Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Το χάρτινο πενηνταράκι

[Το αφιερώνω στους εγχώριους και ξένους δανειστές-τοκογλύφους και στους ντόπιους υπηρέτες τους που διατείνονται πως εφαρμόζουν – οι προδότες της λαϊκής βούλησης – πατριωτική πολιτική. Σ’ αυτούς που σπρώχνουν στην εξαθλίωση και την απελπισία (όπως και ο ήρωας της ιστορίας μας) όλο και μεγαλύτερα τμήματα εργαζομένων, ανέργων και γενικότερα του λαού. Αγνοούν οι σύγχρονοι δωσίλογοι τα σοφά, μέσα στην απλότητά τους, λόγια που έγραψε κάποτε ο παππούς Κάρολος που είναι και θα παραμένουν επίκαιρα όσο θα υπάρχει καταπίεση από άνθρωπο σε άνθρωπο: «οι καταπιεσμένοι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν τίποτε με το να εξεγερθούν απέναντι στους καταπιεστές τους, παρά μόνο τις αλυσίδες τους». Οικοδόμος]

Θα ήτανε πάνω κάτω έξι η ώρα σαν σύρθηκα στα κλεφτά έξω από το στεγνωτήριο των τούβλων. Σάλιωσα με τη γλώσσα τα στεγνά μου χείλια, έμπλεξα σαν χτένια τα δάχτυλά μου το ένα μέσα στ’ άλλο, τίναξα την τουβλόσκονη από τα μαλλιά μου κι έτσι που έκανα την «τουαλέτα» μου ένιωθα ν’ «ανεβαίνω» στην εκτίμησή μου. Τράβηξα κατά το πορτάκι του τουβλάδικου που έβγαζε στη λεωφόρο Μπέτσι.

Απ’ αυτό το δρόμο θα πήγαινα αργότερα στο «κουρνιαχτήρι» που είχα ανακαλύψει για το βραδυνό μου ύπνο, ξενοδοχείο δίχως πληρωμή… Έξω από το σπιτάκι του φύλακα, δίπλα στο πορτάκι, ήτανε μια βρύση. Γδύθηκα μέχρι τη μέση κι έσκυψα κάτω από το ρουμπινέτο. Με τα δάχτυλα έκανα το βρυσάκι «συντριβάνι» και χάρηκα το παγωμένο νερό που φιλτραρισμένο ανάμεσα στα δάχτυλά μου έφτανε πιτσιλιστά στο κορμί μου…

Φρεσκαρισμένος και ξεμουδιασμένος δρασκέλισα την πίσω πόρτα του τουβλάδικου και βρέθηκα στο δρόμο. Πήγα και κάθησα στην άκρη του ρυακιού. Το βρώμικο νερό που έτρεχε στο βάθος του χαντακιού έμοιαζε σαν λαδωμένο.

Κάθε φορά που κοίταζα τον ήλιο, μου φαινόταν όλο και πιο στρογγυλοπρόσωπος. Τράβαγε την πορεία του ατάραχος, ψηλά πάνω από το αργιλόχωμα, στολίζοντας με θαυμαστές ανταύγειες τα βαγονέτα του εναέριου κουρνιασμένα στο συρμάτινο σκοινί…

«Πιο ύστερα μπορεί να κατεβώ ως το Δούναβη», είπα μέσα μου, «για την ώρα, καλή όχθη είναι και τούτη η άκρη του αυλακιού. Ας μείνω εδώ. Αν είμαι τυχερός, μπορεί σήμερα να πάρουνε καινούριους εργάτες στο κεραμουργείο». Όμως πώς να περάσω την ώρα μου; Α, καλά που το θυμήθηκα! Κάπου έχω ένα παλιό χάρτινο πενηνταράκι…

Ψαχουλεύω τις τσέπες μου, το ανακαλύπτω, το βγάζω στο φως… Το γυρίζω μπρος πίσω, εξετάζω προσεκτικά το πάχος του χαρτιού του… Το στρίβω ανάμεσα στα δάχτυλά μου, το κάνω «μασουράκι», κυλώντας το από την κορφή του δείχτη μου ως την «κοιλάδα» της παλάμης μου…

Λίγο πιο πέρα κείτεται στο χώμα ένα φύλλο της «Ανατολής». Το παπούτσι κάποιου περαστικού έχει τσαλακώσει την εφημερίδα για καλά… Για να περάσει η ώρα μου, αρχίζω να την ψιλοδιαβάζω ανόρεχτα με την άκρη του ματιού μου. Περνάνε έτσι κάμποσα λεπτά… Αχ, δεν περνάει η ώρα!... Βγάζω από την τσέπη μου κάτι σπιρτόξυλα με καμένο «κεφαλάκι»…

Λίγο πιο πέρα από τα’ αυλάκι φυτρώνουνε κάτι κιτρινολούλουδα, αυτά που τα λένε «δόντι λιονταριού»… Δουλεύοντας επιτήδεια με τα δάχτυλά μου, βάλθηκα να φτιάξω μια βαρκούλα μ’ ένα κομμάτι από τη στραπατσαρισμένη εφημερίδα… Δουλεύω με μεγάλη προσοχή… Συχνά σταματάω και εξετάζω το έργο μου… Τσακίζοντας το χαρτί εδώ, διορθώνοντας εκεί, ξανά και ξανά, τη σκάρωνα την όμορφη φρεγάτα μου! Ευχαριστημένος από τον εαυτό μου, την απιθώνω δίπλα μου πάνω στο χορτάρι.

«Πενηνταράκι μου, μικρέ μου θησαυρέ», λέω στο μοναδικό χρηματικό σύντροφο της τσέπης μου, «τώρα θα δεις πως θα σε φροντίσω  και πως θα σε στολίσω! Θα σου βάλω αυτά τα δυο σπιρτόξυλα για ποδαράκια και τούτο το καμένο σπιρτοξυλάκι για κεφαλάκι σου μαυρούλικο. Και θα σε κάνω καπετάνιο στη φρεγάτα μου. Ετούτο το κοτσάνι από το «δόντι λιονταριού» θε να το βάλω για κατάρτι στο πλεούμενο και τούτο δω το κίτρινο ανθοπέταλο θε να’ ναι το πανί.

Με τούτη την κλωστίτσα που τράβηξα από τα ξέφτια του παλτού μου, θε να σε δέσω στο κατάρτι, να ταξιδέψεις σαν τον Οδυσσέα που δεμένος πέρασε απ’ των Σειρήνων το νησί…πενηνταράκι μου καλό (το αποχαιρετώ με πίκρα) γεια και χαρά σου και καλό ταξίδι!»

Και να ’τος ο καπετάνιος μου ο Πενηνταράκης ν’ αρμενίζει άφοβος στο νερό του χαντακιού… Το αεράκι φουσκώνει με την ανάσα του το κίτρινο λουλουδένιο πανί και η φρεγάτα μου κυλάει απαλά – απαλά. Ω, τι καλά να ριχνόμουν ξωπίσω της, έτσι αναμαλλιάρης κι αγριωπός και βουλιάξω ως τον πάτο του νερού!... Όμως το νερό είναι εδώ στ’ αυλάκι πολύ ρηχό για μένα…

Από τις σκέψεις μου με συνεφέρνει το ουρλιαχτό της σειρήνας του εργοστασίου… Επάνω από το κεφάλι μου τα βαγονέτα μπαίνουνε σε κίνηση. Άδεια από υλικό, φορτωμένα με ηλιόφως, τραβάνε για την πρέσα του κεραμουργείου… Ένας υπόκωφος αχός ανεβαίνει στο αέρα: ανατινάξανε μπλόκια από άργιλο που σωριάστηκαν σε μικρότερα κομμάτια. Οι εργάτες τα φτυαρίζουνε και κάνουνε γι’ αυτά αφράτα βουναλάκια…

φωτογραφία του Σπ. Μελετζή

Σαλτάρω πάνω απ’ το χαντάκι και φτάνω τρέχοντας ως τα γραφεία του κεραμουργείου… Ξέρω καλά, πάρα πολύ καλά τι είναι γραμμένο εκεί. Κι όμως, στήνομαι κοντά στο τζάμι του γραφείου και χάσκοντας διαβάζω και ξαναδιαβάζω: «ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ ΕΡΓΑΤΩΝ»…

Ώστε έτσι ε;… Μηχανικά χώνω τα χέρια μου στις τσέπες… Τι κάθομαι και κουράζομαι να τις ψαχουλεύω; Γιατί να τις βασανίζω τις κακομοίρες τις τσέπες μου τινάζοντάς τες ή γυρνώντας τες απ’ την ανάποδη; Και σε τί μου χρειάζονται οι τσέπες; Αυτό που μου χρειάζεται είναι ένα μεγάλο σακί: να χώσω εκεί μέσα τα πόδια μου που μόλις με βαστάνε, κι ολόκληρο το κορμί μου κι ολόκληρη τη ρημαγμένη μου ζωή…

Ας ήτανε να βρω δουλειά! Ό,τι δουλειά και να ’ναι. Ακόμα κι αν με βάζανε να γλείψω με τη γλώσσα το πάτωμα της πιο βρώμικης κουζίνας δεν θα ’λεγα όχι. Αρκεί να ήταν δουλειά… Σκέφτομαι: «θα μπω με το έτσι θέλω στο εργαστήρι, θα θρονιαστώ στον πάγκο της δουλειάς, αρπάζω μια λίμα κι αρχίζω να λιμάρω.

