει τους μικρούς εφέστιους θεού του κάθε οίκου.
Είναι Σεπτέμβρης
μισθοφόρος του Γιωργάκη, ληστής τροϊκανός, εγγλέζος πειρατής, ολλανδός έμπορος, φράγκος σταυροφόρος, τούρκος γαζής
τσέτης και κατσαπλιάς.
Με άδεια εισόδου στα σπίτια σας. Κι ένταλμα συλλήψεως των ονείρων και των ελπίδων, έτσι που ο λαός να μείνει ορφανός, άλαλος -αλλοίμονο
σε όποιον δεν έχει φορολογική ενημερότητα
ουαί τοις ηττημένοις που δεν θα έχουν σέντζι για τον φόρο επιτηδεύματος- τρίτης
κατηγορίας άνθρωποι: τεμπέληδες! έλληνες τεμπέληδες, ανίκανοι και διεφθαρμένοι.
Ουκ έστιν οδός για μας, παρά μόνον ο μονόδρομος που τον φυλάνε γενίτσαροι γραικύλοι και ραγιάδες, ώσπου να φθάσουμε στον προορισμό μας: στα γκισέ και τα ταμεία.
Αυτό είναι η ζωή, αυτό σκεφτόμαστε όλη μέρα, αυτό μας κατατρύχει και μας καταθλίβει: τα φράγκα! πώς θα τα βγάλουμε πέρα!
Οι τρεις σταυροί στον κήπο, δικέ μου, ή μέσα στο τριαράκι σου, με νοίκιο ή δικό σου, ποσώς. Τα φράγκα, για να μη σε πετάξει έξω ο Σεπτέμβρης.
Ή ο Οκτώβρης.
Ή ο Φλεβάρης.
Ο καθείς κι ο μήνας του. Και η αγωνία του για το πότε θα ανέβει στον σταυρό του, πότε θα δει τους δικούς του να ανεβαίνουν στους τρεις σταυρούς...
...εδώ στη νεκρή ζωή της Ευρωζώνης.
Ετσι καθώς ανεπαισθήτως αλλά και επαίσχυντα, από ελεύθεροι πολιορκημένοι που υπήρξαμε στις καλύτερες στιγμές μας, ξεπέσαμε σε
κρέας για τα κανόνια των πρασινοφρουρών, πελάτες των τραπεζών, θύματα της διαφήμισης -ποιοι; εμείς! Εμείς που πάψαμε εδώ και αιώνες να είμαστε κορίτσια κι αγόρια δεκαοχτώ χρονώ...
ΣΤΑΘΗΣ Σ. 20.VIII.2011 stathis@enet.gr

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

η λέξη που έγραφε τ' όνομά σου ...

Αν ένας πολίτης χρωστάει χίλια Ευρώ και δεν έχει να τα δώσει, τον πάνε μέσα. Αν ένας πολίτης χρωστάει ένα εκατομμύριο Ευρώ, του βγάζουν το καπέλο το κράτος, οι τράπεζες και η μισή κοινωνία.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα κράτη. Αν χρωστάει κάποιο όπως η Ελλάδα 360 δισ. Ευρώ, πάει σφαχτάρι στον πάγκο του χασάπη. Αν χρωστάει 14,3 τρισ. δολάρια, όπως χρωστάνε οι ΗΠΑ στη Μιχαλού, φτερνίζεται και τρέμει ο πλανήτης μην τα κακαρώσει...
Αδικε ντουνιά...


Αυτό το καλοκαίρι μοιάζει σαν να έρχεται χειμώνας. Οι άνθρωποι σκεπτικοί κι ορισμένοι σκυφτοί...

Στα σπίτια πολλοί μετράνε κατηφείς άνεργες ώρες – και τα απογεύματα βρέχει στις πόλεις -μέσα Ιούνη- με μια παράξενη επιμονή,
όσο για τις καλλιέργειες - δεν ξέρω για τις καλλιέργειες, ποιες βλάπτει η βροχή, ποιες όχι...

...................................