Αν με ρωτήσει κανένας: «Ποιος είσαι συ; Καινούριος;» μιλιά εγώ! Ατάραχος, σαν τίποτα να μη συμβαίνει, συνεχίζω τη δουλειά μου: λιμάρω, λιμάρω, λιμάρω με μανία… ίσαμε το βράδυ… ως τα μεσάνυχτα… Συνέχεια λιμάρω… Ε πια, τι στο καλό, δεν θα μου δώσουνε στο τέλος κάτι για τόσο κόπο που έχω κάνει;…».

Ξεμακραίνω από τα γραφεία έχοντας για παρέα τη λιγνή σκιά μου. Φορές  φορές μου φαίνεται πως δίπλα μου κινιούνται αμέτρητες άλλες σκιές. Μου φαίνεται πως κάθε λίγο ο άνεμος παίρνει μαζί του πότε τη μία, πότε την άλλη από τούτες τις σκιές. Τις πάει ψηλά ίσαμε τα μαύρα σύννεφα, κι εκεί αραιώνουνε, μέχρι που χάνονται στο τέλος όλες…

«Δε βαριέσαι! Ήταν οι σκιές όλων εκείνων που έχουν πεθάνει από πείνα», σκέφτομαι αδιάφορα… Τραβάω το δρόμο μου, μέχρι που φτάνω μπροστά στα γραφεία της εφημερίδας «Φρις Ούχτσαγκ». Έχω αφήσει πίσω μου τη γέφυρα και το βασιλικό παλάτι που λαμποκοπάει.

«Τι καλά να ήμουνα φανάρι ή πολυέλαιος μέσα στο παλάτι!» λέω μέσα μου. «Ή να ’μουνα ο θρόνος! Όμως αυτό δε γίνεται… Ας ήμουνα, λοιπόν, ο μάγειρας του παλατιού!». Ο μάγειρας!

Ξαφνικά νιώθω την πείνα να με θερίζει. Πρέπει κάτι να φάω… Μηχανικά αρχίζω να τραβάω φυλλαράκια από τα δέντρα που στέκονται στο πεζοδρόμιο έξω από τα ζαχαροπλαστεία. Μασουλίζω.. Μερικά γίνονται μέσα στο στόμα μου μια μάζα που κολλάει, άλλα σαν ψίχα που πικροφέρνει… Όμως πέτυχα κι ένα φυλλαράκι τρυφερό, γλυκούτσικο… Α, δεν θα καθίσω τώρα να τα βάζω σε κατηγορίες! Θα τα τραβάω από τα δέντρα, θα τα μασουλίζω κι ύστερα θα τα φτύνω…

Τώρα περνάω μπροστά από τους καθρέφτες που είναι στην πρόσοψη του μεγάλου ζαχαροπλαστείου. Κοιτάζω εκεί μέσα κατάπληκτος τον εαυτό μου. Τι τρομερά αδύνατο που με δείχνουν οι καθρέφτες! Το κεφάλι μου μοιάζει σα μικρή γροθιά… Η ματιά μου πέφτει σ’ ένα γκαρσόνι μέσα στο ζαχαροπλαστείο. Είναι πνιγμένο στη δουλειά…

Η καρδιά μου γίνεται ένας κόμπος: εγώ αντί να δουλεύω βολοδέρνω μέσα σε τούτο το λαβύρινθο με τις μπερδεμένες σκέψεις. Κι αυτό γίνεται πέντε μήνες συνέχεια τώρα. Με πόση χαρά θ’ αναστέναζα κάτω απ’ οποιοδήποτε φορτίο – αρκεί να μου έδιναν δουλειά! Κάποια από τούτες τις μέρες θα τρελαθώ – δε γίνεται αλλιώς.

 Λέω ν’ ακουμπήσω στον κορμό του πρώτου δέντρου και να μην το κουνήσω πια από κει. Κι αν με ρωτήσουν γιατί στέκομαι εκεί μέρες και μήνες, θα τους αποκριθώ εμπιστευτικά: «Περιμένω να ρίξω ρίζες στο χώμα».

Τι βασανιστικό ν’ ανακατεύονται έτσι ιδέες και ιδέες μέσα στο μυαλό μου! Όμως και σαν τι άλλο θα μπορούσα δα να κάνω; Αν κλείσω οριστικά αυτό τον κύκλο από σκέψεις, αν διώξω από το μυαλό μου όλα τούτα τα παράδοξα κιτρινωπά φωτάκια μπροστά μου, δε θα δω να με περιμένουν παρά μόνο ο Δούναβης με τα θολά νερά του ή το γερό κλαδί ενός δέντρου…

Σαν μέσα σε λιποθυμία ή σαν υπνοβάτης στέκομαι με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο και κοιτάζω απέναντι τις ρεκλάμες έξω από τα γραφεία της εφημερίδας «Φρις Ούχτσαγκ». Κάπου κάπου με σπρώχνουν οι διαβάτες. Τους σπρώχνω κι εγώ κι έτσι κρατάω το πόστο μου στον τοίχο που τόσο με βολεύει… Τέλος, με μια κίνηση γεμάτη περιφρόνηση, στρέφω την πλάτη μου στις ρεκλάμες. Γεμάτος πίκρα στην ψυχή μου και στο στόμα αρχίζω να ξερνοβολάω… μία… δύο.. τρεις… φορές… Τέλειωσα… Τέρμα!...

Στέκομαι ακίνητος και αναρωτιέμαι: «Τώρα τί κάνουμε;» Τινάζομαι ξαφνιασμένος και κοιτάζω προς τα κάτω: ένα ανθρωπάκι τόσο δα με μούτρο χαλκοπράσινο με τραβάει από το μανίκι:

-         Μην ξερνάς άλλο πια! Μου λέει με ύφος πολύ σοβαρό. Κι ύστερα από λιγάκι: Δε βαριέσαι! Κάνε το κέφι σου! Μισοκλείνει τα μάτια και με ρωτάει: Δε μου λες γιατί έκανες εμετό πράσινο;
-         Πράσινο; Λέω εγώ. Αλήθεια γιατί πράσινο; Χτυπάω το κούτελό μου με την παλάμη: Μα, βέβαια, μάσαγα φύλλα από τα δέντρα.
-         Ε, λοιπόν κοίτα να δεις συνάδελφε, μου λέει το ανθρωπάκι: έχω κι εγώ μια ανακατωσούρα εδώ μέσα, άσ’ τα! Και μου δείχνει το στομάχι του, παίζοντας πάνω του τα δάχτυλά του σαν ταχυδακτυλουργός: Μεγάλη ανακατωσούρα! Προφταίνει να μου πει και ξερνοβολάει.
-         Εσύ γιατί κάνεις εμετό κίτρινο; Τον ρωτάω μ’ ένα κοφτό γέλιο...
-        
Ανασηκώνει αδιάφορα τους ώμους:

-         Γιατί εγώ κολάτσισα σκουπόχορτο! Μου λέει.
-         Αχ, αχ – στενάζω – ώστε είσαι κι εσύ χωρίς δουλειά;
-         Ου, ου! Από πολύ καιρό… Εσύ από πότε κάθεσαι και αερίζεσαι;
-         Κι εγώ από πολύ καιρό, του λέω: Μακάρι να’ πεφτε ετούτη η κυβέρνηση. Μπορεί με μια καινούρια ν’ ανοίγαν οι δουλειές.
-         Μωρέ τι την θέλεις την πολιτική; Εγώ δεκάρα δε δίνω. Για ένα μονάχα νοιάζομαι πια: που θα βρω μεγαλούτσικες γόπες για να καπνίσω.
-         Να κάναμε καμιά διάρρηξη σε τράπεζα; Προτείνω. Όμως δε θα την είχαμε ύστερα άσχημα με τους χωροφύλακες;
-         Ούτε συζήτηση. Σε βουτάνε στο πι και φι. Και πώς να ξεφύγεις; Στον καιρό μας οι χωροφύλακες έχουν γίνει πιο πολλοί κι από τις μύγες. Και πιο ενοχλητικοί απ’ αυτές, όλο σου μπαίνουνε στην μύτη…

Συνεχίζουμε συντροφικά το δρόμο μας. Αυτός κάπου κάπου σκύβει για να μαζέψει κανένα αποτσίγαρο. Εγώ βαδίζω με το βλέμμα χαμηλωμένο, λαχταρώντας να έβρισκα στο δρόμο κανένα εισιτήριο του τραμ που να ισχύει ακόμα. Ή τουλάχιστον να βρισκόταν στο δρόμο μας κανένα κάρο που να με ταξίδευε τζάμπα μέχρι τα Ζυθοποιία της Κεμπάνια. Ξαφνικά ο ανθρωπάκος με ρωτάει:

-         Δεν έχεις κανένα ψιλό;
-         Είχα ένα πενηνταράκι, του λέω.
-         Πού ’ναι το, πού ’ναι το; Ρωτάει ξαναμμένος, σχεδόν ουρλιάζοντας.
-         Του έφτιαξα ένα καραβάκι και το έκανα καπετάνιο του, λέω. Του έβαλα ποδαράκια από σπιρτόξυλα κι ένα άλλο σπιρτάκι για κεφάλι. Και το καραβάκι έχει πανί από ανθοπέταλο.
-         Καλά, καλά όλα αυτά, αλλά κατά που πήγε;… Έχω κι εγώ ένα πενηνταράκι και ξέρεις, με δύο πενηνταράκια μπορούμε ν’ αγοράσουμε ένα ολόκληρο τσιγάρο.
-         Το δικό μου αρμενίζει κατά τη λεωφόρο Μπέτσι, του απαντάω σαν να του διηγιέμαι παραμύθι: Είναι μακριά από ’δω. Αρμενίζει μέσα σ’ ένα αυλάκι, αν δεν έχει ήδη βουλιάξει.
-         Στη λεωφόρο Μπέτσι; Μήπως στο χαντάκι του κεραμουργείου;
-         Ναι, ναι. Όμως γιατί αναψοκοκκίνισες;
-         Βρε αρχιβλάκα! μου φωνάζει μανιασμένος: θα πάω να το βρω. Κι αν είμαι τυχερός κι ανταμωθώ με το πενηνταράκι σου, απόψε θα καπνίσω ένα ολόκληρο τσιγάρο…

Περιπλανιέμαι πάλι μοναχός μου. Ο ανθρωπάκος – Μίσι είπε ότι τον λένε – τράβηξε κατά την Όμπουντα να ερευνήσει για το πενηνταράκι μου. «Που ξέρεις; Μπορεί να σταθώ τυχερός και να το βρω», είπε ξεκινώντας βιαστικά. Πολύ που με νοιάζει! Ας κάνει ό,τι θέλει!...

Μεσημέριασε… Ξαναρχίζω να λεηλατώ τα φύλλα από τα δέντρα. Μασουλίζω… ξερνάω… ξαναμασουλάω… ξανακάνω εμετό… Όμως ετούτη τη φορά παρακολουθώ σαν προσεκτικός επιστήμονας την κάθε «ρουκέτα» του εμετού μου… Πράσινη… πράσινη… πράσινη… πράσινη. Με το βλέμμα προς τα κει που υποτίθεται ότι μπορεί να υπάρχει θεός, τον ρωτάω αναστενάζοντας:

-         Κύριε, πότε θα ευδοκιμήσεις επιτέλους να κάνω εμετό από ζαμπόν ή ψάρι ή κανένα ζυμαρικό;…

Αφήνω το κορμί μου να σωριαστεί σ’ ένα σκονισμένο παγκάκι… Περνάω κάμποση ώρα εδώ… Το κοντινό ρολόι χτυπάει τις ώρες τη μία μετά την άλλη… Ξεκουράζομαι… Ύστερα, με το μοναδικό σπιρτόξυλο που μου έχει απομείνει, γράφω στη σκόνη του πάγκου τ’ αρχικά μου: Α.Ε.Γ. Και δίπλα: «Πέρασε από δω στις 4 Ιούλη 1930».

Τι θα γινόταν, αν έγραφα το αποχαιρετιστήριο γράμμα μου και το άφηνα σε τούτο το παγκάκι; Θα το’ παιρνε ο άνεμος ή κάποιος κουρασμένος περαστικός θα καθόταν πάνω του χωρίς να το προσέξει…



[Πηγές: Το διήγημα αυτό είναι του Ούγγρου συγγραφέα ΑΝΤΟΡ ΕΝΤΡΕ ΓΚΕΛΕΡΙ, και η μετάφραση της Μαρίας Χατζηγιάννη. Δημοσιεύτηκε στην μηνιαία επιθεώρηση τέχνης «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ», αρ. τεύχους 3, το Μάρτιο του 1984.    Η φωτογραφία «Εργάτης στο Παλαιό Φάληρο, 1956» είναι δημοσιευμένη στο λεύκωμα «Spiros Meletzis, PHOTOGRARHIE 1923-1991», έκδοση Museum moderner Kunst, Vienna 1992. (Όλα από το προσωπικό μου αρχείο.)]

 

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Οι Ηπειρώτες κτίστες και η συντεχνιακή συνθηματική γλώσσα τους: τα "κουδαρίτικα"

Το επάγγελμα αποτελεί συνάρτηση ορισμένων φυσικών και κοινωνι­κών παραγόντων. Η εξάρτηση του ανθρώπου από τη φύση ήταν μεγαλύτερη παλιότε­ρα και η ανάγκη προσδιόριζε και τη διαμόρφωση ενός επαγγέλματος κατά τρόπο σχεδόν απόλυτο.

Στα ορεινά και άγονα χωριά, που φώλιαζαν στην αγκαλιά της Πίνδου και των Τζουμέρκων, ριζωμένα στα βραχοτόπια, ήταν μεγάλη η έλλειψη μέσων και αγαθών συντήρησης και διατροφής, γιατί τα ελάχιστα καλλιεργήσιμα χωράφια, με τη μικρή στρεμματική απόδοση, δεν επαρκούσαν ακόμη και για τη στοιχειώδη διατροφή όλης της φαμίλιας.

Και καθώς στα γράμματα και στο εμπόριο λιγοστοί είχαν τις δυνατότη­τες να σταδιοδρομήσουν, το ορεινό και το πετρώδες του εδάφους στο μόνο που βοηθούσε ήταν να μάθουν γρήγορα να ασχοληθούν πλατύτερα, με την κάπως καλύτε­ρα προσοδοφόρο μαστορική τέχνη, μιας και ο τόπος των οικισμών του χωριού ήταν πλούσια στρωμένος με περίσσια οικοδομικά υλικά, πέτρες, πλάκες, ασβέστη κ.λπ.

Έτσι τον Ηπειρώτη κτίστη πρέπει να τον δούμε σα δημιούργημα του φυσικού του περιβάλλοντος, αλλά και σαν άνθρωπο γεννημένο για τη δουλειά, δεμένο με την πέτρα, με τρανό μεράκι και καλλιτεχνική διάθεση, που ύστερα από μακροχρόνια πρακτική εργασία και σπουδή στα μυστικά της λαϊκής κατασκευαστικής τέχνης, έβγαλε από τα χέρια του αριστουργήματα σωστά με χάρη και ομορφιά, καθαρά αποστάγ­ματα της πείρας και του ταλέντου.