Κουρασμένες οι λέξεις πολλά χρόνια τώρα λέγονται αλλ' όμως εξακολουθούν να εκτοξεύονται. Σε τροχιά πάνω απ' τα κεφάλια των ανθρώπων ορισμένες εκρήγνυνται αναλόγως της γόμωσης (πόση φορμόλη, δείκτη απειλής, ποσοστό ψεύδους περιέχουν).


Βαριέσαι να σκύψεις (πιο πολύ απ' όσον ήδη σκύβεις), δεν έχεις το κουράγιο να φυλαχτείς η λέξη που έχει γραμμένο πάνω της το όνομά σου, θα σε βρει.

Ανεργία. Προπαγάνδα. Κλισέ. Πράσινη ΥΕΝΕΔ -κάποια θα σε πετύχει, είναι θέμα χρόνου.
Εριχ Μαρία Ρεμάρκ, διάβαζες μικρός, «Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο», μπήκες στο νόημα νωρίς, περίμενες ένας-ένας οι φίλοι να σκοτώνονται, στα χαρακώματα ή στην επόμενη σελίδα στην άδεια, ξαπλωμένοι κάτω από μια μπουγάδα ασπρόρουχα,

ό,τι πιο κοντινό σε κορίτσι μπορούσε να σου τύχει εκτός απ' τις νοσοκόμες, κυνηγώντας κότες και κλέβοντας χήνες, στην άλλη σελίδα, στο άλλο βιβλίο, χιλιάδες ζωές και ξαφνικά η δική σου έχει σταματήσει αμήχανη με μια απόλυση. Μπροστά σε μια απόλυση.

Την κοιτάς από 'δώ, την κοιτάς από 'κεί, τη βλέπεις τη νύχτα στον ύπνο σου, την κόβεις πίσω απ' την πόρτα σαν να σου 'χει στήσει καρτέρι, κι έτσι σαν να μη θέλεις να βγεις πια έξω, έστω για μια βολτίτσα, να σου προσφέρει η χώρα το φάρμακό της, ένα ουζάκι ή ήλιο ή έναν καφέ ή μια καλή εφημερίδα - τίποτα!

η απόλυση εκεί! ατάραχη! Δεν μπορείς να τη βγάλεις απ' το οπτικό σου πεδίο.
Κάθεται κι αυτή και σε κοιτάει, πάει να σου κάνει λίγη πλάκα: «δεν σε αντέχει η οικονομία» σου λέει, αλλά ούτε εσύ πικρογελάς, ούτε και η ίδια.

Απόλυση - το μυθιστόρημα δεν είναι μεγάλο, λίγες σελίδες, με τη μία τα διάβασες όλα, ούτε την ώρα σου μπορείς να σκοτώσεις μαζί της...

Πόσο χρονώ είσαι;

Τι σημασία έχει για το κοράκι τον δημοσιογράφο που σου κανοναρχεί το Πιστεύω των Πιστωτών σου;

Το χρέος, κύριε!

Τόσα χρόνια που σε κλέβαμε, τζάμπα σε κλέβαμε; πλήρωσε τώρα!

Γυρίζεις πλευρό. Λες, θα πάω στο χωριό. Εχεις ακόμα στην τσέπη σου λίγα ευρώ. Επιτέλους να ξημερώσει! Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα. Εξάλλου έχεις κι εσύ τις δικές σου λέξεις

πανώ, πλακάτ, Μαρία, πορείες, Παπαδιαμάντης, η πλατεία· όλη σου η προίκα η φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου, οι γιοι σου, ο μεγάλος κι ο μικρός,

τις παρατάσσεις όπως τα στρατιωτάκια σου παιδάκι, μπλιτς κριγκ η απόλυση, Δουνκέρκη οι λέξεις σου - τίποτα άλλο πια δεν μπορείς να σκεφτείς.

Απόλυση.

Κατάσταση πολιορκίας.