Χωριά της Ηπείρου από τα οποία ξεπήδησαν γενιές ολόκληρες τεχνιτών της πέτρας ήταν όλα τα χωριάτης Κόνιτσας (Πυρσόγιαννη, Βούρμπιανη, Στράτσιανη κ.ά.) κι ένα μεγάλο μέρος από τα χωριά των Τζουμέρκων (Χουλιαράδες, Ραφταναίοι, Κτιστάδες, Χώσεψη, Πράμαντα, Άγναντα κ.ά.)

Πυρσογιαννίτικο μπουλούκι στα Πωγώνια το 1932

Αν και αγράμματοι δεν υπήρξαν απλώς μαστόροι, αλλά πρακτικοί μηχανικοί και αρχιτέκτονες, δηλαδή δημιουργοί ανόθευτης και πηγαίας λαϊκής αρχιτεκτονικής πα­ράδοσης. Η απέριττη μαστορική τους τέχνη ήταν ποίηση σωστή και έχτιζαν το μεγαλείο της καρδιάς τους.

Δημιουργούσαν άλλοτε ξακουστά γεφύρια, με παράτολμα τόξα που εμπνέουν αποκαλυπτικό δέος, άλλοτε εξίσου όμορφες, με καλοπελεκημένες πέτρες, αγκωνάρια και καλοφτιαγμένο αρμολόι και ασβέστη, ονομαστές εκκλησίες, σπίτια και αρχοντικά, αξιοπρόσεκτα δημιουργήματα, που σφραγίζουν ακόμα και σήμερα με την παρουσία τους, τη γνήσια αρχοντική μαστοριά, την καθαρή και ανί­σκιωτη τέχνη τους, που αποτελούσε συνέχεια της μεγάλης Βυζαντινής τέχνης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Συγκροτούσαν ομάδες, που λέγονταν «παρέα» ή «μπουλούκι» ή «κομπανία» ή «τσούρμο» ή «σινάφι», με την πρωτοβουλία των ίδιων ή του πρωτομάστορα, που φρόντιζε για την εύρεση εργασίας, την πληρωμή, την επιστασία κ.λπ. Το «μπουλούκι» το χαρακτήριζε το ομαδικό και κοινωνικό πνεύμα και τις σχέσεις των μαστόρων τις διέκρινε ειλικρίνεια, αγάπη και αλληλεγγύη.

Στο «μπουλούκι» εκτός απ' τους τεχνίτες υπήρχαν και τα μαστορόπουλα που ακολουθούσαν σαν μαθητούδια και με τις ικανότητες που αποκτούσαν με τα χρόνια, ανέβαιναν στην ιεραρχία της μαστορικής τέχνης. Η εργασία τους ήταν μαρτυρική, γιατί πολλές φορές δεν ήταν ούτε δεκάχρονα. "Τον πήραν τον Κολιό τον πήραν οι μαστόροι, παιδί απ' το σχολειό να μάθει πηλοφόρι" μας λέει ο Τζουμερκιώτης ποιητής Κοτζιούλας, που έζησε τη ζωή των καταφρονε­μένων.

 Όλη τη μέρα κουβαλούσαν πέτρες και λάσπη ή ασβέστη στους μαστόρους και τη νύχτα δεν είχαν ανάπαυση, γιατί έπρεπε να έχουν το νου τους στα ζώα μην απομακρυνθούν βόσκοντας και κάνοντας ζημιά στα ξένα σπαρτά και έχουν τρεξίματα και καθυστερήσεις στη δουλειά.

Έτσι μετά τις Μεγάλες Απόκριες, άδειαζαν τα μαστοροχώρια από τον ανδρικό πληθυσμό, που ξεκινούσε με τα μουλάρια φορτωμένα ή με τα πόδια για τον τόπο της εργασίας. Οι Τζουμερκιώτες μαστόροι πρόσφεραν τα φώτα της ωραίας τέχνης τους αρχικά στην Άρτα και στον κάμπο της και αργότερα στην Αιτωλοακαρνανία, στη Φθιώτιδα και στη Βοιωτία.

Τη δεκαετία 1930-40 ανοικοδόμησαν ολόκληρη σχεδόν την Ευρυτανία. Μεταπολεμικά εργάστηκαν στα Επτάνησα, στην Πελοπόννησο, στη Θεσ­σαλία και τελευταία στην Αθήνα. Επέστρεφαν στην πατρογονική γη στα μέσα Νοεμ­βρίου για να ασχοληθούν με γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες και να γιορτάσουν με τις φαμίλιες τους τις γιορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, αναμένοντας πάλι την άνοιξη να πρασινίσει η γη, να τρανώσουν και να καρπίσουν τα κτήματα για να ξαναπάρουν πάλι το δρόμο της ξενιτιάς.

Ξεκίνημα και επιστροφή, κυρίως στην παλιότερη εποχή, ήταν ταυτισμένα με απα­ράβατα έθιμα, που άγγιζαν με την πιο γλυκιά και νοσταλγική μορφή, τις ψυχές των μαστόρων και των οικογενειών τους.

Οι αυτοδίδακτοι λαϊκοί τεχνίτες της πέτρας αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να εργάζονται μακριά απ' την πατρίδα τους κάτω από αντίξοες συνθήκες. Η αδυναμία  που αισθάνονται απομονωμένοι, καθώς γυρίζουν σ' έναν κόσμο ξένο, άγνωστο, με άλλες συνήθειες, τους αναγκάζει να συνενωθούν περισσότερο μεταξύ τους και να αμυνθούν απέναντι στον εργοδότη τους, που τις περισσότερες φορές ανήκει σε μια άλλη τάξη, κοινωνικά και οικονομικά ανώτερη.

 Σαν άνθρωποι ανοιχτόκαρδοι, καθα­ροί και ντόμπροι, με αγνά αισθήματα, ήταν αδιαφώτιστοι και άμαθοι στις ενέργειες και τις πονηριές δύστροπων κακοπληρωτών και πονηρών αφεντικών και σύντροφο είχαν τον κίνδυνο της μη πλήρους πληρωμής των, της κλοπής, ακόμα και της απώλειας ης ίδιας τους της ζωής, αφού κατά κανόνα στο χωριό που γινόταν η εργασία δεν υπήρχε δικαστήριο ή αστυνομία, αλλά και όπου υπήρχε προτιμούσαν να αλλάξουν χώρο δουλειάς παρά να χάσουν μεροκάματα, ζητώντας από τις αρχές το δίκιο τους.

Στον ανταγωνισμό τους με την κοινωνία, την εξουσία και το αφεντικό επινόησαν τη συνθηματική γλώσσα, σα μέσο αμυντικό συγχρόνως και επιθετικό. Η ανάγκη ενός γλωσσικού οργάνου για τις ιδιαίτερες συνεννοήσεις τους και για τη λήψη αποφάσεων από κοινού για θέματα που τους αφορούσαν, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις οι δέουσες συμβουλές και υποδείξεις του πρωτομάστορα προς αυτούς που παρέβαιναν τους κανόνες της κτιστικής,

για διόρθωση κάποιου τεχνικού σφάλματος, παράλειψης ή κακοτεχνίας, που για ευνόητους λόγους δεν έπρεπε να λάβει γνώση ο ιδιοκτήτης ή η απόκρυψη επαγγελματικών μυστικών, αλλά και τα κοινά συμφέροντα, οι κοινοί μόχθοι και τα κοινά βάσανα διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις και το κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο μυστικός κώδικας επικοινωνίας, τα «κουδαρίτικα» ή «μαστορι­κά».

«Κούδα» στην επαγγελματική γλώσσα των πλανόδιων χτιστών είναι η πέτρα και «κούδαρης» ο άνθρωπος της πέτρας, ο μάστορας, ο χτίστης.

Οι συνθηματικές γλώσσες ήταν γνωστές και στην αρχαιότητα ανάμεσα στους μύστες των Ελευσίνιων μυστηρίων, στους Ορφικούς και στους Πυθαγόρειους φιλοσό­φους. Στην επανάσταση του 1821 και η Φιλική Εταιρεία χρησιμοποίησε συνθηματική γλώσσα.

Επίσης οι γλώσσες αυτές γίνονται εργαλεία επικοινωνίας από μέλη διαφό­ρων συντεχνιών και επαγγελματικών τάξεων (αρτοποιών, ραπτών, καλαντζήδων κ.λπ.) φαίνεται δε ότι αναπτύχθηκαν κατά την Τουρκοκρατία και κοιτίδα είχαν κατά το πλείστον την Ήπειρο. Γνωστοί εξάλλου είναι οι εμπειρικοί γιατροί του Ζαγορίου, οι Κομπογιανίτες, που χρησιμοποιούσαν συνθηματική γλώσσα.

«Ξεσύρθ'κε μακρύς, φορεί κρεμμύδου για μάνεμα» λέγαν οι μαστόροι και εν­νοούσαν: ήρθε μεσημέρι, είναι καιρός για φαγητό, ή «Πραβίστι όρματ' ράπου, ξισέριτ' ου μπαρός» που σήμαινε: κάντε καλή δουλειά, έρχεται το αφεντικό. Για κακοπλη­ρωτές ιδοκτήτες και σε σχετική ερώτηση συναδέλφων κουδαραίων για τη δουλειά της «παρέας», αυτοί απαντούν: «Ο σφέλ'ς δε μας ξέσυρε τον τσέπο, τι ράπο να ραπίσουμε;» εννοώντας: ο νοικοκύρης δε μας έδωσε χρήματα, τι δουλειά να του κάνουμε;

Πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι το αφεντικό τις περισσότερες φορές παρευρισκό­ταν στο χώρο της δουλειάς και αυτό έκανε επιτακτική την ανάγκη χρησιμοποίησης συνθηματικής γλώσσας. «Ο σφέλ'ς σταμεύει όλ' τη ντένα στη ράπου, δεν ξισέριτ', γυαλίζει τους κουδαραίους, αν φοραδίζουν όρματ' πραχάλα», δηλαδή: το αφεντικό κάθεται όλη την ημέρα στη δουλειά, δε φεύγει, βλέπει τους μαστόρους αν κάνουν καλή δουλειά.

Συνέβαινε όμως κάποιες φορές το αφεντικό να γνωρίζει τα «μαστορι­κά» κι αν λέγανε κακό λόγο γι' αυτόν ή για την οικογένειά του κινδύνευαν να χάσουν τη δουλειά και τα χρήματα.

Χαρακτηριστικά ήταν των μαστόρων τα πειράγματα, η ευφυολογία, η χονδρή σάτιρα και η σκωπτική διάθεση στα οποία υπήρξαν αμίμητοι. Ακόμη μιλούσαν για τα κορίτσια («αγκίδες») του χωριού ή και για τους συγγενείς («ανταμησάδια») του αφεντικού. «Φουράει όρματ' η αγκίδα» λέγαν και εννοούσαν: είναι όμορφη η κοπέλα και για κάποια άσχημη, αλλά πλούσια: «Τα κράνια ορματέβουν την αόρματ' αγκίδα», δηλαδή: τα χρήματα ομορφαίνουν την άσχημη κοπέλα ή «Η μπαρέσιου δεν ξέσυρε μάνεμα για κουντό» όταν η κυρά δεν έφερνε φαγητό για κολατσιό.

Δεν μπορούσαν βέβαια να κρύψουν και τις πονηρές σκέψεις για τα ωραία κορί­τσια: «Φορούσε όρματ' γκουζβίτσες η αγκίδα» που σήμαινε ότι η κοπέλα είχε προκλη­τικά στήθη, έλεγε ο ένας και συμπλήρωνε ο άλλος: «Μπέτζιο που φορούσε», δηλαδή ότι είχε καλίγραμμα οπίσθια, και ο πιο χωρατατζής πρόσθετε: «Να μανέψουν σαρά­ντα κουρούτοι», να φάνε σαράντα βλάχοι.

Στο σύνολό τους οι συνθηματικές γλώσσες είναι ένα περιορισμένο σύνολο λέξεων, που συναποτελούν μια συμβατική φρασεολογία με τοπικές παραλλαγές και με το συνοπτικό τηλεγραφικό τους ύφος δυναμώνει ο συνθηματικός τους χαρακτήρας.

Έτσι  και τα «κουδαρίτικα» είναι μια γλώσσα με φτωχό λεξιλόγιο, με λέξεις που στο σύνολό τους δεν ξεπερνούν τις 500 και που αναφέρονται κυρίως στις έννοιες του χρήματος, της τροφής, στις σχέσεις μαστόρων-ιδιοκτήτη, στα οικοδομικά υλικά που χρησιμο­ποιούν καθημερινά καθώς και στη γυναίκα και στις σεξουαλικές σχέσεις. Ήταν όμως υπεραρκετές για να συνθέσουν φράσεις χρήσιμες για τη δουλειά τους, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τα αφεντικά τους έστω και αν παρίστανται στην ομιλία.

Οι κτίστες έγιναν γλωσσοπλάστες. Βρήκαν λέξεις, κυρίως ουσιαστικά και λιγότερα ρήματα που μένουν στάσιμα σε πλήθος, πλουταίνουν όμως σε νοήματα και έτσι ένα ρήμα το μεταχειρίζονται για να εκφράσουν πολλές έννοιες. Επίθετα χρησιμοποιούν ακόμη λιγότερα, με βασικό το «όρματος», εκφράζοντας έτσι όλα τα επίθετα εκείνα που έχουν την έννοια του καλού.

Σε καθεμιά απ' αυτές τις λέξεις έδωσαν την προσήκουσα έννοια, χρωματίζοντάς την με διαφορετική σημασία απ' αυτή του λεξι­λογίου, δηλαδή συνθηματική, που εννοούσε άλλα απ' αυτά που προφέρονταν. Οι λέξεις περνούν από στόμα σε στόμα και ξεκαθαρίζουν. Θα γίνουν κοινό κτήμα μόνο εκείνες που θα αστράψουν από δύναμη για να βαστάξουν γερά κρυμμένη την έννοια που θέλουν.

Έτσι έχουμε δημιουργία λέξεων με μεταφορά. Παίρνουν μια λέξη από την καθο­μιλουμένη που της δίνουν όμως άλλη σημασία, που έχει κάποια ομοιότητα και αναλο­γία μακρινή με την κύρια σημασία ή εκφράζει κάποια ιδιότητα της αρχικής λέξης π.χ. η λέξη «αγουγιάτες» είναι τα πόδια, γιατί μεταφέρουν το σώμα, το βούτυρο το λένε «απαλούδ'», γιατί είναι απαλό στην αφή, η νύχτα εκφέρεται ως «καλόηρους», γιατί είναι μαύρη σαν τα ράσα του καλόγηρου, το κεφάλι το αποκαλούν «κουρφιάρ'ς», γιατί βρίσκεται στην κορυφή του σώματος κ.λπ.

 Ακόμη εντάσσονται λέξεις στο λεξιλόγιο των μαστόρων σα δάνεια από άλλες συνθηματικές γλώσσες. Κάποια στιγμή ίσως, που άκουσαν τα μέλη μιας άλλης συντε­χνίας να χρησιμοποιούν κάποια λέξη που δεν περιεχόταν στα «κουδαρίτικα», τη δανείστηκαν και την ενσωμάτωσαν στο δικό τους εκφραστικό μέσο, π.χ. ο «μπαρός» δηλ. ο αφέντης, ο νοικοκύρης πιθανόν να προήλθε από το τσιγγάνικο baro = μεγάλος.

Επίσης παρατηρούμε αυθαίρετη γλωσσοπλασία με άγνωστη ετυμολογική ρίζα, π.χ. «σφέλ'ς» = νοικοκύρης κ.ά. ή νεολογισμούς, π.χ. «αγκίδα» = κοπέλα ή ακόμη και δανεισμό λέξεων από άλλα κράτη της Βαλκανικής, π.χ. «βόντα» = νερό, «ζένα» = γυναίκα, «κόσβας» = παπάς κ.λπ. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις έχουμε αντικατά­σταση αρκετών λέξεων που από την πολλή χρήση τρίβονται, ξεθυμαίνουν και χάνουν τη συνθηματικότητά τους, με κάποιες άλλες καινούργιες και φωτεινές.