Κάνεις εσύ τώρα πλάκα στην πάρτη σου, τα γκόλντεν μπόυς ξανάρχισαν να παίρνουν γκόλντεν πριμ, η οικονομία θα αναθερμανθεί, οι απολύσεις θα συνεχισθούν, η κρίση του 2008 τελείωσε, όταν τελειώσει και η κρίση του 2011 (με τις αναγκαίες παράπλευρες απώλειες - τι να κάνουμε;) θα μπούμε στην κρίση του 2013...

...η ζωή συνεχίζεται,

μην κωλώνεις κι αν ξαναβρείς ποτέ δουλειά, μπορεί άνετα να την ξαναχάσεις...

Ουδέν Νεώτερον από τις Μικρές Αγγελίες και σήμερα...

ΣΤΑΘΗΣ Σ. 20.VI.2011 stathis@enet.gr

( Ένας ακόμη συγκλονιστικός Ναυτίλος, ένας ακόμη συγκλονιστικός Στάθης, από τη σημερινή Ελευθεροτυπία )

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

"Κολχόζ ο παράδεισος..."

(Αναδημοσίευση της στήλης «Ναυτίλος» του Στάθη, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» το Σάββατο 21-5-2011).

Παλιό το στερεότυπο ότι οι Ελληνες δουλεύουν λιγότερο απ' τους Γερμανούς (στην πραγματικότητα δουλεύουν πολύ περισσότερο) -κι όμως η κυρία Μέρκελ το επανέλαβε με τη ρατσιστική διάθεση της μπυραρίας- έτσι στο άνετο!  

Ολόκληρη πρωθυπουργός να λέει εν γνώσει της μπαρούφες για έναν ολόκληρο λαό!

Αλλά γιατί όχι; ο ίδιος μας ο Πρωθυπουργός δεν μας διέσυρε εκεί στην ξένη ως τεμπέληδες; Ή μήπως, κι αυτό είναι εξ όλων το αισχρότερο, δεν πιστεύουν τέτοια στερεότυπα και πολλοί Ελληνες;

Ρατσιστές με τον εαυτόν τον ίδιο αυτοί οι κομπλεξικοί γραικύλοι, τους αρκεί να τη βρίσκουν, νομίζοντας ότι αυτός ο ρατσισμός για τον «τεμπέλη Ελληνα» αφορά τους συμπατριώτες τους κι όχι και τους ίδιους...


Τον παλιό καλό καιρό, όταν ακόμα υπήρχε το οχτάωρο, τα Σάββατα έπινε κι ο Θεός τον καφέ του...

Φούμαρε και στη ζούλα, κρυφά απ' το Αγιον Πνεύμα, και κάνα τσιγαράκι, κοίταζε ο Πλάστης την πλάση - τα πάντα εν σοφία ποιήσας χαμογελούσε ευχαριστημένος - άγνωστοι αι βουλαί Του, και το 'ριχνε στις βόλτες.

Η αλήθεια είναι ότι ο Πανάγαθος το παράκανε, όλο σε τριήμερα ξεχείλωνε τα γουήκ εντ, από μια πλευρά κατανοητό, είναι και πολλά τα τέκνα του, άρχιζε από Παρασκευής, διάλεγε και πήγαινε σε κάποιο τζαμί, στη Βαγδάτη ή στην Καζαμπλάνκα,

έπιανε κουβέντα με τους πιστούς, μάθαινε τα βάσανα του ντουνιά - όλα είναι γραμμένα αναστέναζε και αρχομένου του Σαββάτου διάλεγε μια Συναγωγή στο Βερολίνο ή στη Νέα Υόκρη και πήγαινε να ακούσει ξανά στην αρχαία γλώσσα ιστορίες απ' την εποχή που ήταν ακόμα ο κόσμος νέος.

Τέλος, τις Κυριακές ο Παντοδύναμος περνώντας πότε από ένα εκκλησάκι στο Αιγαίο και πότε από μια γοτθική Καθεδρική της κεντρικής Ευρώπης, έκλεινε την τριήμερη σχόλη του βλέποντας το ηλιοβασίλεμα στην Παταγωνία ή πηγαίνοντας θέατρο στη Μόσχα...