Στα «κουδαρίτικα» βέβαια βρίσκονται σε χρήση και λέξεις της κοινής λαλιάς, με την πραγματική τους σημασία, κυρίως άρθρα, επιρρήματα και αριθμητικά.
Όσον αφορά στη γραμματική και στο συντακτικό, η γλώσσα των μαστόρων υπα­κούει γενικά στους νόμους της γλώσσας που χρησιμοποιείται στην περιοχή. Σχετικά με το φθογγολογικό παρατηρούμε την αποβολή ατόνων καταλήξεων π.χ. «κούδαρ(η)ς», «αβδάλ(ι)», «μανέψ(ει)», την αποβολή των ενδιάμεσων ατόνων φωνηέντων, π.χ. «κουδαρίτ(ι)κα», «καρόφ(υ)λλου» και συχνή τροπή του ατόνου ε και αι σε ι, π.χ. «αγουγιάτις», «ξισέρνιτι» κ.λπ.

Σήμερα τα οργανωμένα «μπουλούκια» των μαστόρων έχουν εξαφανιστεί και τα «κουδαρίτικα» βρίσκονται σε αχρηστία, αφού οι λόγοι και οι συνθήκες που τα επέβα­λαν σαν ανάγκη δεν υπάρχουν πια.
Στη συνέχεια παραθέτουμε ενδεικτικά ελάχιστο δειγματολόγιο από τον κρυπτογραφικό κώδικα των μαστόρων:


Λέξεις
αβδάλ', το = το τυρί
αράζου = δίνω
ασπρούδ, το = το γάλα
βαλαζόν', το = το πρόβατο
βλαστάρ', το = ο αδελφός
γκαβιάζου = κτυπώ
γκουλιάτ'ς, ο = ο χωροφύλακας
θόδου, η = η ρακή
κάλου, η = η ασβέστη
καντζιουμέν', η = η έγκυος
καρόφ'λλου, το = το τσιγάρο
καψάλα, η = η φυγή
κλωνάρια, τα = τα χέρια
κούφιου, το = το σπίτι
κράνια, τα = τα χρήματα
λαγός, ο = το παιδί
μάνο, το = το ψωμί
μακρινίτσα, η = δρόμος
μαλέτσ'κους, ο = ο μικρός
μπαζμάδ', το = το γαϊδούρι
ντάρους, ο = ο γάμος
ξισέρουμι = έρχομαι, πηγαίνω, φεύγω
ράικους, ο = ο ήλιος
σαλούτου, η  = η δραχμή
στήσους, ο = ο τοίχος
στουρνάρια, τα = τα αυγά
τσλίζου = ομιλώ, γνωρίζω
φουράου = έχω, είμαι
Φράσεις


- Τσλίζεις τα κουδαρίτ’κα;
-Τα τσλίζου
-Φουράν ράπου οι κουδαραίοι στου σέλου σ’;
-Φουράν λίγ’ στ’ μακρινίτσα, οι άλλ’ σταμεύ’ν.
-Τι ντινιάτ’κου φουράτι;
-Ουγδοήντα σαλούτις τ’ ντένα.
-Τι μανεύιτι;
-Μανεύουμι μανό, μίχου, κούκκ’ς, νιρουπούλια κι τς πιρσότιρις ντένις πρασνάδια κι φουσκοκοίλια.
-Φουράτι όρματου μπαρό;
-Φουράμι πουλύ όρματον κι γι’ αυτό τ’ πραβίζουμι όρματον στήσου.
-Πότε θα καψαλίσουμι για του σέλου;
- Άμα σταμέψουμι, θα καψαλίσουμι δίχους άλλου, γιατί τώρα η ντένα μίκρινι κι όλου ταμπακίζ’.
-Θα ξισυρθώ στου σέλου να πραβίσου τα μαυρούδια μ’.

- Ξέρεις τα μαστορικά;
-Τα ξέρω
-Έχουν εργασία οι μαστόροι στο χωριό σου;
-Έχουν λίγη στο δρόμο, οι άλλοι κάθο­νται.

-Τι ημερομίσθιο παίρνετε;
-Ογδόντα δραχμές την ημέρα.
-Τι τρώτε;
-Τρώμε ψωμί, κρέας, κουκιά, ψάρια και τις περισσότερες μέρες λάχανα και φα­σόλια.

-Έχετε καλό αφεντικό;
-Έχουμε πολύ καλό και γι’ αυτό του φτιάχνουμε καλόν τοίχο.

-Πότε θα φύγουμε για το χωριό;

-Άμα τελειώσουμε, θα φύγουμε δίχως άλλο, γιατί τώρα μικραίνει η ημέρα και όλο βρέχει.
-Θα πάω στο χωριό να φτιάξω τα χωρά­φια μου.


Βιβλιογραφία

Οικονομίδης Δημ., «Τα κουδαρίτικατου Πετροβουνίου», περ. ΑΘΗΝΑ, τ. 64, (1960), σσ. 169-180.

Ρέμπελης Χαρ., «Κονιτσιώτικα», Αθήνα 1953, σσ. 350-356.

Σάρρος Δημ., «Περί των συνθηματικοί γλωσσών», Λαογραφία, (1923), σσ. 530-534.

Σούλης Χρ.. «Τα κουδαρίτικα των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου», Ηπειρώτικα Χρονικά, τ. 5 (1930), σσ. 161-168.

 
Πηγή: 
Συγγραφέας: Γιάννης Καραμπούλας. Δημοσιεύτηκε στην «τρίμηνη πολιτιστική έκδοση Χάος και Όψη», Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος 1995, τεύχος 9, του Συλλόγου Κυψελιωτών Άρτας (στην Αθήνα), «Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός».

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

η λέξη που έγραφε τ' όνομά σου ...

Αν ένας πολίτης χρωστάει χίλια Ευρώ και δεν έχει να τα δώσει, τον πάνε μέσα. Αν ένας πολίτης χρωστάει ένα εκατομμύριο Ευρώ, του βγάζουν το καπέλο το κράτος, οι τράπεζες και η μισή κοινωνία.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα κράτη. Αν χρωστάει κάποιο όπως η Ελλάδα 360 δισ. Ευρώ, πάει σφαχτάρι στον πάγκο του χασάπη. Αν χρωστάει 14,3 τρισ. δολάρια, όπως χρωστάνε οι ΗΠΑ στη Μιχαλού, φτερνίζεται και τρέμει ο πλανήτης μην τα κακαρώσει...
Αδικε ντουνιά...


Αυτό το καλοκαίρι μοιάζει σαν να έρχεται χειμώνας. Οι άνθρωποι σκεπτικοί κι ορισμένοι σκυφτοί...

Στα σπίτια πολλοί μετράνε κατηφείς άνεργες ώρες – και τα απογεύματα βρέχει στις πόλεις -μέσα Ιούνη- με μια παράξενη επιμονή,
όσο για τις καλλιέργειες - δεν ξέρω για τις καλλιέργειες, ποιες βλάπτει η βροχή, ποιες όχι...

...................................

Κουρασμένες οι λέξεις πολλά χρόνια τώρα λέγονται αλλ' όμως εξακολουθούν να εκτοξεύονται. Σε τροχιά πάνω απ' τα κεφάλια των ανθρώπων ορισμένες εκρήγνυνται αναλόγως της γόμωσης (πόση φορμόλη, δείκτη απειλής, ποσοστό ψεύδους περιέχουν).


Βαριέσαι να σκύψεις (πιο πολύ απ' όσον ήδη σκύβεις), δεν έχεις το κουράγιο να φυλαχτείς η λέξη που έχει γραμμένο πάνω της το όνομά σου, θα σε βρει.

Ανεργία. Προπαγάνδα. Κλισέ. Πράσινη ΥΕΝΕΔ -κάποια θα σε πετύχει, είναι θέμα χρόνου.
Εριχ Μαρία Ρεμάρκ, διάβαζες μικρός, «Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο», μπήκες στο νόημα νωρίς, περίμενες ένας-ένας οι φίλοι να σκοτώνονται, στα χαρακώματα ή στην επόμενη σελίδα στην άδεια, ξαπλωμένοι κάτω από μια μπουγάδα ασπρόρουχα,

ό,τι πιο κοντινό σε κορίτσι μπορούσε να σου τύχει εκτός απ' τις νοσοκόμες, κυνηγώντας κότες και κλέβοντας χήνες, στην άλλη σελίδα, στο άλλο βιβλίο, χιλιάδες ζωές και ξαφνικά η δική σου έχει σταματήσει αμήχανη με μια απόλυση. Μπροστά σε μια απόλυση.

Την κοιτάς από 'δώ, την κοιτάς από 'κεί, τη βλέπεις τη νύχτα στον ύπνο σου, την κόβεις πίσω απ' την πόρτα σαν να σου 'χει στήσει καρτέρι, κι έτσι σαν να μη θέλεις να βγεις πια έξω, έστω για μια βολτίτσα, να σου προσφέρει η χώρα το φάρμακό της, ένα ουζάκι ή ήλιο ή έναν καφέ ή μια καλή εφημερίδα - τίποτα!

η απόλυση εκεί! ατάραχη! Δεν μπορείς να τη βγάλεις απ' το οπτικό σου πεδίο.
Κάθεται κι αυτή και σε κοιτάει, πάει να σου κάνει λίγη πλάκα: «δεν σε αντέχει η οικονομία» σου λέει, αλλά ούτε εσύ πικρογελάς, ούτε και η ίδια.

Απόλυση - το μυθιστόρημα δεν είναι μεγάλο, λίγες σελίδες, με τη μία τα διάβασες όλα, ούτε την ώρα σου μπορείς να σκοτώσεις μαζί της...

Πόσο χρονώ είσαι;

Τι σημασία έχει για το κοράκι τον δημοσιογράφο που σου κανοναρχεί το Πιστεύω των Πιστωτών σου;

Το χρέος, κύριε!

Τόσα χρόνια που σε κλέβαμε, τζάμπα σε κλέβαμε; πλήρωσε τώρα!

Γυρίζεις πλευρό. Λες, θα πάω στο χωριό. Εχεις ακόμα στην τσέπη σου λίγα ευρώ. Επιτέλους να ξημερώσει! Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα. Εξάλλου έχεις κι εσύ τις δικές σου λέξεις

πανώ, πλακάτ, Μαρία, πορείες, Παπαδιαμάντης, η πλατεία· όλη σου η προίκα η φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου, οι γιοι σου, ο μεγάλος κι ο μικρός,

τις παρατάσσεις όπως τα στρατιωτάκια σου παιδάκι, μπλιτς κριγκ η απόλυση, Δουνκέρκη οι λέξεις σου - τίποτα άλλο πια δεν μπορείς να σκεφτείς.

Απόλυση.

Κατάσταση πολιορκίας.

Κάνεις εσύ τώρα πλάκα στην πάρτη σου, τα γκόλντεν μπόυς ξανάρχισαν να παίρνουν γκόλντεν πριμ, η οικονομία θα αναθερμανθεί, οι απολύσεις θα συνεχισθούν, η κρίση του 2008 τελείωσε, όταν τελειώσει και η κρίση του 2011 (με τις αναγκαίες παράπλευρες απώλειες - τι να κάνουμε;) θα μπούμε στην κρίση του 2013...

...η ζωή συνεχίζεται,

μην κωλώνεις κι αν ξαναβρείς ποτέ δουλειά, μπορεί άνετα να την ξαναχάσεις...

Ουδέν Νεώτερον από τις Μικρές Αγγελίες και σήμερα...

ΣΤΑΘΗΣ Σ. 20.VI.2011 stathis@enet.gr

( Ένας ακόμη συγκλονιστικός Ναυτίλος, ένας ακόμη συγκλονιστικός Στάθης, από τη σημερινή Ελευθεροτυπία )

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

"Η γενική χρησιμότης των φελλών", ο ποιητής Τάσος Ζερβός (1935-1995)


( Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις της κοινωνικής ή  πολιτικής σκηνής - σήμερα ή διαχρονικά -  είναι εντελώς  συμπτωματική )

Η ΓΕΝΙΚΗ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΣ ΤΩΝ ΦΕΛΛΩΝ

Ποιος είπε πως οι φελλοί δεν ωφελούν;

Ύλη ελαστική, οσμή ουδετέρα, αδιάβροχη
σ΄ όλες τις καταστάσεις,
κατάλληλη για επενδύσεις, για μονώσεις
και γι΄ αλιεία, σε θολά – κατ΄ εξοχήν – νερά…

Αρέσουν σ΄ όσους θέλουν να πατούν σε φελλοτάπητες
ή και σ΄ αυτούς που θέλουν
- για τη δική τους τη βαρύτητα –
ένα μέτρο να συμφέρει…

Ναι, τους αρέσουν… Γιατί έτσι που επιπλέουν στη σειρά,
όλοι οι φελλοί σε κάθε μέγεθος,
γαλήνη τους γεμίζουν κι ησυχία,
γιατί με λίγη πίεση,
είναι άριστοι οι φελλοί στη μόνωση
από θερμότητα, υγρασία, ήχους και αλήθεια,
γιατί ποτέ τους δεν θ΄ αφήσουν να φανούν
των κρατικών δεξαμενών οι πάτοι…

Έτσι εν τέλει οι φελλοί ωφελούν.
Παίρνουν κι αυτοί, στον τόπο αυτό,
βαρύτητα. Και μάλιστα φροντίζουν να τονίζουν
ότι κατάγονται απ΄ τη δρυ…

Γι΄ αυτό όση τρικυμία κι αν σηκωθεί
στον  τόπο αυτό
δεν θα ξεράσει τους φελλούς στις άκρες…

Γιατί με τόσες θάλασσες,
τόσες ακτές από αιώνες εθισμένες
να εξοστρακίζουν τα πιο καλά μας κύματα
υπόγεια ρεύματα κι ασήμαντοι θα υποκλέπτουνε τη νίκη
και τους φελλούς θα σώζουν πάλι μεσοπέλαγα…

(από την ποιητική συλλογή «Έφοδος, 1966-1980»)

Τάσος Ζερβός (1935-1995)

«Ήτανε Μανιάτης. Και παθιασμένος με τον τόπο του - ώς το τέλος. Γήινος καθαυτό. Και κυνηγός και ψαράς. Κι αυτά τον κράταγαν στερεώτερα απ’ την δικηγορία, που την άσκησε ωστόσο φιλότιμα επί δεκαετίες. Όμως ο νούς του ήταν πάντα στ’ ανοιχτά. Στα χώματα και τους ανέμους της πατρίδας του. Στα κύματα που σπάν άγρια στις ακτές, και τ’ αναπλήρωνε τα πρώτα χρόνια της εφηβείας και της νιότης του με τους αχούς του λιμανιού - στον Πειραιά, όπου έβγαλε το Γυμνάσιο.

Διάβαζε πολύ Ιστορία, έγραψε κ’ ένα ιστορικό μυθιστόρημα, το «Βασιλιά Κλεομένη», που πολύ το αγάπαγε, μα πιο πολύ απ’ όλα τα γραφτά και τα δικόγραφα και τα χαρτιά, νομίζω πως του άρεσε να δολώνει παραγάδι και να τρέχει νύχτα να το ρίξει και χάραμα να το μαζέψει...

 Γήινος από επιλογή - σ’ ένα σπιτάκι καταφύγιο, τα καλοκαίρια, στη Χαραχιά, μιά παραλία έρημη της Λακωνίας, είμαι βέβαιος πως άν του στήναν φάρο εκεί, θάμενε πάντα φαροφύλακας, χωρίς ποτέ να νοσταλγήσει την Αθήνα. Είχε ένα έμφυτο στιχουργικό ταλέντο, που φαίνεται κυρίως στα σατιρικά-σαρκαστικά της πραγματικότητας ποιήματά του, που έχουν μια πρωτότυπη κριτική χροιά, ανοίγοντας ένα νέο δρόμο σύγχρονης «πολιτικής» ποίησης».