Μεγαλεία.

Το πάλαι ποτέ όταν ο Κτίστης έχτιζε τον Κόσμο εργαζόταν έξι ημέρες και αναπαυόταν την έβδομη - όμως με τους αιώνες, όταν το μέγα μέρος της εργασίας ανέλαβαν οι άνθρωποι, συνταξιούχος πλέον ο Δημιουργός επέτρεψε στον εαυτόν Του την πολυτέλεια του γουηκ εντ άντε κι ορισμένων ακόμα αργιών:

του άρεσε η 4η Ιουλίου είχε χαζοχαβαλέ, πήγαινε και στην ημέρα της Αντιφασιστικής Νίκης στο Νεκροταφείο του Λένινγκραντ να υποβάλει τα σέβη του κι οπωσδήποτε γιόρταζε με τους Κινέζους κάθε χρονιά το νέον έτος, χόρευε μέσα στους χάρτινους δράκους και πάνω στα πυροτεχνήματα ή έπλεε μέσα σε ένα φαναράκι πάνω στο Κίτρινο Ποτάμι.


Την πρώτη φορά που άκουσε ο Πάνσοφος ότι «χαλάει την πιάτσα», δεν πίστευε στα αυτιά του. Κι όμως! ένας Καλβινιστής πάστορας από την Ελβετία κι ένας Ευαγγελικός ραδιοφωνικός ιεροκήρυκας από τη Γιούτα, δήλωναν urbi et orbi ότι ο Θεός το έχει παρακάνει με τον τρόπο που ζει, χαλαρά χωρίς να παράγει όλο ταξιδάκια κι επιτέλους!

δεν καταλαβαίνει ο τα πανθ' ορών ότι έτσι τίθεται εν κινδύνω το ασφαλιστικό σύστημα; Πόσον καιρό σκοπεύει ακόμα να ζήσει;

Και ώς πότε οι σκληρά και τίμια εργαζόμενοι άνθρωποι θα Του πληρώνουν εισφορές τους για να πηγαίνει ο Πανταχού Παρών δώθε κείθε, ταξιδάκια στο Μάτσου Πίτσου και το Χονγκ Κονγκ;

Ηταν να μην αρχίσει η γκρίνια. «Τι προσφέρει ο Αμνός;» ούτε καν φόρους πληρώνει, είναι ακτήμων. Ούτε καν πιστωτική κάρτα διαθέτει, είναι παρίας· κλοσάρ, αποσυνάγωγος. Μυρμήγκια οι άνθρωποι και τζίτζικας ο Θεός; Πού ακούστηκε;

Προσπάθησε να ορθώσει έναν αντίλογο ο Παντογνώστης (συμβουλευόμενος καλού-κακού και τον Λόγο), άρχισε να εξηγεί ότι απλώς ζει ανθρώπινα, αλλά πού να τον ακούσουν οι άνθρωποι;

Αρον άρον Σύνοδον, Συνέδριο και Κονγκλάβιο να συσκεφθούν οι ηγεσίες και να συναποφασίσουν οι λαοί, τι θα κάνουν με έναν Θεό που πια δεν τους εκφράζει, δεν τους εκπροσωπεί, δεν τους μοιάζει.

Θεός ελεήμων, πολυεύσπλαχνος κι αγαπησιάρης; Ευρύχωρος, παιγνιδιάρης και ταξιδιάρης; - ποιος τον χρειάζεται; Σε κάποιον άλλον Γαλαξία ίσως - πάντως όχι στον δικό μας.

Κι έτσι, ο πρώτος που έθεσε θέμα απόλυσης του Θεού, διαπίστωσε ότι δεν ήταν μόνος!

Γιατί όχι; βεβαίως! ναι! ώρα να τελειώνουμε με τα κολλήματα απ' το παρελθόν! - η απόφαση δεν άργησε να βγει...

Μια φορά κι έναν καιρό...

ΣΤΑΘΗΣ Σ. 21.V.2011 (Ελευθεροτυπία)