ΜΕΣΑ ΤΟΥ

Μην τον κοιτάτε που αλύγιστος στο βήμα προχωρεί
κι άκαμπτος φαίνεται στις ιαχές της εκκλησίας του Δήμου
εύγλωττος πριν το στόμα του ανοίξει
σαν Αλκιβιάδης που στην Μουνιχία μόλις βγήκε από το πλοίο,
με τον Θρασύβουλο μπροστά, ν΄ ανοίγει δρόμο στη Δημοκρατία…

Αυτός δεν κάνει γι΄ αρχηγός μας…

Από παιδί τον έχουν μάθει μέσα του να σκύβει…

(από την ποιητική συλλογή «Ξύλινα τείχη 1984-1987»)


Η ΔΕΚΑΤΗ

Τότε που ήταν αξεχέρσωτος ο νους του
και πάλευε με το τσαπί και το ξινάρι,
Θεέ μου, τι στίχους είχε πάρει
στις αγριλιές του λογισμού του…

Τότε που πάλευε ν΄ ανάψει τη φωτιά
και δούλευε με λάδι το λυχνάρι,
Θεέ μου, ποιος έφτανε, στο τρέξιμο, στη χάρη,
του νου του την αποκοτιά…

Τώρα τον έχουν πια ηλεκτροδοτήσει. Τα δάνεια κάτι,
κάτι τα τρακτέρ, φυτείες έχουν γίνει οι λογισμοί.
Τους στίχους; πρώτους πρώτους τους έφαγε η δεκάτη
οι τόκοι, οι εισπράκτορες και οι λογαριασμοί…

(από την ποιητική συλλογή «Ξύλινα τείχη, 1984-1987»)

Με τη σύζυγό του Ιουλία Καρυωτάκη, 1963.

«Πολλά τα ποιήματά του μ’ ευαγγελικές αφορμές - μα συμβολική μονάχα διάσταση λάβαιναν στο νού του όλ’ αυτά, γιατί δεν πίστεψε ποτέ σε θεούς και σε θρησκείες. Αν όμως κάτι θα πρεπε πρωτίστως κανείς να του επαινέσει, είν’ η ειλικρίνεια της ματιάς του. Οι στίχοι του αντανακλούν την καρδιά του. Έλεγε αυτό που αισθανόταν, σα να μιλούσε στα ζώα, στη θάλασσα, στις όλο αφτιά ερημιές των Βριλησσίων όπου ζούσε.

Δεν παρίστανε τον «συγγραφέα» - απλώς κατέγραφε την αλήθεια του.  Ποιός ήταν, το λέει καθαρά στο τελευταίο του ποίημα, που χαράχτηκε και στον τάφο του:


ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΓΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΤΑΦΗ

Ενθάδε κείται ο ποιητής Ζερβός
γρήγορος, που του άρεσε να φαίνεται αργός,
στίχων γυμνών, θητών και πελταστών αρχός,
αετός στο ξέφωτο, στο λίγο φως ασβός,
αυλιάς στο πέλαγος, στα ξέβαθα σαργός,
δήλος στα άδηλα, στα δήλα μυστικός,
στους πρώτους έσχατος, στους έσχατος εμπρός,
τώρα άνεμος είναι στα κατάρτια της Αργώς...

(από την ποιητική συλλογή «Προσωπογραφίες ή Το μεσιανό κατάρτι, 1988-1995»)


Στη ζωή λοιπόν αυτός! Στην αντίπερα όχθη πάντα, μοναχός, με τους λίγους, τους ηττημένους και μαζί ελεύθερους!

Η γη των νικημένων είναι γή μου...

έγραφε σε κάποιο απ’ τα πρώτα του ποιήματα, πολύ νέος ακόμα. Κι αλλού:

...ζητώντας []μάταια να βρείς δυό ληστές μαζί να σταυρωθείτε...

Με μιά σπάνια λακωνικότητα στις μελαγχολικές του διαπιστώσεις, και με γραφή απαλλασσόμενη ολοένα από τα περιττά, σε ποιήματα μονόστιχα, δίστιχα ή τετράστιχα, έντονα υπαινικτικά, μαρτυρεί:

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
Η φωνή του σκοτώθηκε σε συλλαλητήρια ιδεών.

ΟΙ ΒΡΟΧΕΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
Τί να προσμένουμε απ’ τις βροχές του Σεπτεμβρίου
εμείς που, λίγο πριν, τόσο την άνοιξη αγαπήσαμε;

Ο ΓΕΝΝΑΙΟΣ
Πόσο γενναίος θα αισθανόμουν
αν πίσω από τη πλάτη μου βρισκόμουν...


Ο Τάσος Ζερβός έλεγε πως ήθελε να ζήσει σα γέρο-πλάτανος... μα η μοίρα δεν του κανε αυτή τη χάρη. Έφυγε στα 60 του «πάνω που είχε ανακαλύψει καινούργια φλέβα, απ’ όπου μόλις άρχιζε ν’ αντλεί λάλον ύδωρ», καθώς εύστοχα έγραψε κάπου ο Τάσος Ρούσσος - κι αυτό το διαπιστώνει κανείς από την ωριμότητα των τελευταίων συλλογών του, όπου μοιάζει να χει βρεί τη δικιά του πλέον φωνή με σιγουριά κι αυτοπεποίθηση, μακριά από κάθε ξένη επίδραση».


ΤΑ ΚΑΘΙΚΙΑ

Με δισταγμό μπήκανε στον αιώνα
με φόβους για ένα δύσκολο χειμώνα…

Διακριτικά ανέκαθεν κρυμμένα
με τα δικά του σχέδια το καθένα…

Τά΄ πιανε πανικός σε κάθε οσμή μεγάλη
κρυφά αλλάζαν μεταξύ τους τη σκυτάλη…

Κι ήξεραν πως μπορούσαν να επιζήσουν
μόνον αν έλθουν κι άλλοι να καθίσουν…

Κι η πρόοδος ήρθε διακριτικά
με νέες ιδέες κι αποσμητικά.

Βήμα το βήμα κυκλοφόρησαν τα νέα
πως γίνονται τ΄ ασήμαντα σπουδαία…

Κι αφού είδαν πως περπάταγε ο μύθος
αντικατέστησαν το ήθος με το πλήθος…

Κι όταν επήλθε πλήρης σύγχυση στων ιδεών τις γεύσεις
όλα τους συγχωνεύτηκαν σ΄ ομαδικές αποχετεύσεις…

Κι επικαλούμενα εν τέλει και τη χούντα
έγιναν πλέον δοχεία συγκοινωνούντα…

(από την ποιητική συλλογή «Πάραλος, 1981-1983»)


«Στη δημιουργία του ήτανε σεμνός. Έμεινε πάντα έξω από κλίκες ποιητικές, μακριά από λογοτεχνικές ματαιοδοξίες, αδιάφορος για υστεροφημίες. Ομολογούσε -πράγμα σπάνιο γιά ποιητές, που δύσκολα συνήθως μπορούν ν’ αυτοκριθούν και ν’ αυτολογοκριθούν!- πως: «20 ποιήματα θα μείνουν, κι αυτά τα θεωρώ υπεραρκετά».

Ο Ζερβός δεν ήταν «μεγάλος» ποιητής. Θα γέλαγε με τέτοιο χαρακτηρισμό του. Άλλωστε στην εποχή μας, όπου όλοι βαφτίζονται «μεγάλοι», θα του άρεσε να μείνει εκτός... Ήταν ένας προικισμένος τεχνίτης και μιά φωνή με ποιότητες, που τους άξιζε περισσότερη προσοχή απο κείνην που του επιφύλαξαν οι ψευδο-επαίοντες των πνευματικών κυκλωμάτων».


ΑΥΤΟΣ Ο ΠΟΤΑΜΟΣ

Αυτός ο ποταμός δεν είχε λόγους να στερέψει…

Μόνο και μόνο για να εκδικηθεί μια θάλασσα
που τίποτα ποτέ της δεν του αντίδωσε
κι αηδιασμένος απ΄ τις δουλειές των παροχθίων
αιφνίδια ρευστοποίησε τα υπάρχοντά του
σε υπόγειες πηγές μεταναστεύοντας…

Και τώρα διάφοροι γελοίοι επάνω
τον απειλούν με γεωτρήσεις…

(από την ποιητική συλλογή «Πάραλος, 1981-1983»)


Έκανα την  επιλογή των ποιημάτων από το βιβλίο «Τάσος Ζερβός, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», με φιλολογική επιμέλεια του Άγγελου Παρθένη, από τις εκδόσεις «ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ»,  Αθήνα 2004. Στην έκδοση αυτή που επιμελήθηκε η οικογένεια του ποιητή μετά τον πρόωρο θάνατό του, είναι συγκεντρωμένο όλο το έργο (ποιητικό) του.

Το βιογραφικό κείμενο είναι αποσπάσματα από δημοσίευση του κ. Στάντη Ρ. Αποστολίδη στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στις  26-5-2004.

Ευχαριστώ τον κ. Δημήτρη Ζερβό, αδελφό του ποιητή, για την παραχώρηση των φωτογραφιών.